Archive for the ‘Λογοτεχνικά’ Category

Ηρακλειτογηθή

Νοέμβριος 12, 2011

Ηρακλειτογηθή

 

  1. Ανάπτυξις επιστήμης εστί η το δυνατόν συμπερίληψις πλείονος σύμπαντος εν τη ερμηνεία του μεμονωμένου φαινομένου.

 

  1. Δουλούν δουλούμενον, δουλούμενον δουλούν.

 

 

  1. Βλακείη μέζων ανθρώποισιν ανηθικότης

 

  1. Προβαλών την κεφαλήν και ιδών το πριν της Μεγάλης Εκρήξεως ώκτιρεν το παρελθόν ανθρώπων μέχρι του νυν.

 

 

  1. [Κόρρινα, 6ος π. Χ. αι., Εκδοχές απουσίας και αδείου, Πλανόδιον 1996, αρ. 24]: Και νυν έστι και έσται το ποίημα Κορρίνης. Πλην ηρνήσατο το πλαίσιον του κόσμου τούτου, απετίναξεν τούτον. Αναμένον.

 

  1. Κτιστού επέλασις. Γέφυραι, οικοδομήματα, οδοστρώματα, μηχαναί, μήτραι τεχνηταί, ζώα και φυτά προσχεδιασμένα, οχήματα, άνθρωποι μετηλλαγμένοι, ψυχαί ψηφιακαί.

7.   H ώρα της συγγραφής του μείζονος ποιήματος αιέν εστί  η παρούσα.

8.   H δι’ εαυτόν Bιβλιογραφία συγγραφεί δαίμων.

9.  Εν εποχαίς διάφοραις διαφόρως περί θείου, νυν ότι άνευ εισόδου και εξόδου πληροφορίας.

10. Mετακινουμένη εν χρόνω και δυνατότησι η Ύβρις.

11. Η επιστημολογία της επιστημολογίας της επιστημολογίας της επιστημολογίας της …έως την νυ, έως Θεού.

Advertisements

ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΣΚΗΣΕΩΝ

Μαρτίου 14, 2011

 

 

ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΣΚΗΣΕΩΝ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λευκωσία 2013

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιεχόμενα

1.      Που να σας εξηγώ

2.      Οκτωβριανό

3.      Κύπρος, 15 Ιανουαρίου 1950

4.      Γρίβα Διγενή και Μετοχίου

5.      Εις τον τάφο του μονόχνοτου και εμμανούς επαρχιώτη Σάββα Παύλου -Τζονή (1951- )

6.      Διαβάζοντας το βιβλίο της Αλεξάνδρας Σαμουήλ,  Ιδαλγός της Ιδέας Η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία

7.      Ανακρεόντιο (ανάπλαση)

8.      Άντριου Μόσιον, Αλλαγή καθεστώτος (μετάφραση)

9.      Οδυσσέας Ελύτης

10.  Η κόρη μου η Ρίμα

11.  Μεταπολεμικός Έλλην ποιητής

12.  Γραμματικού τάφος

13.  Κενοτάφιο στην Έφεσο

14.  Θείο ελληνικό καλοκαίρι

15.  Ο πλασιέ

16.  Τα σύννεφα του 1927

17.  Τα μπάζα μακριά

18.  Μορφή και περιεχόμενο

19.  Οκ γαθν πολυϊατρίη

20.  Μελέτη Θανάτου

21.  Η εικών

22.  Το υπόλοιπο

24.  Σελίς 17

25.  Που να σας εξηγώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πού να σας εξηγώ

 

Ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων.

Το μωρόν του Θεού,

το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οκτωβριανό

 

Βρέχει. Κι αρχίζω

στο χαρτί σπορά· λέξεις

που με φυτρώνουν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κύπρος, 15 Ιανουαρίου 1950

 

Μια

φωνή:

Έ – νώ – σίς.

Λαός ίστωρ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                   Γρίβα Διγενή και Μετοχίου

 

Είδα τον Μενέλαο Χριστοδούλου στο δρόμο.

Κοστούμι, γραβάτα, γυαλιά χοντρά, στο χέρι

η βαριά τσάντα καθηγητών και ανωτέρων υπαλλήλων

-εικόνα λόγιου της Κύπρου παρελθόντων ετών.

Από ποια χαραμάδα ξέφευγε υπερκόσμιος;

Ήταν της ψυχής το εσώτερο χάραγμα που φάνηκε

στο μάτι που σπινθηροβόλησε

ήταν οι αιώνες της ελληνικής γλώσσας που κουβαλούσε

κι όμως ανάλαφρος.

Απ’ τη μισάνοιχτη χούφτα άρχιζε η σπορά των λέξεων

για τα πετεινά του ουρανού και τους περήφανους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εις τον τάφο του μονόχνοτου και εμμανούς επαρχιώτη Σάββα Παύλου -Τζονή (1951)

 

Είδε και διάβασε πολλά. Κρατούσε

μια εικόνα του κάμπου πάντα, την Ιλιάδα

και το «είμεν τε και ουκ είμεν» του Σκοτεινού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο της Αλεξάνδρας Σαμουήλ,  Ιδαλγός της Ιδέας Η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία

 

Ο πατέρας μου, πρώτη και τελευταία έξοδος απ’ την Κύπρο.

Τον πήρα στο Λυκαβηττό, βγήκαμε στην κορφή με το τρενάκι.

Κοίταξε μπροστά ως την άκρη του ματιού: πολυκατοικίες,

το ίδιο δεξιά κι αριστερά, γύρισε πίσω: πολυκατοικίες πάλι ως την άκρη της μνήμης.

«Μα που σπέρνουν αυτοί;» αναρωτήθηκε.

Ή αλλιώς «Ποτέ δεν είδα τόσο θάνατο φυτρωμένο».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανακρεόντειο (ανάπλαση)

 

Κάθε τραγούδι και μια πόλη που έπεσε:

η Τροία, η Θήβα, η Σελεύκεια.

