Απαγγελία Ομηρικής ποίησης στη Σελήνη.

Νοέμβριος 22, 2015

Recitation of Homeric poetry on the moon. A proposal to NASA

Απαγγελία Ομηρικής ποίησης στη Σελήνη.
Πρόταση προς την ΝΑΣΑ
1. Αγγλικό κείμενο. English text
2. Ελληνικό κείμενο. Greek text
3. Απάντηση της ΝΑΣΑ. Answer of NASA
1.

5 Chr. Mylona
1085 Nicosia
Cyprus
14 December 1999
National Aeronautics and
Space Administration
Washington, DC 20456-0001
United States of America
Dear Madams/Sirs,
People often stress the importance of interconnecting the technological and scientific wonders with the spiritual and cultural heritage of humankind. This derives from the fact that an one-sided progress usually disturbs the equilibrium of a multifaceted society.
The exploration of space (an endeavor to which your service has contributed the most) might be linked to a cultural event of great significance. I therefore suggest that, in addition to the experimental and scientific studies, your next mission to space could include a recitation of selected parts of Homer’s epics (Odyssey and Iliad). Those epics constitute a paramount expression of culture. In my opinion, recitation in space should be delivered in the original version, ancient Greek, with simultaneous subtitling in various languages of the world.
If such an event materializes, it will promote poetry and culture in the human consciousness. Technological and scientific achievements would move from a rather utilitarian framework to a perspective invested with a wider vision of the world.
Madams/Sirs,
I am a teacher of literature. I studied ancient and modern Greek literature and language. My doctorate thesis was in Giorgos Seferis’ poetry (Nobel prize in literature, 1963). Homer is my favorite poet. For the past 25 years, I have been reading his epics of Odyssey and Iliad as a solemn promise, every year.
I was born in Cyprus in the 1950s. That used to be a Homeric time when people still cultivated the earth with the Hesiodian plow and read at night in the candlelight; the economy was almost exchangeable. Researchers have called the language, culture and customs of that period archaic. Within 30 years from this Homeric, archaic world of my childhood, Cyprus reached modern civilization of automation and computers.
This union of archaic and modern in my personal as well as my country’s history makes me suitable, I believe, to participate in the suggested union of Homer with the space era.
Sincerely,
2
Xρυσάνθου Mυλωνά 5
Άγιοι Oμολογητές
Λευκωσία Kύπρος
14 Δεκεμβρίου 1999
NAΣA
(National Aeronautics and
Space Administration)
Oυάσιγκτων, DC 20456-0001
H.Π.A.
Kύριοι
Όλοι τονίζουν την αναγκαιότητα της σύνδεσης των θαυμαστών πράγματι επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων της σημερινής εποχής με την πνευματική και καλλιτεχνική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Γιατί κάθε μονομέρεια στην ανάπτυξη προκαλεί διαταραχή στην ισορροπία των διαφόρων πλευρών της ανθρώπινης κοινωνίας. H εξερεύνηση του διαστήματος, (μια επική προσπάθεια στην οποία η υπηρεσία σας όλοι αναγνωρίζουν ότι πρόσφερε τα μέγιστα) πρέπει πιστεύω να συνδεθεί με μια πολιτιστική εκδήλωση μείζονος σημασίας.
Προτείνω λοιπόν στην επόμενη επανδρωμένη αποστολή στη Σελήνη, εκτός των άλλων πειραμάτων και επιστημονικών παρατηρήσεων, να γίνει απαγγελία διαφόρων τμημάτων από τα έπη του Oμήρου (Iλιάδα και Oδύσσεια) που αποτελούν την κορυφαία εκδήλωση του ανθρώπινου πνευματικού πολιτισμού. H επί της σελήνης απαγγελία θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει από το πρωτότυπο αρχαίο ελληνικό κείμενο με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στις διάφορες γλώσσες του κόσμου, οταν θα μεταδίδεται τηλεοπτικά.
Aν γίνει πραγματικότητα αυτό που προτείνεται θα αποτελέσει μείζονος σημασίας εκδήλωση που θα αναβαθμίσει στη συνείδηση της ανθρωπότητας τη σημασία της ποίησης και του πολιτισμού και θα τονίσει ότι τα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα μπορούν να ξεφύγουν από μια μονοδιάστατα ωφελιμιστική και χρησιμοθηρική προοπτική και να επενδυθούν ένα μυθολογικό και οραματιστικό περιβάλλον.
Kύριοι
Eίμαι φιλόλογος. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Aθηνών αρχαία και νεότερη ελληνική λογοτεχνία και γλώσσα. H διδακτορική μου διατριβή έχει θέμα την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη (Bραβείο Nόμπελ λογοτεχνίας 1963). Aγαπώ τον Όμηρο και εδώ και 25 χρόνια, σαν τάμα, κάθε καλοκαίρι, διαβάζω στις παραλίες της Kύπρου και της Eλλάδας την Oδύσσεια και την Iλιάδα.
Γεννήθηκα στην Kύπρο τη δεκαετία του πενήντα. Ήταν ένας κόσμος ομηρικός• που καλλιεργούσε τη γη του με το ησιόδειο άροτρο, διάβαζε με το κερί τη νύχτα και είχε μια οικονομία σχεδόν ανταλλακτική• με γλώσσα, ήθη και έθιμα που οι μελετητές τα ονόμαζαν αρχαϊκά. Aπό τον κόσμο αυτό της παιδικής ηλικίας, τον ομηρικό – αρχαϊκό, σε διάστημα 30 χρόνων η Kύπρος έφτασε στο σύγχρονο πολιτισμό του αυτοματισμού και των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Aυτή η σύζευξη, αρχαϊκού και μοντέρνου, στην ατομική μου ιστορία καθώς και στην ιστορία του τόπου μου, πιστεύω ότι με κάνει κατάλληλο να συμμετάσχω σ¶ αυτό που πρότεινα στην αρχή που θα συζεύξει τον Όμηρο με την διαστημική εποχή.
Mε εκτίμηση

3
The answer of NASA

NASA Headquarters
300 E St S.W.
Mail Code FEO-2
Washington D.C. 20546
(MW)

Thank you for your letter, dated 14 December 1999, that stored in the archive of NASA, with the number CY 141299.

Advertisements

ΕΛΛΗΝ ΕΝ ΜΕΣΩ ΝΕΟΚΥΠΡΙΩΝ

Οκτώβριος 28, 2015

Ο Θεός, Εκείνη την ώρα, θα μου συγχωρέσει πολλά,
1974 ως τα σήμερα, έζησα Έλλην εν μέσω Τούρκων
1974 ως τα σήμερα, έζησα Έλλην εν μέσω νεοκυπρίων

ΜΙΑ ΕΥΤΥΧΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Οκτώβριος 10, 2015

Χαράς Ευαγγέλια, το 510 σελίδων βιβλίο μου, με τίτλο Φιλολογικά μελετήματα, αποκλείστηκε από τα βραβεία στον τομέα: μελέτη και έρευνα, γιατί αποτελεί αναδημοσίευση από προηγούμενες δημοσιεύσεις σε διάφορα έντυπα, μου εξήγησαν, από τις Πολιτιστικές υπηρεσίες. Ψέμα, υπάρχουν και πρώτες δημοσιεύσεις, όπως το ποίηση και ποδόσφαιρο, που διαβάστηκε σε σχετικό συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, και οι σχέσεις Καρυωτάκη και Σκαρίμπα, που διαβάστηκε σε συνέδριο στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα. Ακόμη, υπάρχουν εισηγήσεις που είναι καταχωνιασμένες σε δυσεύρετους τόμους συνεδρίων (π.χ. Ως προσωκρατικοί μπροστά στην Τρίτη χιλιετία, κλ.π. που διαβάστηκαν στην Ελλάδα και την Κύπρο, όλα αυτά ξεπερνούν τις διακόσιες πενήντα σελίδες του βιβλίου. Ακόμη, όλες σχεδόν οι συλλογές διηγημάτων και ποιημάτων, που έγιναν δεκτές ή βραβεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια, δημοσίευσαν προηγουμένως το περιεχόμενό τους σε διάφορα έντυπα. Πάντως, ευτυχώς που δεν έγινε εξαγωγή του πνεύματος των Κυπριακών Πολιτιστικών Υπηρεσιών και αλλού γιατί οι Δοκιμές του Σεφέρη, και άλλα βιβλία των Ελύτη, Αναγνωστάκη και Βαγενά κ.λπ. θα αποκλείονταν αφού όλα περιλαμβάνουν μελέτες που δημοσιεύτηκαν προηγουμένως σε διάφορα έντυπα.
Δεν υπέβαλλα τα βιβλία μου, έγραψα, μάλιστα, ότι η υποβολή των βιβλίων για βράβευση μειώνει την περηφάνια του Δημιουργού κι ότι η αρμόδια, για τη βράβευση επιτροπή, θα παρακολουθούσε τις εκδόσεις του προηγούμενου έτους και θα βράβευε αυτές που ξεχώριζαν. Εν τέλει βρέθηκε η λύση της βιβλιοθήκης, τα βιβλία θα κατατίθενται σε έναν οικείο χώρο, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη, και από εκεί θα δρομολογούνταν προς τη σχετική Επιτροπή για βράβευση, χωρίς υποβολή και αιτήσεις. Μετρημένη και καλή λύση. Την ακολουθήσαμε, όμως ο χαρακτήρας των δημοσίων υπηρεσιών, που θέλει να έχει μερίδιο εξουσίας με διάφορους νόμους και παραθυράκια για να «διεκπεραιώνει» ότι τους συμφέρει «περιποιήθηκε» το δικό μου βιβλίο, που απορρίφθηκε με αιτιολογία κανονισμό που άκουσα ότι τώρα ακυρώθηκε, έμεινε εν ισχύι μερικούς μήνες, όσο για να «διευθετήσει» (δηλ. απορρίψει,) το δικό μου βιβλίο.
Υπάρχει και κάτι άλλο, με τους αποκλεισμούς της Μορφωτικής Υπηρεσίας απεστάλησαν στην Επιτροπή για κρίση μόνο ένα βιβλίο στο θέμα έρευνα και μελέτη, μα δεν καταλαβαίνετε είπα στον εκπρόσωπο των πολιτιστικών Υπηρεσιών ότι διασύρετε την Κύπρο με τη στάση σας, μια κοινωνία ενός, σχεδόν, εκατομμυρίου ανθρώπων και με έξι επίσημα πανεπιστήμια η κατάθεσή της σε μελέτη και έρευνα είναι μόνο ένα βιβλίο 70 σελίδων, ή μήπως η έρευνα, ο προβληματισμός και η μελέτη είναι οι μεγάλοι περιθωριοποιημένοι της Κύπρου. Αντί αυτό να προκαλέσει συναγερμό σωμάτων και ψυχών πως θα τονώσουμε τη μελέτη και έρευνα για κοινότητες, προσωπικότητες, γεγονότα, οργανώσεις κ.λπ. κρύβουμε και αυτά που εκδόθηκαν, Κύριε ελέησον.
Πάντως διασκέδασα αυτόν τον αποκλεισμό, γιατί με σύνδεσε με τον πρώτο μου εαυτό στον οποίο επιστρέφω. Λοιπόν, ηρεμία ψυχής. Εκδίδω αυτήν την περίοδο στην Αθήνα ένα βιβλίο με διηγήματα. Τόσο αυτό όσα και οποιοδήποτε άλλο βιβλίο θα εκδώσω στο μέλλον δεν διεκδικούν βραβείο, και απαγορεύω στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες να ασχολούνται με το έργο μου. Ουφ, με αυτή τη δήλωση νιώθω ανακουφισμένος και χαρούμενος πια, και πέτυχα μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, απήλλαξα τις πολιτιστικές υπηρεσίες από την ενόχληση να ασχολούνται με τα βιβλία μου και απήλλαξα τον εαυτό μου από τη φθορά να ασχολούνται οι Πολιτιστικές υπηρεσίες με το έργο μου.
Σάββας Παύλου

A la manière de Κ. Vasileiou

Οκτώβριος 6, 2015

1. ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου, είπε περινούστατος ο Θηραίος, υπάρχει στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, είπε, πρωτοδιατυπωμένο. Ήταν το πρώτο μάθημα φιλοσοφίας κι ο καθηγητής ήταν γλαφυρός, σε καθήλωνε, εξηγούσε την κοινότητα του θανάτου κι η φιλοσοφία σε προετοιμάζει για το κοινόχρηστο, την παντοτινή αποχώρηση από τον κόσμο τούτο.
Ύστερα από πολλά χρόνια πέρασα από την γιαγιά να της πω ένα γεια
-Γιαγιά τι κάνεις;
-Περιμένω τον χαρτωμένον, γιε μου
Νόμισα ότι χαριεντιζόταν κι έλεγε, δήθεν, κάτι πονηρό.
-Γιαγιά τι λες; Της είπα. Σοβαρολογούσε-σ’ αυτή την ηλικία ποιον να περιμένω άλλον; Κατάλαβα ότι ο χαρτωμένος ήταν ο Χάρος, τον επόμενο χρόνο τη θάψαμε, έφυγε χαμογελαστή και λιπόσαρκη όπως πάντα, το χαμόγελο έκρυβε τα δόντια που χαθήκαν μα αποκάλυπτε τη γαλήνη και την ομορφιά του προσώπου.
Η γιαγιά η Δεσποινού, που δεκάχρονο μού τόνιζε ότι θα γινόμουν το καλύτερο παιδί, τώρα, οι αρώστιες. Με τρυπούν κάθε μέρα, ενέσεις αντιπηκτικές υποδόριες, άλλες για χημειοθεραπείες, μαγνητικούς και αξονικούς τομογράφους, ενδοσκοπικούς υπερήχους, PET, σκιαγραφικές,μια ζωή τρυπήματα.
Αχ γιαγιά που περίμενες χρόνια τον αρραβωνιαστικό, βαθύτατη μελετητήτρια της φιλοσοφίας του θανάτου. Που έλεγες ότι θα ήμουν το καλύτερο παιδί, πάντα πιο μπροστά εσύ από προγάστορες προφεσόρους του Πανεπιστημίου, πούχουν προγούλια, αχαμνά σώματα και μυλά. Πού να καταλάβουν αυτοί;
2. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος τού ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια,-βρε έχει τέσσερις μέρες που είσαι στην Κύπρο και δεν πέρασες ακόμη απ τον παππού σου; μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, χαιρετίστηκαν, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν, λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;
3. Η ΑΡΧΑΊΑ ΠΛΗΓΉ
Η σπηλιά-αρχαία πληγή της γης, είχε έγνοια και στέγαζε τη νύφη Καλυψώ, την πανωραία, όμως ο Οδυσσέας, με σίγουρο χέρι παραμέρισε τα βάτα, που έφραζαν την είσοδο, παραμέρισε το χνουδωτό θαύμα που σκέπαζε την αρχαία πληγή της Καλυψώς, άρατε πύλες και μπήκε, σπηλιά της σπηλιάς. Ο Οδυσσέας ο αρχαίος παππούς μου, παππούς του παππού μου και του πατέρα μου, παππούς των παιδιών μου και των εγγονιών μου. Εσείς σπαγγοραμμένοι, γαμόσιυστοι, ποιον παππού έσιετε;

Ο ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
Δεν ήξερε καν το όνομά μου, είδε τις τρεις συλλογές, όλες όσες έβγαλα ίσαμε σήμερα, στις εκδόσεις Δέντρο, ρώτησε. Τις πήρε, όλη μέρα τις κοιτάζει, υπογραμμίζει συνέχεια, τις γέμισε με ν και χ, μου είπε απ’ το τηλέφωνο που με πήρε για τη γιορτή μου, είχε καιρό να της μιλήσω, κατάλαβα όμως ότι γι αυτόν μ’ άφησε. Τον σκέφτομαι να διαβάζει την «’Απιστη», λίγο επαρμένος γι αυτό, αυτός ήταν ο νικητής. Σκέφτομαι μετά να διαβάζει «Τη αγνώστω γυναικί», χθόνια μεθυστική, η άγνωστη μέσα στο απροσδιόριστο και στο μυθώδες, το χέρι του ακουμπά στη ράχη και γλιστρά κάτω, χουφτώνει τις καμπύλες της, «Τη αγνώστω γυναικί», όμως τώρα είναι συγκεκριμένη, η πρώην δικιά μου, πέρασα κοντά της τρία παραδεισένια καλοκαίρια, Είναι και ο «Κόλπος του Οκτώβρη», είχαμε πάει σ’ ένα ωραίο όρμο, όμως ήταν πρώτες του Οκτώβρη, δεν υπήρχε άλλος, καταλήξαμε πίσω από κάποια βράχια, η ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ζεστή του Οκτώβρη, η Ελλάδα ωραία, έγραφα για τα γλυφά νερά του κόλπου, για τα γλυφά υγρά της, σπάραξε από χαρά το μικρό μου, η φωνή του παραπονεμένη ενός παιδιού, η δική μου ένα μουγκρητό γελάδι που το σφάζουν, ανάθεμά τα να πετούσα τα ποιήματά μου από το μπαλκόνι, όταν τα σπέρνεις δεν ξέρεις που θα πέσουν όμως έναν καλό στίχο κομμάτι του ουρανού ζητάμε κι ας το χαρεί αντίπαλοςή φίλος, καλός ή κακός
A la manière de Κ. Vasileiou
ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου, είπε περινούστατος ο Βουδούρης, υπάρχει στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, πρωτοδιατυπωμένο. Ήταν το πρώτο μάθημα φιλοσοφίας κι ο καθηγητής ήταν γλαφυρός, σε καθήλωνε, εξηγούσε την κοινότητα του θανάτου, κι η φιλοσοφία σε προετοιμάζει για το κοινόχρηστο, την παντοτινή αποχώρηση από τον κόσμο τούτο.

Ύστερα από πολλά χρόνια πέρασα από την γιαγιά να της πω ένα για
-Γιαγιά τι κάνεις;
-Περιμένω τον χαρτωμένο, γιε μου
Νόμισα ότι χαριεντιζόταν κι έλεγε δήθεν κάτι πονηρό
-Γιαγιά τι λες; Της είπα. Σοβαρολογούσε-σ’ αυτή την ηλικία ποιον να περιμένω άλλο; Κατάλαβα ότι ο χαρτωμένος ήταν ο Χάρος, τον επόμενο χρόνο τη θάψαμε έφυγε χαμογελαστή και λιπόσαρκη όπως πάντα, το χαμόγελο έκρυβε τα δόντια που χαθήκαν μα αποκάλυπτε τη γαλήνη και την ομορφιά του προσώπου.
Η γιαγιά η Δεσποινού, που δεκάχρονο μού τόνιζε ότι θα γινόμουν το καλύτερο παιδί, τώρα οι αρρώστιες, με τρυπούν κάθε μέρα, ενέσεις αντιπηκτικές υποδόριες, άλλες για χημειοθεραπείες, μαγνητικούς και αξονικούς τομογράφους,PET, ενδοσκοπικούς υπερήχους, σκιαγραφικές, μια ζωή τρυπήματα.
Αχ γιαγιά που περίμενες χρόνια τον αρραβωνιαστικό, βαθύτατη μελετήτρια της φιλοσοφίας του θανάτου. Που έλεγες ότι θα ήμουν το καλύτερο παιδί, πάντα πιο μπροστά από προγάστορες προφεσόρους του Πανεπιστημίου, πού ’χουν προγούλια, αχαμνά σώματα και μυαλά. Πού να καταλάβουν αυτοί;

2. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος του ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια, μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λλίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά, για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;

3. Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΛΗΓΉ
Η σπηλιά-αρχαία πληγή της γης, είχε έγνοια και στέγαζε τη νύφη Καλυψώ, την πανωραία, όμως ο Οδυσσέας, με σίγουρο χέρι παραμέρισε τα βάτα, που έφραζαν την είσοδο, παραμέρισε το χνουδωτό θαύμα που σκέπαζε την αρχαία πληγή της Καλυψώς, άρατε πύλες και μπήκε, σπηλιά της σπηλιάς. Ο Οδυσσέας ο αρχαίος παππούς μου, παππούς του παππού μου και του πατέρα μου, παππούς των παιδιών μου και των εγγονιών μου. Εσείς ρε σπαγγοραμμένοι, ρε γαμόσιυστοι, ποιον παππού έσιετε;
Ο ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
Δεν ήξερε καν το όνομά μου, είδε τις τρεις συλλογές, όλες όσες έβγαλα ίσαμε σήμερα, στις εκδόσεις Δέντρο, ρώτησε. Τις πήρε, όλη μέρα τις κοιτάζει, υπογραμμίζει συνέχεια, τις γέμισε με ν και χ, μου είπε απ’ το τηλέφωνο που με πήρε για τη γιορτή μου, είχε καιρό να της μιλήσω, κατάλαβα όμως ότι γι αυτόν μ’ άφησε. Τον σκέφτομαι να διαβάζει την «’Απιστη», λίγο επαρμένος γι αυτό, αυτός ήταν ο νικητής. Σκέφτομαι μετά να διαβάζει «Τη αγνώστω γυναικί», χθόνια μεθυστική, η άγνωστη μέσα στο απροσδιόριστο και στο μυθώδες, το χέρι του ακουμπά στη ράχη και γλιστρά κάτω, χουφτώνει τις καμπύλες της, «Τη αγνώστω γυναικί», όμως τώρα είναι συγκεκριμένη, η πρώην δικιά μου, πέρασα κοντά της τρία παραδεισένια καλοκαίρια, Είναι και ο «Κόλπος του Οκτώβρη», είχαμε πάει σ’ ένα ωραίο όρμο, όμως ήταν πρώτες του Οκτώβρη, δεν υπήρχε άλλος, καταλήξαμε πίσω από κάποια βράχια, η ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ζεστή του Οκτώβρη, η Ελλάδα ωραία, έγραφα για τα γλυφά νερά του κόλπου, για τα γλυφά υγρά της, σπάραξε από χαρά το μικρό μου, η φωνή του παραπονεμένη ενός παιδιού, η δική μου ένα μουγκρητό γελάδι που το σφάζουν. Ανάθεμά τα να πετούσα τα ποιήματά μου από το μπαλκόνι, να τα έκαια στο τζάκι, όταν τα σπέρνεις δεν ξέρεις που θα πέσουν, όμως για έναν καλό στίχο ζούμε, ένα στίχο κομμάτι ουρανού ζητάμε κι ας το χαρεί καλός ή κακός αντίπαλος ή φίλος,

ημερολογιακα

Σεπτεμβρίου 24, 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ
1) 18/ 2/ 2015
Ναι, οι μεγάλοι πρέπει να αποχωρούν, έρχονται νέες γενιές με άλλες γνώσεις, άλλα βιώματα, αξιολογήσεις και ευαισθησίες. Πριν λίγες μέρες, στο διαμέρισμα του Γ. Τρ. αυτός, (κάτω από σαράντα), μιλούσε για τη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους Ευρωπαίους, τις δυσκολίες που συναντούσε, ότι επέπεσαν όλοι απάνω της σαν μαύρα κοράκια.
Άρχισα τότε να λέω το τραγούδι «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά πέσαν απάνω στην εργατιά», γιατί νόμιζα ότι παρέπεμπε σ’ αυτό το τραγούδι η φράση του «μαύρα κοράκια». Έκθαμβος ανακαλύπτω ότι δεν το είχε ακούσει ποτέ και δεν το γνώριζε. Όταν ήμουνα νέος το τραγούδι αυτό ήταν γνωστό σε όλους τους συνομήλικους μου, μέσα στο πνεύμα της τότε εποχής το είχαμε ακούσει και το είχαμε τραγουδήσει χιλιάδες φορές, στις ταβέρνες και στις συγκεντρώσεις. Υπάρχει, λοιπόν, διαφορά, πρέπει να αποχωρήσω.
19/2/2015

2) ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ
Σήκωσα το πρόσωπο, πανσέληνος, Αύγουστος 2015, ίσως η τελευταία πανσέληνος στη ζωή μου, μπορεί να μην προλάβω άλλη, την κοιτάζω καλά, τις σκιές της, το φως της, τελευταία; Πάντως το 20915, τον Αύγουστο θα υπάρχει πανσέληνος, αν ζω θάμαι 965 χρόνων, δεν γίνεται. Καλύτερα, θα κοιτάξουν την πανσέληνο, δεκαοχτάχρονοι με την εύγραμμη σάρκα τους νευρώδεις και έτοιμοι, με όνειρα και δυνάμεις για ξόδεμα, θα νιώσουν τη μυστική της πνοή, εγώ ξεχάστε με.

3. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος του ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια, μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;
4. ΜΙΑ ΑΣΤΡΑΠΗ ΕΙΝ’ Η ΖΩΗ
Μια αστραπή ειν’ η ζωή κιαν είδες είδες
Είδα, όταν έβγαλα απ’ την τσέπη το σύμπαν και το κοίταξα σαν ρολόι

5.ΠΑΡΙΣΙ 2016
19/2/2015
Επιστροφή από το Παρίσι, εξετάσεις στη Σαλπετριέρ, μένουμε στο ξενοδοχείο Μπραζίλ, έξω σε εντοιχισμένη πινακίδα αναγράφεται ότι σ’ αυτό το ξενοδοχείο έμενε ο Σίγκμουντ Φρόυντ στη δεκαετία του 1870. Στο πιο κάτω ξενοδοχείο αναγράφεται ότι εκεί έμενε ο Ρεμπώ, στο πιο πάνω η πινακίδα αναγράφει ότι εκεί, το 1919, έμενε ο Αντρέ Μπρετόν, εκεί δρομολόγησε το κίνημα του σουρεαλισμού και έγραψε τα μαγνητικά τοπία. Το Παρίσι είναι ιστορική πόλη και αναδεικνύει, με κάθε τρόπο, την ιστορία της, και η Κύπρος είναι γεμάτη ιστορία, όμως η ιστορία της είναι ελληνική και πρέπει να αποκρύβεται.

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Αύγουστος 28, 2015

Πολυτεχνείο ο Σωτηράκης ο Ιωαννίδης, ο οδοντοτεχνίτης, μια κορώνα στο κεφάλι και δεν θα ζήσεις Αργότερα στο γηροκομείο του Δήμου
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΜΗΤΣΙδημοσιογραφική διάσκεψη
Παραθέτωντας τις μνήμες για το ’74 και πέριξ, άφηνα πάντα παράμερα το θέμα Πολυτεχνείο, γιατί δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Όλη η μυθολογία της μεταπολίτευσης βασίζεται στην προβολή του Πολυτεχνείου, ότι αυτό έριξε τη Χούντα και στην απόκρυψη της Κυπριακής τραγωδίας. Το πολυτεχνείο δεν έριξε τη χούντα, βοήθησε την αντικατάστασή της από μια χειρότερη εκδοχή, αυτή του Ιωαννίδη. Απλώς η χούντα ύστερα από έξι χρόνια καταστολής και κυριαρχίας προέβη, με το πείραμα Μρκεζίνη, σε προσπάθεια νομιμοποίησης και ανοχής, η κυβερνώσα ελίτ δεν μπορούσε να κυβερνούσε όπως παλιά και οι κυβερνώμενοι, αντίστοιχα, δεν μπορούσαν να διοικούνται όπως παλιά και όπως προχώρησε η χούντα σε μια αποσυμπίεση όρμησαν να καλύψουν το κενό, που άφησε, ή, ακόμη, να πάνε παραπέρα, οι εξάρσεις, λοιπόν, ήταν αναμενόμενες για όσους κατέχουν κάποια στοιχειώδη γνώση των κοινωνικών εξελίξεων. Παρενθετικά πρέπει να πω ότι αυτή την περίοδο δούλευα σε μια οικοδομή δίπλα από το σπίτι μου, πήγαινα εκεί με τα πόδια και έπιανα δουλειά. Τα μαλλιά μου ήταν ακούρευτα και μακριά και γέμιζαν σοβάδες και πάντα ήταν μεγάλο βάσανο να τα καθαρίσω, μετά την οικοδομή, τα έκοψα,λοιπόν, κοντά όπως και τα γένια και ησύχασα, αυτό με βοήθησε να κινούμαι μετά το πολυτεχνείο με άνεση γιατί τότε κάθε μακρυμάλλης με γένια γινόταν αμέσως ύποπτος.Έτυχε μπροστά μου νέοι με γένια και μακριά μαλλιά να συλλαμβάνονται, να λοιδωρούνται, να χτυπιούνται. Όμως, αυτή την περίοδο, λίγο πριν από το Πολυτεχνείο, ενδεικτικά για τον τρόπο που εξηγεί η παραδοσιακή αριστερά τα κοινωνικά φαινόμενα είναι και τα γεγονότα που σχετίζονταν με τον Κοεμτζή, ένας συμφοιτητής που μας καθοδηγούσε για το θέμα μάς εξηγούσε: είδαν την προσοχή του κόσμου να στρέφεται προς τις πολιτικές εξελίξεις, του δώσαν αρκετά και του είπαν πάρε ένα μαχαίρι και σφάξε αρκετούς, έτσι η προσοχή του κόσμου στράφηκε αλλού, απίστευτο μα αληθινό. Η προβοκατορολογία ήταν πάντοτε απλοϊκή και προσφιλής μέθοδος ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων στην παραδοσιακή αριστερά της Ελλάδας. Εγώ ξέρω ότι τα κίνητρα του Κοεμτζή δεν ήταν ταπεινά. Έτρεξα και μπήκα στο Πολυτεχνείο όπως έτρεξε και πολλής άλλος κόσμος, όπως ανέφερα,η χούντα δεν μπορούσε να διοικεί με τον παλιό τρόπο, προσπαθούσε να αναπροσαρμοστεί, ο κόσμος δεν μπορούσε να διοικείται με τον παλιό τρόπο, προσπαθούσε ν βρει τη θέση του, γέμισε τη θέση που άφησε η Χούντα στα πλαίσια αναπροσαρμογής και δοτής φιλελευθεροποίησης και προχώρησε πάρα πέρα. Κι εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου, βρήκα ένα σίδεροκαι μέσα στα δακρυγόνα, άναψα φωτιά σταο περιεχόμνό της και τη χτυπούσα μανιασμένος με το σίδερο, ώρες μανιασμένοςαπό το απόγευμα μέχρι ταμμεσάνυχτακι.οταν τα δακρυγόνα έγιναν ανυπόφορα έβρεξα με νερότην εσωτερική φανέλα και κάλυωα το πρόσωπο μου και συνέχισα να χτυπώφέρναν τραυματισμένους μέσα στο Πολυτεχνείο και μεις λέγαμε καθησυχαστικά ότι ήταν από σφαίρες πλαστικές, δεν ήταν έτσιΚάποια στιγμή κατέβηκα με τα πόδια στην Ακαδημίας και βρήκα το περίπτερο που πουλούσε κυπριακές φηρίδες, Κινούνται τα τανκς έγραφαν η εφημερίδα πρώτο τίτλο τα Νέατην πήγα στα προπύλαια του Πολυτεχνείουκαι την κόλλησα και έγραψα με μαρκαδόρο συνθήματα υπέρ του Λυσσαρίδη και της ΕΔΕΚ. Όμως η Επιτροπή του Πολυτεχνείου αφαίρεσε την εφημερίδα, σκέφτηκαν ότι η είδηση κινούνται τα τανκς θα προκαλούσε φόβο
Αργά τη νύχτα, βρισκόμουν σε μια βεράντα του Πολυτεχνείου, σκεφτικός και συμμαζεμένος. Η αύξηση των συμμετοχών γύρω και μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν γεωμετρική, αν η Χούντα άφηνε τα πράγματα να εξελιχτούν ως το Σαββάτο το μεσημέρι θα ήταν ανεξέλεγκτα γι’ αυτήν. Είπα, σήμερα ως τις τέσσερις το πρωί θα έλθουν με ελικόπτερα, με τρένα, με τεθωρακισμένα, μα το Πολυτεχνείο θα αδειάσει. Ένας μαθητής μα είδε εκεί σκεφτικό και αμίλητο έξω από το γενικό κλίμα των φωνών και των συνθημάτων, πλησίασε και με ρώτησε: -Τι θα γίνει ρε φίλε, θα νικήσουμε;
Απάντησα ήρεμα ότι έχει σημασία το ότι δεν καθίσαμε σπίτι σαν τις κοτούλες και είμαστε εκεί που έπρεπε. Με άκουγε με προσοχή. Σε λίγο είδαμε το τανκς που προχωρούσε στην πύλη, να την ρίχνει κάτω. Είδαμε την πτώση, πιστέψαμε ότι λιώσανε άνθρωποι στην πύλη. Σε δύο λεπτά το Πολυτεχνείο γέμισε στρατιώτες που επιτακτικά έθεταν το θέμα της εκκένωσης. Αρχίσαμε να τρέχουμε προς την έξοδο, ένα άλλο παιδί, μαθητής που ήταν στο Πολυτεχνείο, ύψωσε μια σανίδα εναντίον ενός ανθυπολοχαγού, αυτός τράβηξε το όπλο, ένας γενειοφόρος αγκάλιασε τον ανθυπολοχαγό Όχι αίμα αδελφικό του είπε, το κακό αποφεύχθηκε. Θαύμασα τον γενειοφόρο φοιτητή για την άμεση αντίδρασή του, εγώ δεν μπορούσα να φερθώ έτσι καίρια και αποτελεσματικά. Οι φοιτητές έκαναν παρατήρηση στον μαθητή που έριξε τη σανίδα, συνεχίσαμε να τρέχουμε προς την έξοδο. Η στάση των στρατιωτών ήταν καλή, μερικοί έδωσαν τσιγάρα, άλλοι μας έδιναν πληροφορίες που μας περίμενε η ασφάλεια για να την αποφύγουμε, άλλοι βοήθησαν να πηδήξουν τον τοίχο οι φοιτητές και να βγουν όχι από την κύρια είσοδο. Βγαίνοντας από την πύλη μια σκέψη μας μάτωνε ότι κάτω από τα πόδια μας είχαν σκοτωθεί άνθρωποι με την είσοδο του τανκ και την πτώση της πύλης, ευτυχώς δεν ήταν αληθινό. Οι στρατιώτες έκαναν ένα διάδρομο που οδηγούσε στην Πύλη και μετά έξω από το πολυτεχνείο, δίπλα από τον περίβολο, δίπλα από τον τοίχο είχε μια σειρά από στρατιώτες και μεις προχωρούσαμε ανάμεσα στον τοίχο και την σειρά των στρατιωτών Η Ασφάλεια όμως άπλωνε το χέρι και άρπαζε φοιτητές που είχε σημαδέψει ή για λόγους τυχαίους και τους συλλάμβανε. Κάποτε ο διάδρομος των στρατιωτών τέλειωνε και εκεί μας περίμεναν η ασφάλεια και ομάδες παρακρατικών.
-Λαοκρατία ε!, μου είπε κάποιος και με χτύπησε με μια σανίδα στο στομάχι. Διπλώθηκα, έτρεξα, στην απελπισία μας χτυπούσαμε τα κουδούνια των διαμερισμάτων, κάποιο ανταποκρίθηκε και πάτησε το κουμπί που ανοίγει η πόρτα,τρέξαμε ενεβήκαμε τις σκάλες και μπήκαμε στο φιλόξενο διαμέρισμα, είμασταν τόσοι πολλοί που δεν μας χωρούσε, καθήσαμε κάτω στο πάτωμα όσο μπορούσαμε πιο οικονομικά και περιμέναμε. Ήμουνα στην κουζίνα κάποια φοιτήτρια είδε την εφημερίδα στο τραπέζι της κουζίνας και τη ζήτησε.Ήταν η Ακρόπολη, μα, αυτή είναι από τις άλλες είπε αγανακτισμένη,της κάναμε παρατήρηση να σιωπήσει, οι άνθρωποι μας άνοιξαν το διαμέρισμά τους, ποια εφημερίδα είχαν αγοράσει δεν μας ενδιέφερε. Εξ άλλου άντρας και γυναίκα βρίσκονταν στο σαλόνι και κυταζαν όλες τις εφημερίδες,ένας μεγάλος σωρόςόλες οι εφημερίδες οι πρωινές του Σαββάτου και τις κοίταζαν. Η στάση αυτής της φοιτήτριας με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τη νοοτροπία των Ελλήνων προοδευτικών, πάντοτε έχουν τη στάση ότι οι άλλοι όλοι τους χρωστούν ότι πρέπει να έχουν την εφημερίδα της αρεσκείας τους όταν τους ανοίγουν για να τους δώσουν καταφύγιο.
Ο άντρας κάποια στιγμή έκανε παζάρι με τους αστυνομικούς, ήμουν στο μπαλκόνι της κουζίνας και τον άκουα, εντύπωση μου έκανε ο σεβασμός των αστυνομικών που του μιλούσαν, είναι κάποια παιδιά πάνω, πρέπει να φύγουν να πάνε σπίτι τους, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε, ζητούσε να τον διαβεβαιώσουν,θα τα αφήσατε, εν τάξει τον διαβεβαίωσε ο αστυνομικός, μας είπαν ότι μπορούμε να φύγουμε,ορμήσαμε κάτω και κατευθυνθήκαμε προς τα σπίτια μας.Ύστερα από χρόνια παρακολουθούσα μια εκπομπή στην τηλεόραση για τον Μίμη Τραϊφόρο και τη Σοφία Βέμπο, μιλούσε ο Τραϊφόρος στον δρόμο, ίδιος ακριβώς όπως όταν διαπραγματευόταν με τους αστυνομικούςΚαι τότε κατάλαβα ότι μετά το Πολυτεχνείο βρήκαμε καταφύγιο στο διαμέρισμα της Σοφίας Βέμπο Όμως Ο Μάνος Κώστας δεν επέστρεψε, φοβηθήκαμε,φόβος που μεγάλωνε όσο οι μέρες περνούσαν, άρχισα να τρέχω στα νοσοκομεία με τη βοήθεια του Μιχάλη Κουρμούση που είμασταν συμφοιτητές στη δημοσιογραφική και δούλευε στο Ερυθρό Σταυρό και είχε αέρα με τα νοσοκομεία, έπαιρνα ταξί και τρέχαμε στα διάφορα νοσοκομεία, ο Μιχάλης Κουρμούσης πήγαινε και ρωτούσε αν κάποιος Μάνος Κώστας ήρθε στο νοσοκομείο νεκρός ή τραυματίας, όχι απαντούσαν. θα πήγαμε σε δέκα νοσοκομεία. Σάββα δεν βρέθεται, η μόνη λύση είναι να πάμε στο νεκροτομείο και να δεις τους νεκρούς αν είναι μέσα, ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το δεχτώ, ή ακόμη, να το ακούσω Σημειώνω ότι το κοντό μαλλί μου με βοηθούσε,καλοκουρεμένος και κοντοκουρεμένος κυκλοφορούσα άνεσα, είδε μπροστά στα μάτια μου αστυνονομικούς και ασφαλίτες να λοδορούν, να φέρονται σκαιόταττα, να χτυπούν ή να συλλαμβάνουν φοιτητές με γένια και με μακριά μαλλιά, όπως ήμουν εγώ πριν δέκα ημέρες. Το νεκροτομείο ήταν αφόρητο, δεν μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά, να κοιτάζω τους νεκρούς να δω αν ήταν ο Μάνος, τότε θυμήθηκα τον Κρανιδιώτη, τον πρέσβη της Κύπρου στην Αθήνα, έτρεξα στην πρεσβεία,του μίλησα για τον Μάνο την εξεφάνιση και τις ανησυχίες μας, έκανε λοιπόν υπόμνημα και ρωτούσε για την τύχη του, την άλλη μέρα ο Μάνος αφέθηκε ελεύθερος. Το χαρήκαμε και το γιορτάσαμε όλοι, ο Κρανιδιώτης έδρασε καιρια.

ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΘΩΟΥ

Αύγουστος 5, 2015

ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΘΩΟΥ
(Του ’74)

Αυτόπτης,
Αυτήκοος,
Αυτογεύστης,
αυτοσφράντης / αυτοοσφραντής,
αυτοάπτης.
Είχα πάρει τηλέφωνο τον Μενέλαο Χριστοδούλου που μου συμπλήρωσε τον κατάλογο με τις τρεις τελευταίες λέξεις. Την προηγούμενη μέρα, με είχε βγάλει στο ραδιόφωνο ο Δημήτρης Κοσμόπουλος. Ήθελε μαρτυρίες στην εκπομπή του για το 1974, 30 ακριβώς χρόνια από τότε. Όταν έφτασα στη σκηνή του νοσοκομείου, όταν ανάφερα ότι είδα τους τραυματίες και νεκρούς του πολέμου, λύγισα σε λυγμούς, δυσκολεύτηκα να συνεχίσω. Ο Κοσμόπουλος με ρώτησε αν έπρεπε να διακόψει την εκπομπή, ρίχνοντας μουσική.
Πρώτη φορά μιλούσα για τις μνήμες του καλοκαιριού αυτού. Πάντοτε σε όλες τις εκπομπές που βγήκα μίλησα για το Κυπριακό και για τόσα άλλα θέματα με αποφασιστικότητα και ηρεμία. Λυγμοί και κλάματα μου φαίνονταν πάντα απωθητικά, γι’ αυτό και νευρίασα με τον εαυτό μου, για την εικόνα που παρουσίασα, για τον ήχο που έδινα. Αποφάσισα να καταγράψω στο χαρτί τη δική μου μαρτυρία και να μην ξαναμιλήσω γι’ αυτά ποτέ. Μαρτυρία λιτή, χωρίς θεωρητικές συζητήσεις και αναλύσεις, ό,τι είδα και άκουσα, μια γραφή αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα σκέφτηκα. Και κει αναρωτήθηκα για τις άλλες αισθήσεις, γιατί να αποκλειστεί η δική τους μαρτυρία, όσο και αν θεωρείται φτωχική, όσο και αν ο μέγας, ο Ηράκλειτος, όταν διαλογίζεται για την αξιολόγηση των αισθήσεων επιμένει μόνο στην όραση και την ακοή: «Οφθαλμοί των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες».
Όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μυρωδιά που άπλωσε σε όλη την Κύπρο στον πρώτο γύρο της εισβολής, μυρωδιά που σου έπνιγε την ψυχή, πυρπολημένης γης και αποκαϊδιών, ακόμη, απόμακρα, οσμή σμπαραλιασμένης και καμένης σάρκας. Ποια θα ήταν η μαρτυρία των δικών μου αισθήσεων, όλων όμως; Στην τελευταία αίσθηση ο Μενέλαος Χριστοδούλου προτείνει: αυθάπτης. Αντιδρώ, ομοιοκαταληκτεί με το νεκροθάπτης κι είναι ιερή για μένα η μαρτυρία της αφής. Έχεις δίκαιο, μου λέει, από τους αλεξανδρινούς χρόνους επικράτησε να μη γίνεται η συναίρεση, νομιμοποιούμαστε λοιπόν να πούμε αυτοάπτης.
Πήρα τις λέξεις μου που ήθελα, μπορώ να ξεκινήσω. Σκέφτομαι ότι η ζωή μου παίχτηκε και χάθηκε τις χρονιές 1973- 1975 (Νομική, Γενεύη, Πολυτεχνείο, Πραξικόπημα, Παλαιστίνιοι) και γι’ αυτά πρέπει να μιλήσω για λίγα πριν από το κύριο σημείο, που με σπαράζει, δηλαδή το καλοκαίρι του ’74 και την εισβολή. Όμως πρέπει να δώσω μια εξήγηση για τον τίτλο: Στη στάση την τρομακτική του αθώου.
Αγαπούσα και αγαπώ πολύ το «Αυτοψία» από το Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, του Ελύτη, κάποιοι στίχοι ακτινοβολούσαν συνεχώς, κάποιοι όχι. Κάποτε θύμωσα με τον γιο μου Αχιλλέα, εξάχρονο αγοράκι τότε, του έβαλα τις φωνές. Γύρισε και με κοίταξε έκθαμβος, παραπονεμένος, πονεμένος, με το μένος της αθωότητας, ανυπεράσπιστος. Όλα αυτά αποτυπωμένα στο βλέμμα του, ένα βαθύ βλέμμα. Μα δεν έχω καμιά σχέση μ’ αυτό που μου λες, διατύπωσε την αθωότητά του. Πράγματι δεν είχε σχέση. Τότε, εκείνη τη στιγμή, ο στίχος «στη στάση την τρομακτική του αθώου» σοφίλιασε στο μυαλό μου, ήταν ο πιο καίριος στίχος.
Τι ήταν η Κύπρος το 1974; Ένα αθώο και ανυπεράσπιστο αρνίον που το κατάσφαξαν αναίτια οι Τούρκοι, σε συνεννόηση με τους χουντικούς, τους Αμερικανούς, τους Άγγλους και όλη τη διεθνή υποκρισία.