Όμως πια τώρα θα σας πω

πως έπεσα εγώ.

Δεν με κουρσέψαν πεζικό ή καράβια

και δεν με χάλασε το ιππικό

αλλά μια άλλη στρατιά

που με τοξεύει με κτυπά

μέσα απ’ τα μάτια σου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άντριου Μόσιον, Αλλαγή καθεστώτος

 

Κατεβαίνοντας  απ’ το δρόμο  της Νινευϊ

ο Θάνατος σταμάτησε  για λίγο κι είπε: -Προσοχή!

Βλέπεις  τα ονόματα των τόπων εδώ στη γύρω πλάση;

Δικά μου είναι τώρα, τα ’χω ξεκοιλιάσει.

Να, η Εδέμ, στο νότο πέρα. Την αυγή

είπα στο στρατό μου  ρίξτε τα στη γη

τα τείχη και τις πύλες της έτσι που καθείς να δει

το γλυκό της μήλο πάνω στο κλαδί.

Το θέλεις, δεν ειν’ έτσι; Πήγαινε τότε να το φας,

γλείψε τα χείλη σου και κόψε το ίδιο πάλι με μιας.

Να, ο Τίγρης κι ο Ευφράτης, σε λωρίδες έρεαν παλιά

του Ήλιου και της άμμου, χρώματα που ‘δειχναν ανεμελιά

Άλλο πια δεν το μπορούν. Τους γέμισα γοργά

μ’ αμέτρητη λογιών λογιών ανθρωποκοπριά

Να, η Βαβυλώνα,  κι οι κήποι της οι κρεμαστοί,

γλύκαιναν τις βασιλείες σ’ ώρα ειρηνική

βρήκα τώρα άλλο τρόπο να ευωδιάζω τον αέρα:

μια λέξη άλλη πια για την απελπισία που τρυπά ως πέρα

που αφήνει τη Βαγδάτη, μιναρέδες με το άστρο στην κορφή,

αίθουσες κι αυλές μαρμάρου, αντικατοπτρισμοί  σε μέρα θερμή.

Τους τόπους αυτούς και τ’ αρχαία πράγματα που ξέρατε, θέλω να πω

δεν θα τα ξέρετε σε λίγο. Δουλεύω ήδη γι’ αυτόν τον σκοπό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οδυσσέας Ελύτης

 

Ένας ελεύθερος διανοούμενος

είναι σαν μια ωραία γυναίκα

μόνος και μόνη αλλά μ’ όλο το σύμπαν μέσα τους

ξεχωριστός και ξεχωριστή μα και ψηφίδα του κόσμου

αναρχικοί στην τάξη του αιώνιου.

Γι’ αυτό μη δίνετε σημασία σ’ αυτόν που με κρίνει

-ο συνήθης ημιμαθής των πανεπιστημίων:

Δεν έχει, λέει, προθέσεις κι επαγγελματικές φιλοδοξίες

το γλαυκό κορίτσι μου.

Αυτοί που μένουν

στο χωριουδάκι των νεοελληνιστών δεν μπορούν

να κρίνουν τους συμπαντικούς

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η κόρη μου η Ρίμα

                      στον Κώστα Βασιλείου

 

 

Μαζί με τον Ριμάκο

και τον Ριμαχό

σκότωσα τον Δράκο

στο έλος το ρηχό.

 

Μαζί με τον Ριμάχο

και τον Ριμακό

τον άγιο μονομάχο

τον κατανικώ.

 

Και να η Ριμαχόνα

που έκανα λεχώνα

έγιν’ Θεέ! το σώσε

κάποια βραδιά,

μού ’πε – της είπα «δώσε»

και πήγαν όλα πρίμα

και να τώρα κοντά:

η κόρη μου η Ρίμα

να σας χαιρετά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεταπολεμικός Έλλην ποιητής

με τον τρόπο του Μανούσου Φάσση

 

Έγραφε κάποτε για εργάτες και σοβχόζ

-ποιος τη θυμάται πια αυτή τη λέξη;

Πέρασε ύστερα σε ιστορίες ροζ:

«Τα φλογερά Μαρίνας και Αλέξη».

Πληθωρισμός κι εδώ, χρειαζόταν κάτι

να διαφέρει, σαν πι χι «θαύμα του Οζ»

Απόδραση στ’ονειρικό, σε μονοπάτι

ανατροπής, και γράφει: «Μάγοι στο κολχόζ».

Κι εδώ πολλοί ομότεχνοι, θα επιπέσει

σ’Αγία Γραφή και γράφει «Ρουθ – Βοόζ»

σε λίγο άλλη πόρτα θα κτυπά με ζέση

χρήσιμος όμως! Να, στων στίχων τη γλυκόζη

θα δεις ποιες είν’ μέσα στη γλώσσα μας σε –οζ

οι λέξεις. Το ατάλαντό του ας όζει!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γραμματικού τάφος

 

Δύστυχο δίστιχο. Δύσστιχο.

Μα πετυχαίνει. Δίστυχο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κενοτάφιο στην Έφεσο 

 

Που πήγε, που χάθηκε αυτός

που ζούσε μ’ όλο το σύμπαν μέσα του;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θείο ελληνικό καλοκαίρι

 

 

Καλοκαίρι στην Κίμωλο, ένα παλιό σπιτάκι -ευκαιρία, μέσα στο περιβόλι της κυρά Αγάθης. Είκοσι μέρες πανέμορφες με την Κατερίνα, θάλασσα, φρούτα, ήλιος και ύπνος. Και κάθε απόγευμα καταφτάνει ο Σταχτής, ο γάτος της κυρά Αγάθης και μας φέρνει γεμάτος περηφάνια τα τρόπαιά του: μια ακρίδα, ένα τζιτζίκι, μια σαύρα μικρή. Παίζει μαζί τους ηδονικά, με νύχια και δόντια, σε λίγο τα κομματάκια τους απλώνουν στο πάτωμα. Στην αρχή πήγαμε να τα γλιτώσουμε, μας φάνηκε ωμό να γίνονται τέτοια πράγματα σε τέτοια μέρη ειδυλλιακά, όμως μετά έμαθα να αρπάζω την Κατερίνα, να αλληλοαρπαζόμαστε καλύτερα σε ένα σπαρακτικό αγκάλιασμα, με δόντια και νύχια και με κάθε τρόπο ο ένας μέσα στον άλλο, βογγητά που κρατούσαν όλη την σκληρή ώρα, μέναμε στο τέλος κομματιασμένοι κι άφωνοι, ανίκανοι να κινηθούμε ένα ρούπι.