ΝΟΜΙΚΗ

Πήγα στην Αθήνα αντιχουντικός, δεν ήταν η συνήθης αντιεξουσιαστική στάση των νεαρών που αντιπολιτεύονται εξουσίες και κυβερνήσεις, δεν ήταν τα διαβάσματά μου, όλα αριστερά, Σάρτρ, Καμύ κ.λπ., ήταν και η στάση της Χούντας με την ελληνική μεραρχία, η ανάκλησή της. Ήταν η πρώτη πράξη για να αφεθεί η Κύπρος ανυπεράσπιστη στην τουρκική βουλιμία. Η γενικότερη στάση ήταν εθνική αντιχουντική, με ψήγματα αντιδικτατορικά. Φτάνοντας στην Αθήνα ήμασταν περιχαρακωμένοι από την ελλαδική κοινωνία, δεν είχαμε δεσμούς και γνώση, εξ άλλου ο Κύπριος φοιτητής ξεχώριζε στην ελληνική κοινωνία, (προφορά, γενικά καλύτερη οικονομική κατάσταση), ας μη ξεχνούμε, ακόμη, ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ το 55-59, οι βομβαρδισμοί της Τηλλυρίας, ήταν νωποί και συγκινούσαν.
Μα ακόμη δεν υπήρχε αντιχουντική δραστηριότητα που να σε παρασύρει και να σε εντάξει και σένα, η ατμόσφαιρα στην ελληνική κοινωνία ήταν απλώς αντιχουντικά κουμπωμένη.
Η αντιχουντική στάση μας εξαντλείτο σε συζητήσεις με άλλους Κύπριους και Ελλαδίτες συμφοιτητές, άλλη εκδήλωση: τα τραγούδια, κυρίως του Θεοδωράκη. Η μόνη δραστηριότητα: Συνθήματα εναντίον της χούντας στα πακέτα των τσιγάρων και των σπίρτων, στα έδρανα του σπουδαστηρίου. Ίσως να υπάρχει ακόμη στο φιλοσοφικό σπουδαστήριο «Το κάτω η χούντα», άνοιξα το συρτάρι και το έγραψα. Στην κηδεία του Σεφέρη εκφράστηκαν οι πρώτες αντιχουντικές σπίθες μας δημόσια. Όμως και σήμερα γράφουν κείμενα για την κηδεία του Σεφέρη, παγκοίνως παραδεκτά, παίρνουν την έξωθεν καλή μαρτυρία από όλους, πρόσφατα διάβασα ένα κείμενο του Λ. Ζ. στη Νέα Ευθύνη, με αφορμή ένα στεφάνι στην κηδεία αυτή.
Ένας σύγχρονος άνθρωπος που γράφει γι’ αυτή την κηδεία, ύστερα από σαράντα τρία χρόνια, έπρεπε να περάσει από το μυαλό του η σκέψη, από αυτούς που μαζεύτηκαν εδώ σ’ αυτή την κηδεία πόσοι θα μας ποδοπατούν όταν φύγει η Χούντα, πόσοι είναι καιροσκόποι. Τίποτα, αρεστά όλα σε όλους.
Το κλείσιμο στη Νομική ήταν ένα άλμα στο φοιτητικό κίνημα. Προηγήθηκαν πολλά, κυρίως μια άνθηση της πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Διαλέξεις, εκθέσεις, εκδηλώσεις, θέατρο, κινηματογράφος (Γούντστοκ, Φράουλες και αίμα, Ξέγνοιαστος καβαλάρης, αρχές του νέου ελληνικού κινηματογράφου), ακόμη θυμούμαι τη συγκίνηση που έφεραν αυτές οι ταινίες. Η κηδεία του Σεφέρη μετεξελίχθηκε εν τέλει σε αντιχουντική εκδήλωση, όμως ήταν περιορισμένη, εδώ στη Νομική ο βαλλόμενος στόχος ήταν ευκρινής, η ιδεολογία ήταν καθαρή και χωρίς ψιμυθιώματα. Πηγαδάκια, συζητήσεις, συνελεύσεις, χοροί, τραγούδια, έντυπα, συνθήματα, δράση, κυρίως μαζικότητα -πολλοί φοιτητές με απόφαση δράσης μέσα στο κτήριό της. Η χούντα προηγουμένως βοήθησε τα πράγματα να εξελιχθούν και να ριζοσπαστικοποιηθούν, με στρατεύσεις των φοιτητών, ανακρίσεις, βασανιστήρια, συλλήψεις, και νοθεία στις φοιτητικές εκλογές, όταν αναγκάστηκε να τις προκηρύξει.
Ο χρόνος συμπυκνώνεται, η συνειδητοποίηση κορυφώνεται, πράξεις που δεν τις περιμένεις ανασπειρώνονται, στις κρίσιμες ώρες. Έγκλειστοι μέσα κάποια στιγμή διατυπώθηκε ο φόβος ότι οι χουντικοί θα άναβαν το γκάζι με κίνδυνο έκρηξης. Σε ένα δευτερόλεπτο όλοι έσβησαν τα τσιγάρα. Άνθρωποι της πρώην ΕΚΟΦ προσπάθησαν να παραβιάσουν την είσοδο, σε ένα λεπτό μεταφέρθηκαν οικοδομικά υλικά που ήταν κάπου στοιβαγμένα για επισκευές, μεταφέρθηκαν για να ενισχύσουν την πόρτα.
Ήρθε ένας παπάς, έφερε πληροφορίες και κάποια τρόφιμα, αυθόρμητα το αμφιθέατρο άρχισε να φωνάζει -τιμημένα ράσα, τιμημένα ράσα. Ο οποιεσδήποτε αντικληρικαλισμός μας, απότοκος κυρίως ριζοσπαστικών διαβασμάτων, χάθηκε. Έμενε μόνη η συγκίνηση της συμπαράστασης. –Τιμημένα ράσα.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση από ένα ψήφισμα συμπαράστασης που μας ήρθε από το εξωτερικό. Μας έδειχνε πως δεν είμαστε μόνοι, απομονωμένοι σε ένα κτήριο, περικυκλωμένοι και μοναξιασμένοι, ο κόσμος μας παρακολουθούσε, μας έκρινε, ήταν μαζί μας. Αργότερα, στη Γενεύη εξηγούσα πόσο σημαντικό ήταν αυτό το ψήφισμα συμπαράστασης και τα συναισθήματα που προκαλούσε. Ήταν εκεί, στη Γενεύη, όλοι οι εκπρόσωποι αντιστασιακών οργανώσεων. Στο Πολυτεχνείο μετά, τα ψηφίσματα συμπαράστασης από το εξωτερικό έπεφταν βροχή.
Στη ταράτσα της νομικής κρατούσα μπροστά στο πρόσωπό μου ένα βιβλίο της Κάρεν Χόρνεϋ, που μου είχε δανείσει ο Άγγελος, το είχα ανοικτό και έκρυβα το πρόσωπό μου, γιατί μας είπαν ότι μας φωτογράφιζε από απέναντι η ασφάλεια, που έκοβε φάτσες. Κάποια στιγμή αηδίασα, βαρέθηκα και κατέβασα το βιβλίο φωνάζοντας –Φωτογραφίστε μας, χτενιστήκαμε. Δεν ξαναέκρυψα το πρόσωπό μου. Τότε μου τράβηξαν τη φωτογραφία, στην ταράτσα, που έκανε το γύρω του κόσμου, δημοσιεύτηκε σε έντυπα και βιβλία.
Κάτω στον δρόμο μας απειλούσε και μας λοιδορούσε ένας μακρυμάλλης με μπλου τζην. Τον έβλεπα από την ταράτσα και μου έκανε εντύπωση, πρώτη φορά έβλεπα τέτοια εικόνα, τότε μακριά μαλλιά και τζην σήμαιναν αμφισβήτηση και μοντέρνο πνεύμα, αυτός ήταν ένας της ασφάλειας που είχε το ντύσιμο του σύγχρονου τότε νέου για να παραπλανεί και να μαζεύει ευκολότερα τις πληροφορίες.
Τότε κάποιοι έφεραν μεγάλα πλακάτ και μπογιά και αποφασίσαμε να γράψουμε τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ένα γράμμα σε κάθε πλακάτ. Έγραφα το κάτω μέρος του γράμματος και ένας άλλος φοιτητής συμπλήρωνε με το πάνω μέρος. Ένιωσα ξαφνικά ότι ήταν ιστορική στιγμή και του είπα -άσε να γράψω ένα γράμμα μόνος μου. Έτσι έγραψα όλο το Θ του Ελευθερία. Αργότερα, αυτό το σύνθημα: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, μπήκε ως φωτογραφία στα βιβλία της Ιστορίας, εκατομμύρια ελληνόπουλα μεγάλωσαν με αυτή τη φωτογραφία στα σχολικά βιβλία τους.
Το βράδυ διανυκτέρευση κάτω από το έδρανο, γιατί ένας μικρός χώρος περιορισμένος μεγαλώνει την αίσθηση της ζεστασιάς, μη ξεχνάμε ότι το κλείσιμο στη Νομική έγινε τον Φεβρουάριο. Νηστικοί όλη μέρα, το πρωί η πείνα θέριζε, κάποιος μας πέταξε από την απέναντι πολυκατοικία πορτοκάλια, αρπάξαμε ένα και το μοιραστήκαμε με τον Αντρέα Μάρκοβιτς. Αργότερα πήρε την κόρη του στη Νομική και τις διάβασε το επίγραμμα του Κουτσοχέρα για τους κούρους και τις κόρες που κλείστηκαν εκεί διεκδικώντας ελευθερία, για να της δώσε να καταλάβει ότι ο πατέρας της ήταν ένας κούρος εκείνης της εποχής.

Μετά αποφασίστηκε η έξοδος. Κάποιος ανέβηκε σε μια καρέκλα και έδινε οδηγίες για την εκκένωση. Φοβόμαστε ότι η Χούντα θα χτυπούσε ή, αν είχε δώσει υποσχέσεις για αποφυγή επεισοδίων, δεν θα τις τηρούσε. Βγήκαμε έξω γρήγορα, σχεδόν τρέχοντας, δεν ήξερα ποια υποδοχή μας επιφύλασσαν η Ασφάλεια πιο πάνω από την έξοδο της Νομικής, που είχε κόσμο και δημοσιογράφους, έτσι κατέφυγα στο άνοιγμα μιας πόρτας, ήταν ένα φροντιστήριο για μαθητές. Ακολούθησε κι ένα ζευγάρι, μας κρύβουν για λίγο και ύστερα φώναξαν ταξί για να μας φυγαδεύσουν. Ο άντρας του ζευγαριού, μεγαλύτερος από μένα, λίγο κοντά στα τριάντα, είναι υπεύθυνος στην κινηματογραφική λέσχη της Κυριακής, τον ξέρω καλά γιατί κάθε Κυριακή είμαι εκεί.

Η προσωπική διαδρομή του καθενός του δίνει δυνάμεις ή τον υποσκάπτει. Κάποτε που ο Μιχάλης Π. προέβη σε κάτι που με εξευτέλιζε, είχα κουρελιαστεί. Γύριζα στους δρόμους της Λευκωσίας, μετά τα μεσάνυχτα, και αναρωτιόμουν τι να κάνω. Είπα να κάνω κι εγώ ένα καιροσκοπισμό, να τελειώνει το κακό. Όμως μια φωνή μου έλεγε μέσα μου: Όχι, εσύ έγραψες στην ταράτσα της νομικής το ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, δεν δικαιούσαι να καιροσκοπείς, έμεινα άτεγκτος ως το τέλος.

Πήγα και στο δεύτερο κλείσιμο, ύστερα από καιρό, δεν ήξερα ότι διοργανωνόταν, περνώντας έξω από τη Νομική, στην πλατεία, έπεσα στον άνθρωπο της κινηματογραφικής λέσχης που είχαμε καταφύγει στο φροντιστήριο, μετά το πρώτο κλείσιμο. Μαζί του η ίδια κοπέλα. Κόσμος μαζευόταν, έμπαινε στο κτήριο. Έτρεξα κοντά τους γεμάτος χαρά, -ρε παιδιά έχει τίποτε, οργανώνεται τίποτε, ρώτησα με αδημονία. Δεν με θυμήθηκε, μου γύρισε την πλάτη με ένα ύφος: αει παράτα μας. Με αντιμετώπισαν σαν ξετσίπωτο χαφιέ που τους κάνει σκόπιμες ερωτήσεις. Έπαθα σοκ, πρώτη φορά με αντιμετώπιζε κάποιος έτσι, σαν ύποπτο άνθρωπο που προσπαθεί να ψαρέψει και να μπλέξει τον άλλο.
Μπήκα στη Νομική μα ύστερα από δυο, περίπου, ώρες έφυγα, έτσι γλίτωσα και το ξύλο που έπεσε για την εκκένωσή της. Δεν ένιωθα καλά, ήμουν αναστατωμένος και κουρελιασμένος από τη στάση του, τα δώσαμε όλα και τίποτα δεν κερδίσαμε, όχι να μας βγάζουν και χαφιέδες.