Ότι κι εμείς ξέρουμε το σπάραγμα από τη συνάντηση της πίκρας της ζωής και της ηδονής του θανάτου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πλασιέ

 

 

Κοιτάζω τη ολόμαυρη ράχη των Ψαρών. Έρημη γη, διακρίνεις ακόμα μικρές εστίες φωτιάς και κάμποσο καπνό που ανεβαίνει.

Όχι, δεν είμαι η Δόξα που μελετά τα λαμπρά και τα ηρωικά από ψηλά, ένας πλασιέ εμπορικών  προϊόντων είμαι, που βλέπει από το αεροπλάνο τ’ αποκαΐδια των Ψαρών -φωτιές των οικοπεδοφάγων, των πυρομανών, των ηλιθίων. Η δουλειά μου εξαίρετη, με σίγουρη την προαγωγή, η εταιρία μού δίνει μεγάλο ποσοστό κέρδους, γυρίζω σε λιμάνια και αεροδρόμια με την τσάντα γεμάτη διαφημιστικά, για νέο τρόπο και σύγχρονη ζωή, ακόμη δείγματα προϊόντων, συμβόλαια κι επιταγές και βλέπω τακτικά τέτοιες φωτιές σε πολλά μέρη .

Κάποτε σκέφτομαι ότι εγώ  τις βάζω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα σύννεφα του 1927

 

Τι να έγιναν τα σύννεφα του 27. Του 1927, ίδια μέρα και ώρα με τη σημερινή, απόγευμα 23 Οκτώβρη. Είχαν παρόμοια σχήματα; να ο γέρος με τα γένια που καπνίζει και αλλάζει σε ένα άγριο θηρίο που σηκώνεται στα δυο του πόδια, δεξιά ένα δέντρο που πάει να γίνει πουλί με μια τεράστια φτερούγα που κουρνιάζει από τη μια κι από την άλλη μοιάζει με σπίτι ανοικτό, ύστερα κάποια που μας νεύει έλα, το ένα σκέλος της μικρότερο απ’ το άλλο, δίπλα ξεκινά ένα ύψωμα σαν οροσειρά. Τόσα σχήματα, τόσοι όγκοι, τόσα μηνύματα. Πώς τα είδαν οι άνθρωποι τότε, ο παππούς μου ήταν 29 χρόνων, η μάνα μου έξι, τα πρόσεξαν όπως εγώ τα σημερινά ή τα αγνόησαν. Τι σκέφτηκαν γι αυτά ο Σεφέρης, ο Καβάφης, ο Σικελιανός;  Τα σύννεφα της 23ης Οκτωβρίου 1927. Ένας κόσμος ολόκληρος, ένα έπος με σχήματα και όγκους που ξύπνησαν μνήμες και όνειρα και χάθηκαν.

Τι να έγιναν οι νέοι του 80, του 1980; Θα αναρωτηθούν κάποιοι ύστερα από εκατό, διακόσια χρόνια; Αγώνες και όνειρα που πήραν σχήματα από προσπάθειες και όγκους από εκφράσεις.  Σαν σύννεφα υψωθήκαμε και χαθήκαμε.

…….

Τι να έγιναν οι μορφές των συννέφων, πριν χίλια ή ένα εκατομμύριο χρόνια; Ακόμη πιο μπροστά, πεντακόσια ή εννιακόσια εκατομμύρια χρόνια προηγουμένως, πριν φανεί ο άνθρωπος να τα θαυμάσει; Νέφη μικρά και τεράστια,  που κάποτε κάθισαν σαν σκουφί σε δέντρα και κορφές, που έπαιξαν  με το φεγγάρι ή με τον ήλιο, που πρόβαλλε πότε πότε μέσα απ’ αυτά. Αμέτρητες μορφές του νέφους που κυνηγήθηκαν με άλλες στ’ αλώνια του ουρανού.  Μελανίτες, σωρείτες, νέφη μαύρα της καταιγίδας ή άσπρα, νέφη σκοτεινά ή χρυσαφένια από το κίτρινο του δειλινού, μισά δροσοσταλίδες του νερού και μισά φως. Αν δεν γίνει Θεός ποιος θα κρατήσει τη μαγεία τόσης εκατομμυρίων χρόνων  ομορφιάς ;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα μπάζα μακριά

Σβήνω με μαρκαδόρο μια μια τις λέξεις, διάστικτη η σελίδα από τις μελανιές, μένει μόνο εκεί στη μέση η λέξη: ελευθερία, χωρίς άλλες λέξεις πριν ή μετά να υφαίνουν ιστό. Σβήνω όλη την ιστορία κάθε ανθρώπου, αφαιρώ μέχρι που φτάνω στη στιγμή που είπε: είμαι ξεχωριστός άρα  κι ο θάνατος με διαγράφει. Διαγράφω  τόσα που συνέβησαν ανάμεσά μας, φτάνω στην ώρα που σε είδα έτοιμη και ωραία και είπα: αυτή η γυναίκα είναι η ιστορία μου, ξεκινάμε. Αφαιρώ όλη την ιστορία του κόσμου μας, φτάνω στον μεγάλο βυθό, στο μεγάλο κενό, στο αναπαρθένεμα της Μεγάλης Έκρηξης. Έτσι γράφεται η ποίηση, ξεσκαρτάροντας συνεχώς, αδειάζοντας άχρηστα και μπάζα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μορφή και περιεχόμενο

 

Κάθε φορά που ήταν να μπει στο σπίτι του, άνοιγε μια τρύπα στον τοίχο ή στην οροφή, άνετη τρύπα κι έμπαινε κύριος. Εντάξει, ξεσκόνιζε λίγο τα ρούχα του, κάποιες σκόνες βλέπετε έπεφταν πάνω. Το ίδιο κι όταν έβγαινε. Όλα καλά, μόνο οι οδοκαθαριστές μουρμουρούσαν που είχαν να μαζεύουν τα μπάζα που στοιβάζονταν  κάθε λίγο μπροστά στο πεζοδρόμιο -δυο έξοδοι και δυο είσοδοι την ημέρα βλέπεις. Μπαίνοντας βγαίνοντας, το σπίτι άρχισε να χάνεται σιγά σιγά, στο τέλος δεν έμεινε τίποτα. Καθόταν στο σαλόνι του αδιαφορώντας για τις ματιές των περαστικών κι ένιωθε το σχήμα του σπιτιού του να τον αγκαλιάζει προστατευτικά και την ίδια ώρα να του ανοίγει το άπειρο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οκ γαθν πολυϊατρίη

ητρσι Χάριτι Σπανο, Σωτηρί Σόρογκ

 

Ένας σύγχρονος άνθρωπος ρωτά και άλλη γνώμη, τόνιζε. Πληρώνεις, αλλά μαθαίνεις καλύτερα.

Έτσι, μόλις του τύχαινε κάτι, πήγαινε και σε δεύτερο και τρίτο γιατρό. Κάποτε, τον σύγχυζαν οι διαγνώσεις τους, οι θεραπευτικές τους συμβουλές· αυτό το χάπι προκαλεί παρενέργειες ο ένας· το φάρμακο εκείνο μακροχρόνια κάνει ζημιά στα νεφρά, ο άλλος. Μη ο ένας, ναι ο άλλος, όχι και ίσως ο τρίτος.

Όπως τον περασμένο μήνα, με το στομάχι του και τις δύσπνοιές του, ένιωθε να πνιγόταν και να αναποδογυρίζονταν τα σωθικά του. Πέρασε από τρεις γιατρούς, κοντά στον τρίτο ήταν το σπίτι της γιαγιάς του, πέρασε κι από ’κεί κρατώντας συνταγές και φάρμακα που πολεμούσαν μεταξύ τους.

Η γιαγιά μόλις είχε βάλει φύλλα της ελιάς και λιβάνι στο καπνιστήρι και κάπνιζε το σπίτι. Μόλις μπήκε, τον θυμιάτισε κι αυτόν σταυρωτά, τρεις φορές.

-Έλα, παιδί μου, ένα τσάι με χαμομήλι θα σου κάνει καλό, του είπε μόλις άκουσε τα νέα του. Έφερε το μπουκάλι με το οινόπνευμα, -μετά το τσάι, λίγες εντριβές ωφελούν, του είπε.

Έβγαλε το πουκάμισό του και ξάπλωσε στον καναπέ μπρούμυτα, οι εντριβές με το οινόπνευμα ήταν η δεξιότητα της γιαγιάς, κι ο πατέρας του κι ο θείος Βασίλης έλεγαν τακτικά: θα πάμε από τη μάνα για τρίψιμο με σπίρτο, να φτιάξει η μέρα μας. Ξαπλωμένος, είδε που μετακίνησε πιο δεξιά το ερμάρι της με τα ωραία πιατικά, έτσι καλύφθηκε η ρωγμή του τοίχου, που ’γινε από τον σεισμό, πριν από τέσσερα χρόνια.

-Τώρα του είπε, νερό και λουκούμι από τη Θεσσαλονίκη, μου τα ’φερε ο θείος σου ο Βασίλης, που ήρθε προχτές. Κούμπωνε το πουκάμισό του, κι όπως του άφηνε λουκούμι και ποτήρι, την κοίταξε, του έκανε εντύπωση ότι και οι ρυτίδες της ήσαν ήρεμες.

Η γιαγιά, ήταν με χτήματα και μεγάλη περιουσία στο Λευκόνοικο, με την εισβολή έφυγε με τον άντρα της άρον άρον, με τέσσερα παιδιά, έχασε και τον άντρα της πριν από είκοσι χρόνια κι ένα γιο της, τον Ευαγόρα –την ίδια εποχή από καρκίνο. Ύστερα από πέντε χρόνια και το άλλο το παιδί της, τον Νικόλα, από ατύχημα με τ’ αυτοκίνητο. Πάντα, όταν μιλούσε για τον Νικόλα, θυμόταν που εκείνη τη μέρα αυτός είχε πολλές δουλειές κι έτρεχε συνεχώς, δεν μπορούσε καν να βρει μια στιγμή να περάσει απ’ το σπίτι του για φαϊ, «έλα από ’δώ» του είπε, όταν κάποια στιγμή της τηλεφώνησε, «είμαι κοντά στις δουλειές σου, κι έχω μαγειρέψει κάτι που σ’ αρέσει», όμως έγινε το κακό «κι έφυγε νηστικός», τόνιζε γεμάτη πίκρα, κι αυτός πονούσε παραπάνω τον χαμένο θείο του, γιατί τον θυμόταν πιο πολύ, αφού πέθανε όταν ήταν δεκατριών χρονών, μα κυρίως γιατί τον ένιωθε για δεκαπέντα χρόνια να παραμένει πάντοτε νηστικός, αφού δεν πρόλαβε το φαϊ της γιαγιάς.