Πανίκος Δημητρίου

Γενάρης του 1975. Έξι μήνες μετά την εισβολή. Οι παμπόνηροι Εγγλέζοι, με διάφορους τρόπους στέλλουν στα κατεχόμενα τους Τουρκοκύπριους των ελευθέρων περιοχών που κατέληξαν στις Βάσεις, έτσι πετυχαίνουν τον πληθυσμιακό διαχωρισμό και εδραιώνουν τα δεδομένα της εισβολής και της κατοχής. Φυσικά, οι Τουρκοκύπριοι μεταφερόμενοι από τους Άγγλους στα κατεχόμενα θα μένουν στα σπίτια των ξεσπιτωμένων προσφύγων, που έφυγαν έντρομοι για να γλυτώσουν από το σπαθί του Τούρκου.
Ο Πανίκος Δημητρίου, μαθητής, 18 χρονών παλικάρι, πρωτοστατεί στις εκδηλώσεις εναντίον της αγγλικής πολιτικής, έξω από τις Βάσεις. Είναι πρόσφυγας, ξεριζωμένος, από τον Άγιο Μέμνονα της Αμμοχώστου, γνωρίζει πολύ καλά που οδηγεί αυτή η αγγλική τακτική. Ένα αγγλικό τανκς τον συντρίβει και τον σκοτώνει. Η θυσία του μας συγκινεί όλους, στην Αθήνα η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι, γύρω από την Αγγλική πρεσβεία.
Από τον Λεωνίδα Χριστάκη παίρνω αρκετά αντίτυπα από την μπροσούρα του Οδηγίες για τους Κύπριους. Τα προωθώ στους Κύπριους, κυρίως, φοιτητές. Η έκδοση αυτή δείχνει πόσο το Κυπριακό μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει την ελλαδική κοινωνία, περιγράφει πως κατασκευάζεις κοκτέιλ μολότωφ, εκρηκτικά, ανατινάξεις τεθωρακισμένων. Την μπροσούρα αποτελούν αποσπάσματα από μια ελβετική έκδοση και διακηρύσσει υπέρ της πολιτικής άμυνας. Ο παμπόνηρος Λεωνίδας διαχέει ανατρεπτική γνώση για εκρηκτικά, με αφορμή τον συναισθηματισμό που δημιουργεί η Κύπρος. Οδηγίες προς τους Κύπριους γράφει η μπροσούρα, για να βοηθήσω τους αδελφούς Κύπριους στον αγώνα τους ενάντια στον ξενοκίνητο εισβολέα, λέει, εισαγωγικά, ο Χριστάκης, αλλά καταλαβαίνεις ότι όλα ετούτα αποτελούν οδηγίες για τους αντιεξουσιαστικούς κύκλους πως, με αφορμή τον συναισθηματικό κραδασμό που προκάλεσε η κυπριακή τραγωδία, αυτοί μπορούν να εξοπλιστούν. Αργότερα αναδημοσίευσα αυτή την μπροσούρα του Χριστάκη στο ένα και μοναδικό τεύχος του περιοδικού Οδόφραγμα Πορεία (1977) και, αργότερα, σε αυτοτελή έκδοση στο Αιγαίο (1984). Πάντως η γνωριμία μου με τον Χριστάκη με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τις διαφορές μου με τους αντιεξουσιαστές της Ελλάδας. Σε λίγο καιρό δεν θα ακούν τα κόμματα, οι νέοι της Ελλάδας θα γίνουν όλοι αυτόνομοι, όπως στην Ιταλία, μου τόνιζε. Αυτό ήταν το ίνδαλμά του. Μα εγώ ήθελα απελευθέρωση της Κύπρου από το πνιγμό του Τούρκου, κι ας ήταν από λογικές του αστικού σχηματισμού, ο θανατόπνοος τουρκικός επεκτατισμός με κάθε τρόπο έπρεπε να ανακοπεί. Καταλάβαινα τις διαφορές μας σιγά σιγά. Παρομοίως, κάποτε ο Λάμπρος Κ., μαθηματικός με ευρύτερα πνευματικά ενδιαφέροντα, μας τόνιζε τη διαφορά του με μας, όταν λέγαμε ότι θέλουμε επιστροφή της ελληνικής μεραρχίας, για προστασία του νησιού. Αυτός ήθελε ένοπλη λαϊκή πολιτοφυλακή, μήπως μαγαρισθεί ιδεολογικά, -όχι, λοιπόν, τακτικός στρατός. Ούτε ένοπλη λαϊκή πολιτοφυλακή έγινε, ούτε τακτικός ελληνικός στρατός έφτασε ποτέ.

Πάντως ο χώρος εκεί στην πρεσβεία της Αγγλίας έβραζε από αγανάκτηση, που προκάλεσε η θυσία του Πανίκου Δημητρίου. Να θυμίσω ότι η οδός της αγγλικής πρεσβείας ονομαζόταν Καραολή και Δημητρίου, έτσι μετονόμασε τον δρόμο το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας, την εποχή της εκτέλεσης των δύο ηρώων. Οι Άγγλοι, απαίσιοι αποικιοκράτες, κρέμασαν τους δύο νέους και το δημοτικό συμβούλιο άλλαξε το όνομα της οδού με τα δικά τους ονόματα. Ήταν τότε που και η Αθήνα πίστευε σε αξίες και μέσα και είχε την ευφυΐα και την ευρηματικότητα να εφαρμόζει μέτρα που εξέφραζαν ένα λαό σε κινητοποίηση. Οι Άγγλοι αναγκάστηκαν να το καταπιούν και να χρησιμοποιούν αυτό το οδωνύμιο της πρεσβείας τους στην Αθήνα, αφιερωμένο σε δυο ανθρώπους που είχαν απαγχονίσει ως εγκληματίες.
Κατέβηκαν κάποια στιγμή αρκετοί Κύπριοι φοιτητές, και έγινε πυρπόληση αγγλικών αυτοκινήτων.
Το βράδυ είπαμε να κάψουμε την πρεσβεία από την πίσω πλευρά. Ένας φοιτητής της ιατρικής, ο Ντίνος, Κύπριος με αυτοκίνητο, μας μετέφερε έχοντας και μια σακούλα με δύο κοκτέιλ μολότωφ. Έφριξα όταν τις είδα, είχαν βάλει βενζίνη και ένα λεπτό ρούχο έμπαινε από τον ανοιχτό λαιμό της μπουκάλας μέσα. Αυτός που θα τις χρησιμοποιούσε θα καιγόταν σαν λαμπάδα.
Αμέσως έσκισα την εσωτερική φανέλα μου και με ένα κομματάκι της έκανα πώμα στις μπουκάλες, με άλλο πιο μεγάλο κομμάτι της φανέλας εμποτισμένο στη βενζίνη τις περιτύλιξα. Άναψα την πρώτη και την πέταξα, λαμπάδιασε ο τόπος. Πήγα να ανάψω και τη δεύτερη για να την πετάξει ο δεύτερος φοιτητής, ο Παύλος Ι., ανώτερο στέλεχος σήμερα των οικονομικών κύκλων της Κύπρου, ο οποίος την κρατούσε, μα μου είπε «δεν μπορώ». Την άρπαξα, την άναψα και την πέταξα, ξαναλαμπάδιασε ο τόπος. Μπήκαμε άρον άρον στο αυτοκίνητο που μας περίμενε εν εκκινήσει. Χάλασε, γιατί ως υπερφορτωμένο χτύπησε στο οδόστρωμα. Το αφήσαμε και απομακρυνθήκαμε. Όμως ήταν και το μήνυμα στις εφημερίδες, έπρεπε να δώσει το στίγμα της και η οργάνωσή μας, ο Λ.Α.Σ.Κ.
Ήταν τότε η εποχή που κάθε Κύπριος έφτιαχνε και μια εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση, για απελευθέρωση της Κύπρου από τον Τούρκο. Φτιάξαμε και εμείς της δική μας: Λ.Α.Σ.Κ., Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός Κύπρου.
Μπήκαμε σε ένα θάλαμο, ανέλαβε να μιλήσει το, αργότερα, στέλεχος των οικονομικών κύκλων, μιλούσε πια επιτακτικά στον δημοσιογράφο, που ήταν στη γραμμή. Γράφετε, γράφετε, φώναζε. Εν τάξει γράφω, είπε ο δημοσιογράφος, και άκουγε για την πρώτη ενέργεια του νεοδημιουργηθέντος Λ.Α.Σ.Κ. που δεν θα σταματούσε, άρχιζε τη δράση μέχρι να φύγουν πλήρως οι Τούρκοι από την Κύπρο. Λέω, μέσα μου, ο άνθρωπος που δεν τολμούσε να ρίξει το μολότωφ τώρα έδινε εντολές σαν να κατέλαβε τα χειμερινά ανάκτορα, σαν να ακουγόταν από παντού το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Ύστερα από χρόνια, όταν γνώρισα τον αδελφό του έδειξε έκπληξη όταν του μίλησα για τη συμμετοχή του δικού του σ’ αυτή την ενέργεια, σαν να του έλεγα ψέματα. Ο αδελφός μου ποτέ δεν τόλμησε επικίνδυνα πράγματα, τόνισε.
Κλείνω. Κάποιος φίλος, ύστερα από χρόνια, ο Αντρέας Μάρκοβιτς, αναφέρει σε μια παρέα στην Αθήνα τον Πανίκο Δημητρίου και τη θυσία του, και πως πρέπει να την τονίζουμε πάντα. Ο Ακελικός ινστρούχτορας τον αποπαίρνει. Μα αυτός ήταν Γριβικός, λέει.
Μ’ αυτόν τον τρόπο χάνονται δεκαοχτάχρονοι έφηβοι από την Ακελική λογική, ρίχνονται στον Καιάδα της αριστερής ορθοδοξίας, οι ωραίοι και αγνοί έφηβοι.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ
Ποιητές στην Κύπρο
Α) Να ήμουνα Έλληνας ποιητής στην Κύπρο
Η υπέρτατη καταξίωση της αισθητικής δικαίωσης βρίσκεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατίνης Ανθολογίας:
Δεξιών Όμηρε την κεκαυμένην
φθονείν αφήκας τας απορθήτους πόλεις.
Δηλαδή: Τραγουδώντας Όμηρε για την πυρπολημένη Τροία έκανες τις άλλες πόλεις, που δεν έπαθαν τίποτε, να ζηλέψουν. Με άλλα λόγια, να σε κουρσέψουν, να σε λεηλατήσουν, να σε κάψουν, όμως να σε τραγουδήσει ένας Όμηρος.
Σκέφτομαι ξανά την Κύπρο. Κουρσεμένη, στον απόλυτο πόνο του ’74 και είχε ακόμη την πιο φρικιαστική τραγωδία, μίλησαν για τον πόνο της νεοκύπριοι και Ακελικοί, που όπως τον εννοούσαν αυτοί έγινε δήθεν πόνος.
Να ήμουνα Έλληνας ποιητής στην Κύπρο. Θα έγραφα την αλήθεια, με όση ποιότητα μπορούσα, πρώτα από όλα όμως την αλήθεια. Πως σπάραξε ένας τόπος ελληνικός. Δεν φταίω εγώ γιατί οι εν λόγω ποιητές της Κύπρου πούλησαν την υπόθεση της ποίησης, έβγαλαν κατώτερης υποστάθμης ποιήματα, για τις φτηνιάρικες ιδεοληψίες τους.