Έζησε στερημένα η γιαγιά, πριν από εφτά χρόνια δεν είχε λεφτά να φτιάξει τα δόντια της, αυτή που ήταν στο Λευκόνοικο αρχοντοπούλα. Ο πατέρας με τον θείο του έκαναν ένα δάνειο από τη Συνεργατική για να πληρώσουν τους οδοντίατρους, δεν της το είπαν –είναι μια επιχορήγηση των ιατρικών υπηρεσιών, την παραπλάνησαν, για να μη λυπηθεί ότι τους έβαζε σε κόπους και έξοδα.

Ήπιε το νερό, σιγά σιγά ένιωσε περδίκι.

-Γιαγιά, πώς τ’ άντεξες όλ’ αυτά; Τη ρώτησε ξαφνικά.

-Ο καιρός όλα τα θεραπεύει, παιδί μου, είπε κι έμεινε σκεφτική, κι ύστερα: – όλα, ακόμη και την αρρώστια της ζωής.

-Την αρρώστια της ζωής;

-Σε ταλαιπωρεί το κρύο και η ζέστη σε φοβίζουν βροντές και σεισμοί, τρέμεις για τους δικούς σου. Κι ύστερα σε βασανίζει το κορμί σου, σε πληγώνουν οι γύρω σου. Πρέπει κάποτε να ησυχάσεις και απ’ αυτήν.

Σε τριάντα μέρες ήταν στην εκκλησία για την κηδεία της. Πέθανε από ανακοπή στον ύπνο της. Ο πατέρας και ο θείος του σφαγμένοι στον πόνο, αυτός την έβλεπε στο φέρετρο –γαλήνια η μορφή της, την ένιωθε να ανυπομονεί πότε να τελειώσουν οι ψαλμωδίες και ν’ αρχίσει το φτυάρι να τη ραίνει ωραία ωραία με χώμα κι αγκάθια, θεραπευμένη πλήρως ν’ αρχίσει το κορμί της να λικνίζεται στα κύματα μιας θάλασσας του ανόργανου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μελέτη Θανάτου

 

Το είχε σκεφτεί τόσες φορές, το μεθόδευε μελετημένα. Την ώρα Εκείνη θα έκλεινε όλο το σύμπαν μέσα του. Στη συγχρονική διάσταση του κόσμου όλα τα ανθρώπινα της γης κι όλα τα ουράνια σώματα, νεφελώματα και μαύρες τρύπες, σε ακτίνα  γύρω του δισεκατομμύρια έτη φωτός. Και την ίδια ώρα τα προηγούμενα ως τη μύτη του κώνου, όταν πρωτοξεκίνησαν όλα, πριν 14 δισεκατομμύρια χρόνια. Όλα θα τα ζούσε, ακτίνες γάμμα, άτομα και μόρια, δημιουργίες ήλιων και πλανητών, η Γη και τα πρωτοκύτταρα, η εξέλιξη των ειδών, των εργαλείων και της γλώσσας, το ξεκίνημα της τέχνης ίσαμε σήμερα, οντογένεση και φυλογένεση. Η Ιστορία. Όλα θα τ’ αγκάλιαζε το βλέμμα του μυαλού του, περιέχοντας γερά το σύμπαν όλο μέσα του, έτοιμος θα παραδιδόταν στο σύμπαν που τον περιέχει.

Όμως την ώρα Εκείνη ήλθε ένας ψίθυρος «φεύγω τώρα», το άρωμά της φτερούγισε, μια φευγαλέα σκιά, τότε που κατάλαβε πως τον άφηνε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η εικών

 

Πολλά τα θαυμαστά της Μονής, σιγίλλια, λάβαρα, ευαγγέλια σε περγαμηνές, όμως για όλους, πάνω απ’ όλα, είναι η θαυματουργός εικών της Παναγίας, έργο του ευαγγελιστή Λουκά, δόθηκε εδώ το 890 μ.Χ., ο θεοσεβής Λέων ο Έκτος ήτανε τότε αυτοκράτορας στην Πόλη.

Μας ξεναγούσε ο μοναχός, όμως ο φίλος μου, αποτελεσματικός όπως πάντοτε, έσκυψε στ’ αυτί μου.

-Με τη μέθοδο «άνθρακας 14» αυτά όλα λύνονται, μου ψιθύρισε. Λοιπόν, θα ’ναι της ίδιας εποχής που βρέθηκε, άντε εκατό χρόνια πιο παλιά.

Σκέφτηκα αυτά τα χρόνια, 400 χιλιάδες μέρες, τον όρθρο και τον εσπερινό, πρωί κι απόγευμα μπροστά της, τις λειτουργίες, τις παρακλήσεις, τα μνημόσυνα, πάνω από δυο εκατομμύρια τελετές με ψαλμωδίες και θυμιάματα, τ’ αμέτρητα κεριά των πιστών που άναψαν προσκυνώντας την εικόνα με μια ευχή, το κλάμα του ενόχου κι αυτού που παρακαλούσε για κάποιον που αγαπούσε, κι ο χώρος φωτίστηκε με ένα άλλο φως.

-Είναι πιο παλιά, του είπα, η εικόνα.

-Τι λες; Την πας ως την εποχή του ευαγγελιστή Λουκά; Μα τώρα όλα χρονολογούνται σωστά, η μέθοδος με τον «άνθρακα 14» θα σε διαψεύσει.

-Πολύ πιο παλιά, απάντησα, από τότε που ό άνθρωπος δοκίμασε από το Δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, και στο ζύγι βαραίνει πάντα η πλευρά με τον πόνο και την πίκρα, κι ο θάνατος τραβά τη ζυγαριά όλη ως κάτω στη γη. Πρέπει ν’ αντέξουμε, λοιπόν, σ’ ένα κομμάτι ξύλο απ’ αυτό το Δέντρο τη ζωγράφισαν, κράτημα και ίσο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το υπόλοιπο

 

Όταν γνωρίστηκαν και τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά στο ατελιέ του, είδε το τεράστιο κομμάτι του μαρμάρου και σκέφτηκε ότι σ’ αυτόν τον ακατέργαστο όγκο κρύβονταν όλες οι μορφές του κόσμου. Ο Ωγκύστ μπορούσε να σου εμφανίσει έναν γέροντα σοφό, μια πανέμορφη γυμνή νεράιδα, άλογο ή κένταυρο, Σπαρτιάτη πολεμιστή με ασπίδα ή  σύγχρονο τυφεκιοφόρο.

Ο Ωγκύστ οιστρηλατημένος, χτυπούσε με το σφυρί τη σμίλη και κομματάκια από μάρμαρο έπεφταν κάτω στο δάπεδο, η σκόνη τού είχε ασπρίσει την ποδιά, τα χέρια και το πρόσωπο.

-Φιλίπ, του είπε, έχει καιρό να ρθεις από δω, είναι Το Φιλί, που σου έλεγα, σε λίγες μέρες το τελειώνω, και του ‘δωσε με θέρμη το χέρι.

Του έσφιξε κι εκείνος το χέρι δυνατά μα κοιτούσε αποσβολωμένος το έργο, ήταν κάτι θεσπέσιο.

Μίλησαν ακόμη λίγο, η ματιά του θαμπωμένη συνεχώς στο σύμπλεγμα, φεύγω τώρα του είπε, έχεις να δουλέψεις, μη σε διακόπτω.

Στο δρόμο κοίταξε στα χέρια του τη σκόνη του μαρμάρου από τη χειραψία με τον Ωγκύστ. Πήγε να ξεσκονιστεί όμως συγκρατήθηκε. Υπάρχει αυτό το έργο και το άλλο το πέραν αυτού, σκέφτηκε, εγώ έχω στα χέρια μου τον υπόλοιπο κόσμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σελίς 17

 

Σελίς υπ’ αριθμόν δεκαεπτά. Εσύ αναγιγνώσκεις.

Ο ρόλος σου ξεκάθαρος, υπάρχει η σελίδα με το κείμενο, κι η ματιά σου από πάνω που σαρώνει λέξεις και γραμμές, είσαι ο αναγνώστης.

Το βιβλίο όμως είναι δικό μου, είσαι λοιπόν ο αναγνώστης μου.

Γιατί επιμένεις να πας παρακάτω; Τι του βρίσκεις αυτού του βιβλίου; Παράτα το!

Δεν το παράτησες λοιπόν, αφού διαβάζεις κι αυτή τη γραμμή.

Έχουμε μια άλλη σχέση πια, δεν είσαι ο αναγνώστης που μπορεί να συνεχίζει ράθυμα κάτι, μια και το άρχισε.

Άλλη σχέση, αφού ο συγγραφέας σε καλεί για διακοπή και συ συνεχίζεις.

Είσαι λοιπόν ο αναγνώστης μου που επιμένει. Θεέ μου, που επιμένει για μένα!

Ξέρεις πόσα βιβλία κυκλοφορούν κάθε χρόνο; Δύο εκατομμύρια.

Ξέρεις πόσα βιβλία θα κυκλοφορήσουν τα επόμενα διακόσια χρόνια.

Όχι δεν είναι διακόσια επί δύο ίσον τετρακόσια εκατομμύρια.

Τα υπολογίζω σε ένα δισεκατομμύριο εκδόσεις, είναι οι αυξητικές τάσεις, οι ευκολίες πια της έκδοσης. Με τα σχετικά ηλεκτρονικά προγράμματα, ακόμη και μια ρέουσα εκπομπή στην τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, με μια εντολή αυτή θα καταγράφεται και θα κυκλοφορεί σε βιβλίο. Συνεντεύξεις και συζητήσεις στις καφετέριες θα γίνονται βιβλία, όπως και οι ευχές σε γάμους ή τα λόγια σε εκθέσεις. Εντυπώσεις και κριτικές κριτικών και κοινού στην έκθεση του Νικόδημου Παυλίδη, Θεσσαλονίκη 13 -28 Ιουνίου 2039. Μνήμες, αλληλογραφία, μαρτυρίες, τεκμήρια. «Αρχαιολογικές ειδήσεις στην εφημερίδα Ακρόπολις, 1900-2000». Και μετά για φιλολογικές ειδήσεις, για τους Βασιλικούς, τους Φιλελεύθερους, τους έτσι και αλλιώς, που βρίσκονται στα εκατόν χρόνια της εφημερίδας. Χίλιοι τόμοι. Σχόλια στο Ιντερνέτ που πλαισίωσαν την ανάρτηση ενός άρθρου. «300 σχόλια για το άρθρο του Δ. Χιψίδη, Πολιτισμός και ωμοφαγία». Κι αυτά βιβλίο.

Λοιπόν παράτα το. Διαβάζεις ένα από τα ένα δισεκατομμύριο βιβλία που θα κυκλοφορήσουν μέχρι το 2210. Για να τα διαβάσεις όλα, αν διαβάζεις δέκα περίπου την ημέρα, θέλεις 600 χιλιάδες χρόνια. Θέλεις αυτή την αγγαρεία; Μάλλον θα ζήσεις τόσο; Και που θα τα βάλουμε αυτά τα βιβλία, στρώσανε τη γη με ασφαλτόδρομους, χώρους στάθμευσης, πεζοδρόμια, και τώρα χρειάζονται εκατομμύρια στεγασμένα  τετραγωνικά για να φυλάμε τα βιβλία. Εκατομμύρια στεγασμένα τετραγωνικά σε κάθε χώρα, σε κάθε πόλη.  Ναι, χωρούν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μα εμείς θέλουμε  την έντυπη μορφή τους, δεν μπορούμε να τα κάψουμε, θα αρχίσουν πολλοί τα προοδευτιλίκια, ότι, να: όπου καίνε βιβλία καίνε και ανθρώπους.