Β) Να ήμουνα Τούρκος ποιητής στην Κύπρο
Στον Όμηρο όλες οι ανθρώπινες στιγμές βρίσκονται από την πλευρά των Τρώων. Ο Έλληνας Όμηρος τραγουδά τη σύζυγο και το παιδί της πολιορκημένης Τροίας στη συνάντηση Έκτορα, Ανδρομάχης και του μικρού Αστυάνακτα, μιλά για τον πόνο της τρωαδίτισσας Εκάβης στα τείχη όταν προβλέπει το θάνατο του γιου της, μιλά για τον τραγικό βασιλιά Πρίαμο όταν, για να πάρει το σώμα του σκοτωμένου παιδιού του, φιλά τα χέρια του Αχιλλέα, «ανδρός παιδοφόνοιο». Έτσι βγαίνει η μεγάλη ποίηση, με την απόλυτη αλήθεια και την ποιότητα.
Να ήμουνα Τούρκος ποιητής στην Κύπρο, να μιλήσω γι’ αυτό το νησί που κατακτήθηκε από τους δικούς μου, να μιλήσω για έναν πολιτισμό πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, ένα βαθύτατα ελληνικό πολιτισμό, που εκθεμελιώνεται από τους Ασιάτες επήλυδες, να έγραφα για τη βαρβαρότητα που δείχνουμε στους απογόνους των προσωκρατικών, να διακηρύξω μ’ όλη τη δύναμή μου και να λάμψει όμορφα η τουρκική γλώσσα μέσα από τη ισχύ της αλήθειας: ότι η Κύπρος είναι ελληνική.
Γιατί έτσι βγαίνει η μεγάλη ποίηση, με την αλήθεια και με όση ποιότητα μπορείς, πρώτα απ’ όλα όμως με την αλήθεια. Δεν φταίω εγώ γιατί οι Τούρκοι ποιητές της Κύπρου πούλησαν την υπόθεση της ποίησης, έβγαλαν κατώτερης υποστάθμης ποιήματα, για τον φτηνιάρικο εθνικισμό τους.
Αυτή λοιπόν η μαρτυρία μου, ό,τι άρπαξαν οι αισθήσεις μου, στην πιο δύσκολη και τραγική στιγμή της κυπριακής Ιστορίας. Ξέρω το τέλος της ζωής μου, ότι θα πεθάνω με το τραύμα του ’74, τον τρόμο και την πίκρα του. Όμως και με τη στέρεα απόφαση ότι το παλεύω και δεν δέχομαι οποιαδήποτε συνέπεια στη συλλογική ζωή της Κύπρου. Εδώ έχουμε μαρτυρία ενός ανθρώπου που δεν πολέμησε, δεν έριξε ένα πυροβολισμό, που κράτησε μόνο για λίγο, την ώρα της σκοπιάς, ένα κρίνερ, απ’ αυτά τα όπλα που η Αστυνομία χρησιμοποιούσε για τα αδέσποτα σκυλιά. Ήθελαν άλλα, τα σκυλιά οι Τούρκοι.

.

Στη στάση την τρομακτική του αθώου

Εισαγωγικά……………………………………………………
Νομική…………………………………………………………
Γενεύη…………………………………………………………..
Πολυτεχνείο……………………………………………………..
Πραξικόπημα………………………………………………….
Εισβολή………………………………………………………….
Δώρος Λοϊζου………………….
Πανίκος Δημητρίου…………..
Παλαιστίνιοι………………………………………………………
Επιλογικά………………………………………………………..

ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Ιουλίου 22, 2015

Ποιητές στην Κύπρο


Α) Να ήμουνα Έλληνας ποιητής στην Κύπρο

Η υπέρτατη καταξίωση της αισθητικής δικαίωσης βρίσκεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατίνης Ανθολογίας:

Δεξιών Όμηρε την κεκαυμένην

φθονείν αφήκας τας απορθήτους πόλεις.

Δηλαδή: Τραγουδώντας Όμηρε για την πυρπολημένη Τροία έκανες τις άλλες πόλεις, που δεν έπαθαν τίποτε, να ζηλέψουν. Με άλλα λόγια, να σε κουρσέψουν, να σε λεηλατήσουν, να σε κάψουν, όμως να σε τραγουδήσει ένας Όμηρος.

Σκέφτομαι ξανά την Κύπρο. Κουρσεμένη, στον απόλυτο πόνο του ‘74 και είχε ακόμη την πιο φρικιαστική τραγωδία, μίλησαν για τον πόνο της νεοκύπριοι και Ακελικοί, που όπως τον εννοούσαν αυτοί έγινε δήθεν πόνος.

Να ήμουνα Έλληνας ποιητής στην Κύπρο. Θα έγραφα την αλήθεια, με όση ποιότητα μπορούσα, πρώτα από όλα όμως την αλήθεια. Πως σπάραξε ένας τόπος ελληνικός. Δεν φταίω εγώ γιατί οι εν λόγω ποιητές της Κύπρου πούλησαν την υπόθεση της ποίησης, έβγαλαν κατώτερης υποστάθμης ποιήματα, για τις φτηνιάρικες ιδεοληψίες τους.


Β) Να ήμουνα Τούρκος ποιητής στην Κύπρο

Στον Όμηρο όλες οι ανθρώπινες στιγμές βρίσκονται από την πλευρά των Τρώων. Ο Έλληνας Όμηρος τραγουδά τη σύζυγο και το παιδί της πολιορκημένης Τροίας στη συνάντηση Έκτορα, Ανδρομάχης και του μικρού Αστυάνακτα, μιλά για τον πόνο της τρωαδίτισσας Εκάβης στα τείχη όταν προβλέπει το θάνατο του γιου της, μιλά για τον τραγικό βασιλιά Πρίαμο όταν, για να πάρει το σώμα του σκοτωμένου παιδιού του, φιλά τα χέρια του Αχιλλέα, «ανδρός παιδοφόνοιο». Έτσι βγαίνει η μεγάλη ποίηση, με την απόλυτη αλήθεια και την ποιότητα.

Να ήμουνα Τούρκος ποιητής στην Κύπρο, να μιλήσω γι’ αυτό το νησί που κατακτήθηκε από τους δικούς μου, να μιλήσω για έναν πολιτισμό πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, ένα βαθύτατα ελληνικό πολιτισμό, που εκθεμελιώνεται από τους Ασιάτες επήλυδες, να έγραφα για τη βαρβαρότητα που δείχνουμε στους απογόνους των προσωκρατικών, να διακηρύξω μ’ όλη τη δύναμή μου και να λάμψει όμορφα η τουρκική γλώσσα μέσα από τη ισχύ της αλήθειας: ότι η Κύπρος είναι ελληνική.

Γιατί έτσι βγαίνει η μεγάλη ποίηση, με την αλήθεια και με όση ποιότητα μπορείς, πρώτα απ’ όλα όμως με την αλήθεια. Δεν φταίω εγώ γιατί οι Τούρκοι ποιητές της Κύπρου πούλησαν την υπόθεση της ποίησης, έβγαλαν κατώτερης υποστάθμης ποιήματα, για τον φτηνιάρικο εθνικισμό τους.

ΤΕΛΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Ιουλίου 14, 2015

Βγήκε ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) στην Ελλάδα και ο Τσίπρας, που σχηματίζει κυβέρνηση. Ευτυχώς, σήμερα, 25 Ιανουαρίου 2015, τερματίζεται ο εμφύλιος της Ελλάδας που ξεκίνησε πριν από 70 και περισσότερα χρόνια και οριοθέτησε όλες τις εξελίξεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές. Τέλος αγκυλώσεων και συναισθημάτων, μιλούμε πια με επιχείρηματα. Επιτέλους.

Υ.Γ. Αυτά γράφτηκαν στο ιστολόγιο στις 25 Ιανουαρίου. Σήμερα επιβεβαιώνονται ακόμη μια φορά από τις εξελίξεις. Όμως ενώ ο περισσότερος κόσμος αντιμετωπίζει την αριστερά ως μία άποψη, λανθασμένη ή ορθή, πολλοί από το στρατόπεδό της συνεχίζουν το τροπάρι της ηθικής υπεροχής της αριστεράς, ότι όλοι κάτι τους χρωστούν. Με αυτή τη λογική θα τα κάνουν όλα θάλασσα ξανά.