Εγώ το διακηρύσσω: Να τα κάψουν, να ανασάνει ο χώρος. Εσύ, το ξέρω, αντιδράς. Μα αν κάτι έχουν να πουν, μια λεπτομέρεια έστω, μια παρατήρηση, κάτι θα έχουν να προσθέσουν;

Να τα κάψουν, άμα κρατήσεις τα βασικά και τα κεφαλαιώδη, κάποιος εύκολα μπορεί να ξαναβρεί το νήμα. Δεν χρειάζεται αυτός ο πληθωρισμός.

Να καεί και το βιβλίο που κρατάς. Το δικό μου. Παράτα το. Γιατί αυτό ανάμεσα στα τόσα άλλα; Μ’ αυτό θα βγάλεις τα μάτια σου;

Έχεις διαβάσει Ντοστογιέφσκι, τον Δον Κιχώτη, τον Βασιλιά Ληρ, έχεις διαβάσει Ευριπίδη, Αισχύλο, Σοφοκλή; Τι το θέλεις αυτό αν δεν διάβασες τους μεγάλους; Μου θυμίζεις διάφορους προοδευτικούς καθηγητές, που έφερναν συνεχώς, από διάφορα έντυπα, χρονογραφήματα κι επιφυλλίδες συγχρόνων,  για να εμπεδώσουν στους μαθητές το πνεύμα  (δήθεν και πάλιν δήθεν)  της εποχής, και δυσφορούσαν όταν έπρεπε να διδάξουν Όμηρο, Τραγικούς, Δάντη και Σαίξπηρ.

Έχεις διαβάσεις αυτούς, για να καταπιάνεσαι σήμερα μ’ αυτό το βιβλίο; Σε παρακαλώ να το παρατήσεις. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα.

Θα πεις τώρα «γούστο μου, καπέλο μου, ό,τι θέλω διαβάζω, διαβάζω και το πιο φτηνιάρικο.» Το πιο φτηνιάρικο των άλλων, δεν θέλω κάποιος να διαβάζει τη δική μου πτώση

Ακόμη με διαβάζεις; Είσαι ανυπόφορος.

Θα πεις εσύ:  Και που ξέρεις ρε έξυπνε ότι σε διαβάζω, μπορεί να το παράτησα το βιβλίο κι εσύ μιλάς στο κενό. Μ’ αρέσει η αντίστασή σου, σε ξέρω όμως καλά, για να το λες αυτό θα πει ότι συνεχίζεις. Παράτα το, λοιπόν.

Σκέφτεσαι τώρα: αυτός  το παίζει μοντέρνος συγγραφέας, που δεν κολακεύει τον αναγνώστη του, δεν είναι όπως στα σουπερμάρκετ που ο πελάτης έχει πάντα δίκαιο. Του φέρεται σκληρά, τον βρίζει τον αναγνώστη του, όμως κι αυτό μέσα στο κόλπο, κάθε λίγο και λιγάκι νέα μόδα, ήρθε κι αυτή.

Ναι αιχμηρός με τον αναγνώστη μου, όμως το θέμα είναι άλλο. Γιατί με διαβάζεις; Παράτα με. Ξέρεις τι λυτρωτικό είναι να μην έχεις έναν αναγνώστη; Γιατί, όταν ξεκινήσει ένας, αρχίζει να σ’ αρέσει και μπαίνεις στο παιγνίδι, γίνεσαι δέσμιος των όρων του. Λοιπόν να ξεμπερδεύουμε, σταμάτα. Ούτε ένας αναγνώστης.

 

Λουαλάνξ, λανξ λενξ μπιλέτ παμέφαλ, λόκτε ντουαλέξτερναλ 18GFB27LGPTW444ESD. Μπάντεν μπάντεν φαστροχόρτι, μπουάξ.

 

 

 

Κύριε ελέησον, είσαι μαζοχιστής εντελώς. Ό,τι μαλακία γράψω την ακολουθείς με τα μάτια σου. Κλείσ’ το βιβλίο, τουλάχιστον κλείσ’ τα μάτια σου, να ονειροπολήσεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είδες το κενό της σελίδας αλλά σκέφτηκες ότι αποκλείεται να τέλειωσε το κείμενο εδώ, θα έχει και άλλο και γύρισες σελίδα. Και να που με ξαναβρίσκεις, βρίσκεις το κείμενο μου, που δεν μπορείς να το αφήσεις, έχεις πάθει εξάρτηση.

Ωραία, θα σου πω μια ιστορία, το κείμενο να πάρει μια πιο ανθρώπινη χροιά, να έχει ενδιαφέρον. Ήμουν στο Παρίσι, δεν ήξερα λέξη γαλλικά εκτός από το μερσί, όμως τα αγγλικά ξεκλειδώνουν και το Παρίσι, άμα έχεις αρκετά λεφτά. Ωραία πόλη, ωραίες γυναίκες, μου έλαχε και μένα μια. Γνωριστήκαμε στο μπιστρό του Σαιν Ετουάν, ήταν χάρμα, έξω καταχείμωνο. Το φλερτ μου ήταν επίμονο κι όλα έδειχναν ότι μια επιτυχία, μια παριζιάνικη επιτυχία, θα κοσμούσε το στέμμα μου. Όμως, αλλοίμονο, συνέβηκε κάτι την άλλη μέρα, που θα περνούσε από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου. Αυτό συμφωνήσαμε. Το πρωί μου έδωσαν στη ρεσεψιόν ένα γράμμα, δεν κατάλαβα ποιος μου το είχε στείλει, το άνοιξα ήταν στα γαλλικά, έτσι το έβαλα στην τσέπη να μου το εξηγήσει η Φρανσουάζ όταν θα έφτανε. Ήρθε και ξεκινήσαμε τα ωραία μας, τότε θυμήθηκα το γράμμα και τη ρώτησα τι έγραφε. Διάβασε την πρώτη γραμμή και γουρλώσανε τα μάτια της από τον τρόμο, προχώρησε στη δεύτερη κι έπαθε πανικό, άρχισε να ουρλιάζει, να έχει σπασμούς. Οι φωνές της έφεραν τη διεύθυνση του ξενοδοχείου στο δωμάτιο, αυτή δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, έδειχνε έντρομη το γράμμα που πέταξε στο πάτωμα. Ο διευθυντής διάβασε την πρώτη γραμμή και γούρλωσε τα μάτια του, στη δεύτερη έπεσε λιπόθυμος, σε λίγο με πέταξαν έξω από το ξενοδοχείο, μου πέταξαν τη βαλίτσα, μου πέταξαν το γράμμα στα μούτρα.