ΝΑΣΤΑΖΙΑ

Ιουλίου 12, 2015

ΝΑΣΤΑΖΙΑ
ΝΑΣΤΑΖΙΑ

Την σκότωσαν, ξεπήδησε η σκέψη -ελατήριο που πονούσε, την άφησαν να πεθάνει. Ένας λιγότερος στο σπίτι κι η γριά δεν είχε καμιά γερή σύνταξη για να την κρατούν στη ζωή, μ’ αυτά που έπαιρνε μόλις και προλάβαιναν τους γιατρούς και τ’ άλλα έξοδά της.
Ύστερα ήταν και τα περιορισμένα τετραγωνικά του διαμερίσματος, τα παιδιά που όσο μεγαλώνουν διεκδικούν χώρο κι η κατάσταση γίνεται αφόρητη, έτσι ένα καθυστερημένο τηλέφωνο διευθετεί τα πράγματα: τα χνώτα ενός άλλου λιγότερα, ακυρώνονται τα ρούχα και τα πιατικά του, η σειρά του στο αποχωρητήριο.
Ένα καθυστερημένο τηλέφωνο: Τώρα που το κατάλαβε καλά, μπορούσε και να σκεφτεί τη στιγμή. Νέα κρίση κι αυτή απελπισμένη κι έντρομη να περιμένει το ασθενοφόρο κι αυτός αντί να τηλεφωνήσει να καθυστερεί, ίσως και να υποκρίνεται κι ότι είναι κατειλημμένες οι γραμμές, κρατημένο και δεν το σηκώνουν. Μια καθυστέρηση μοιραία.
Μπορεί και να το κουβέντιασαν προηγουμένως με τη γυναίκα του, κόρη της γριάς. Το λιγότερο, αυτή να του είπε: Εσύ τηλεφώνα κάποια στιγμή, κι αν αργήσουν αυτοί ας αργήσουν.
Ήταν η Ναστάζια, εικοσιπεντάχρονη από τη Ρουμανία, τώρα με τη διαμονή της στις Τρεις Ελιές, βρήκε ευκαιρία να αναμηρυκάσει την προηγούμενη ζωή της. Στην Ελλάδα έφτασε πριν πέντε χρόνια, ένα γραφείο διευθέτησε για να πάει στο Γέρακα Αττικής, να προσέχει μια γριά εβδομήντα οχτώ χρονών, την κυρία Κλεοπάτρα. Πέρασε τρία χρόνια καλά. Εύκολη δουλειά, από τις εφτά ως τις τέσσερις της κρατούσε συντροφιά, ώσπου έφταναν τα παιδιά απ’ το σχολείο και τ’ αφεντικά απ’ τα γραφεία τους. Την έπαιρνε από το μπράτσο και δυο φορές την ημέρα έκαναν μια βόλτα δυο τρία τετράγωνα, το πρωί περνούσαν κι απ’ το μπακάλικο για τα μικροψώνια της μέρας. Το κυριότερο, προγευμάτιζε κι έτρωγε το μεσημέρι με την κυρία Κλεοπάτρα, από το φαγητό που έφτιαχνε για τις δυο τους, έτσι τα έξοδά της περιορίζονταν, φύλαγε όλο τον μισθό της κι έστελλε κι ένα μικρό ποσό στους δικούς της, μικρό ποσό, μα για τη Ρουμανία ήταν μια ευλογία. Το μόνο έξοδο ήταν το νοίκι, έμενε σε μια γκαρσονιέρα με δυο άλλες Ρουμάνες.
Της κοβόταν η χολή όταν τρεις –τέσσερις φορές φώναξαν το ασθενοφόρο από την κοντινή κλινική, όταν την έπιανε η κρίση της, έπρεπε να προλάβουν τη γριά, κι αυτή χειρότερα τρομαγμένη απ’ όλους, για οξυγόνο και μαλάξεις της καρδιάς. Την άλλη ημέρα, η κυρία Κλεοπάτρα, ήσυχη και γελαστή, επέστρεφε στο σπίτι –τα κατάφερα και τώρα.
Όταν ήρθε δεν ήξερε λέξη ελληνικά, όμως γρήγορα τα έμαθε άψογα, στην αρχή τα αφεντικά της δεν το κατάλαβαν όμως, και συνέχιζαν να κάνουν πικρόχολα σχόλια γι’ αυτήν, πότε πότε, ειδικά η σύζυγος, όπως κάθε μήνα που τις έδιναν το μισθό της, σχολίαζε για πεταμένα λεφτά, δεν χρειαζόταν η μάνα της υπηρέτρια. Ήταν και όμορφη πολύ η Ναστάζια και νέα.
Υποκρινόταν τότε ότι δεν καταλάβαινε τίποτε απ’ όσα έλεγαν. Κάποτε πήγε στη Ρουμανία για να δει τους δικούς της, πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια, κι όταν επέστρεψε, η κυρία Κλεοπάτρα ήταν εδώ και δυο μέρες πεθαμένη και θαμμένη.
Τα παιδιά της γριάς κανόνιζαν και τσακώνονταν για τα κληρονομικά και η Ναστάζια έκλαιγε το θάνατο της γιαγιάς Κλεοπάτρας. Κι εγώ τώρα τι θα γίνω;
Η μια συγκάτοικός της, η Ναταλία, δούλευε σε κάποιο μπαρ, την πήρε μαζί της για να τη δει το αφεντικό, εκείνος είδε την ομορφιά της και τις αναλογίες της, άψογες και ελκυστικές, κι είπε εντάξει. Της εξήγησε τα καθήκοντά της, σερβίρισμα στους πελάτες και παρέα ως κανένα φιλί, αν όμως ήθελε η ίδια να πάει με κάποιον, το μαγαζί δεν εξανάγκαζε τα κορίτσια του όπως κάποιοι άλλοι, ήταν απαραίτητο όμως να δώσει ποσοστά, μισά μισά.
Στην αρχή συγκρατιόταν κι έκανε μόνο κονσομασιόν, όμως οικονομικά δεν έβγαινε και άρχισε να δεχόταν όταν ο άλλος ήταν νέος και έδειχνε καθαρός. Κάποιος της πρότεινε να προσέχει μια γριά στην Κύπρο. Δέχεται, η αμοιβή είναι καλή. ‘Όμως δεν ήταν σε κάποια μεγάλη πόλη όπως υπολόγιζε, είναι στις Τρεις Ελιές, ένα ξεχασμένο χωριό της νησιού πάνω στα βουνά, τριάντα δύο κάτοικοι όλοι γέροι, κάθε χρόνο λιγοστεύουν. Η δικιά της η γριά Ελπινίκη, ογδόντα ενός χρονών.
Έχουν ένα μπακάλικο-καφενείο-ταχυδρομικό κέντρο που ανοίγει δέκα το πρωί και κλείνει στις δύο, για καφέ, μικροψωνίσματα, κοιτάζουν για κανένα γράμμα. Τα μισά σπίτια του χωριού έρημα και κλειδωμένα, στα άλλα μένουν μόνο γέροι και γριές, το κάθε σπίτι έχει από μια ξένη, συνήθως Βιετναμέζα, για να τους φροντίζει. Στην αρχή προσπάθησε να τα βρει με τις Βιετναμέζες, λίγα αγγλικά κι ελληνικά, λίγα βιετναμέζικα και ρουμανικά, τα άλλα η γλώσσα του σώματος κι οι χειρονομίες. Πήγαινε μαζί τους για μανιτάρια στο δάσος, μ’ αυτά συμπλήρωναν το μισθό τους, γιατί τα πουλούσαν στο δρόμο, στους αυτοκινητιστές που περνούσαν από κει. Οι πατεράδες τους είχαν νικήσει την πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη του κόσμου, Ντιέν Μπιέν Φου, Χο Τσι Μινχ, Βιετγκόκ, στρατηγός Γκιαπ, είχαν ξεχαστεί κι αυτές, απόγονοι των νικητών, να περιποιούνται γέρους στις Τρεις Ελιές και να γυρίζουν για μανιτάρια στο δάσος. Η Ναστάζια έμαθε να ξεχωρίζει τα μανιτάρια και να τα αξιολογεί, βαρέθηκε όμως, εξάλλου τα αφεντικά της την πλήρωναν καλά, όταν έρχονταν ο γιος και η κόρη της γριάς από τη Λευκωσία κάθε καμιά εικοσαριά μέρες, την χαρτζιλίκωναν καλά, να προσέχεις τη γριά τόνιζε ο γιος της, ένας υγιής και κοκκινωπός εξηντάρης, ο κύριος Τάκης, και της έβαζε στην τσέπη ένα εικοσάευρω. Μα και η κόρη τής έφερνε δώρα, μια ζακέτα, άρωμα και άλλα -Να προσέχει καλά της γριά, τόνιζε κι αυτή. Η γριά είχε τέσσερα παιδιά, τα άλλα δύο, τα νεαρότερα, έμεναν στην Αγγλία, δεν τα γνώρισε, όμως κι αυτά, τα Χριστούγεννα μαζί με τη κάρτα τους, τις έστειλαν και ένα μικρό ποσό για δώρο. Η Ναστάζια άρχισε να μακιγιάρεται, να βάζει το άρωμα από τα δώρα της κυρίας Νίκης, της κόρης της κυρίας Ελπινίκης, και να βγαίνει έξω στο στενό, έβλεπε κάποιες φιγούρες, γέροι και γριές και οι Βιετναμέζες.
Κάποια στιγμή δεν άντεξε και στο καφενείο, καθώς ψώνιζε, ύψωσε φωνή:
-Πού με φέρατε εδώ στην ερημιά, είμαι νέα γυναίκα, θέλω άντρα.
-Θέλεις άντρα; ρώτησε ο Συμεός, εγώ είμαι εδώ!
-Εσύ είσαι γέρος, θέλω της ηλικίας μου.
-Είμαι 72, ο νεότερος στο χωριό, απάντησε περήφανος.
Δεν υπάρχει συγκοινωνία, τις ημέρες που εργάζεται περνά μια γραμμή με παλιό λεωφορείο, έτσι μια Κυριακή κατέβηκε με οτοστόπ στη Λεμεσό, βρήκε τον Αντρέα, γεροδεμένο και καλό, τα έφτιαξε μαζί του, περνά καλά.
Η γριά, ογδοντάχρονη, απ’ τα σαράντα χήρα, μια δρακούνα ηθικής, όμως συμφώνησε να την αφήνει να κατεβαίνει στη Λεμεσό την Τετάρτη, με τη γραμμή του λεωφορείου, που τις καθημερινές κάνει στάση σε εφτά ορεινά χωριά πριν καταλήξει στη Λεμεσό. Τη μέρα που πηγαίνει στη Λεμεσό την αναπλήρωνε με την Κυριακή. Έτσι η σχέση με τον Αντρέα ευκολύνεται.
Παρατηρούνται και άλλα περίεργα. Την Τρίτη δεν της βάζει δουλειά για να πηγαίνει στον νεαρό ξεκούραστη, αρχίζει να της κάνει δώρα, ένα ακριβό άρωμα που παράγγειλε με την κόρη της, της δίνει λεφτά για ένα καλό ρούχο. Όταν ετοιμάζεται να φύγει την Τετάρτη κάθεται και την επιβλέπει, αν θα πάει καλοφτιαγμένη.
Το μόνο που ρώτησε:
-Τα κάνετε όλα με τον νεαρό;
Η Ναστάζια, γέλασε σαν ελαφίνα στο λιβάδι.
Πριν από τριανταπέντε χρόνια ο Αρέστης ανακοίνωσε στη γυναίκα του, την τότε πενηντάχρονη Θεοδώρα, ότι δεν έχει άλλο μαζί της και επειδή ως άντρας έχει ανάγκες, όταν χρειάζεται θα πηγαίνει στη Λεμεσό, στις κοπέλες. Η γυναίκα του τον άκουσε με ανακούφιση, γιατί ξεμπέρδευε με τη δραστηριότητα αυτή, έτσι κάποτε την Κυριακή έφτανε από τα Καμινάρια ο Στάθης, σχεδόν συνομήλικος του, με τ’ αυτοκίνητο και τραβούσαν για τη Λεμεσό. Το απόγευμα τον έφερνε πίσω.
Η Θεοδώρα βλέποντας το ωράριό του ρώτησε χαμηλόφωνα τη γειτόνισσα τη Βασιλική: Μα γίνεται και μέρα; Έτσι γινόταν τότε, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας κάτω από το πάπλωμα ήταν διευθετημένη αυτή η δραστηριότητα.
Με τον Ανδρέα τα πράγματα πήγαιναν ωραία, βάθαινε ο δεσμός, γνώριζε ο ένας τον άλλο και δενόντουσαν. Του μίλησε με ειλικρίνεια για όλη την προηγούμενη ζωή της, της μίλησε το ίδιο κι αυτός. Όταν έπεφταν στο στρώμα ήταν ένα πανηγύρι, μια γιορτή. Ο Αντρέας άρχισε να μιλά για δουλειά της στη Λεμεσό, να τη φέρει απ’ το χωριό να τη βλέπει πιο τακτικά.
Την έπαιρνε κάποτε ο ίδιος με το αυτοκίνητο, πίσω στις Τρεις Ελιές, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, να μιλούμε λίγο και στο δρόμο, της έλεγε, κι επέστρεφε πίσω μόνος, κάποτε δεν άντεχαν έβρισκαν ένα παράμερο δρόμο στο δάσος κα το έκαναν, μέσα στ’ αυτοκίνητο, ακόμη μια φορά. Τότε κάποια φορά η Ναστάζια τον ρώτησε -τι κάνεις στη Λεμεσό όταν λείπω. Άρχισε να φοβάται τις Λεμεσιανές, να τις ζηλεύει, να σκέφτεται τον Αντρέα και τι θα γίνει. Όταν ήλθε στην Κύπρο, μέχρι το γραφείο να τη διανέμει και να τη στείλουν στο χωριό, έμεινε στη Λευκωσία μια βδομάδα, οι γυναίκες της λίγο κουμπωμένες και συγκρατημένες. Οι Λεμεσιανές ήταν πιο τσαχπίνες και εκδηλωτικές. Σιγά σιγά η Ναστάζια τις καταλάβαινε, η Λεμεσός σήμαινε καρναβάλι, γιορτή του κρασιού, τσιτσίδι με το μαγιό στη θάλασσα για έξι μήνες, έμαθαν να πετούν τα ρουχαλάκια τους πιο εύκολα.
Πρόσεξε αν πας με άλλη θα κάνω εφτά χρόνια να δεχτώ μαζί σου ξανά, κάπου διάβασα ότι τόσα χρόνια κάνουν τα κύτταρα σου να αλλάξουν όλα και να καθαρίσεις.
Τώρα κάθε Τετάρτη η Ναστάζια φτάνει στη Λεμεσό, κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης, ίδια αεράκι της θάλασσας, πουλί παραδείσιο, φεγγος της πανσελήνου, κι όλοι και όλες γίνονταν νάνοι, όλοι αυτοί οι ξενέρωτοι που κυκλοφορούσαν με διάφορα συνθήματα στις φανέλες τους Serial κiller, Κillers loop κ.λπ., να πίνουν Shark, Monster και Hell energetic ποτά. Ανάμεσά στις σκιές προχωρεί πάμφωτη η Ναστάζια πηγαίνοντας να βρει τον άνθρωπό της. Η Λεμεσός αλλάζει.