Ανάθεμά τα, τι διάβολο γινόταν; Μπήκα σε ένα ταξί, να βρω άλλο ξενοδοχείο, ο οδηγός γνώριζε τα αγγλικά καλά, του λέω έχω ένα γράμμα περίεργο, μπορείς να μου εξηγήσεις τι λέει; Το πήρε, όταν σταμάτησε στο κόκκινο άρχισε να το διαβάζει, στην πρώτη γραμμή κοκκίνισε ολόκληρος, ο τρόμος στο πρόσωπο του ήταν ολοφάνερος, βγήκε από το αυτοκίνητο και με τράβηξε έξω, έπεσα στο δρόμο, μου πέταξε τη βαλίτσα στη ράχη και το γράμμα, επειδή άναψε το πράσινο τα άλλα αυτοκίνητα έπαιζαν τα κλάξον με αδημονία, πανδαιμόνιο, κι αυτός μπήκε μέσα και ξεκίνησε με μεγάλη ταχύτητα, με τους τροχούς να στριγγλίζουν στην επαφή με την άσφαλτο. Πήρα τη βαλίτσα, πήρα το γράμμα και πήρα άλλο ταξί. Πανάθεμά τα, αυτή η πόλη δεν είναι για μένα, είπα, και έδωσα κατεύθυνση: Αεροδρόμιο Ορλύ, θα άλλαζα πτήση και θα έφευγα αμέσως για Ελλάδα, φτάνει πια με τους τρελούς της Γαλλίας. Τα κατάφερα και σε μισή ώρα βρισκόμουν σε αεροπλάνο για την Αθήνα, με την Ολυμπιακή. Συνεπιβάτης μου ο Βέλτσος, στο διπλανό κάθισμα, γαλλοθρεμμένος και καθηγητής, ένας σοβαρός άνθρωπος, αυτός θα μου έλυνε όλα τα ζητήματα. Του έδωσα το γράμμα, του είπα ότι έχει προκαλέσει πολλές παρεξηγήσεις, πρέπει να μου λύσει το μυστήριο.

Ευχαρίστως, είπε, ξέρεις οι Γάλλοι είναι ιδιότυποι σε μερικές εκπτυχώσεις του γίγνεσθαι, όταν υπάρχει διατομή του χωροχρονικού συνεχούς με την υπαρξιακή ασυνέχεια. Θα δούμε.

Το άνοιξε, στη πρώτη γραμμή άρχισε νε γίνεται κάθιδρος και με τα μάτια γουρλωμένα, στην επόμενη άρχισε να ουρλιάζει, σε λίγο με πέταξαν έξω από το αεροπλάνο, μου πέταξαν το γράμμα στα μούτρα και τη βαλίτσα μου. Άκουσα τις σειρήνες των περιπολικών που πλησίαζαν το αεροδρόμιο, έτρεξα με τα πόδια, σε ένα ταξί είπα: στον σιδηροδρομικό σταθμό, μετά εισιτήριο για Μασσαλία, βρήκα ένα ελληνικό καράβι, βρήκα θέση, έμεινα συνεχώς στην καμπίνα μου, ούτε για φαΐ δεν έβγαινα. Σκεφτόμουνα: Αυτό το γράμμα δεν θα το δείξω σε κανένα, θα πάω στην Αθήνα και θα ξεκινήσω τα γαλλικά, εντατικά μαθήματα, και σε λίγους μήνες θα το άνοιγα και θα μάθαινα τι διάολο έγραφε. Αυτή η σκέψη με λύτρωσε, βγήκα για πρώτη φορά στο κατάστρωμα.

Με πλησίασε ο καπετάνιος, μεγάλης ηλικίας. Φαίνεστε σύννους και κατηφής, τι συμβαίνει, με ρώτησε. Και δεν σας είδα άλλη φορά, δυο μέρες που ταξιδεύουμε. Το ενδιαφέρον του με συγκίνησε έβαλα τα κλάματα σαν μικρό παιδί. Του είπα τι μου συνέβηκε, κι ότι πάω Αθήνα μόνο και μόνο για να μάθω γαλλικά, να λύσω το μυστήριο.

-Δώσε μου το να σου το εξηγήσω, και θα ησυχάσεις.

Αρνήθηκα, -έχω πάθει τόσα από αυτό το γράμμα, δεν το δίνω, θα το εξηγήσω μόνος μου.

Παιδί μου, μου είπε, είμαι 62 ετών, αυτό είναι το τελευταίο μου ταξίδι, στον Πειραιά παραδίδω το πλοίο και βγαίνω στη σύνταξη, αν σου διηγηθώ τι πέρασα στη ζωή μου δεν θα πιστεύεις, και θα ταραχτώ από ένα γράμμα;

Εν τέλει δέχτηκα, ίσως γιατί βρήκα ανυπόφορη την αγγαρεία να στρωθώ για να μάθω γαλλικά. Πήρε το γράμμα και το έβαλε στο τραπέζι και πήγε να βγάλει τα γυαλιά μυωπίας, ένα αεράκι φύσηξε και πήρα το γράμμα στη θάλασσα, χάθηκε στο βυθό της.

Θες να με σκοτώσεις ε;. Ο αναγνώστης δολοφονεί τον συγγραφέα. Ωραίο, έχει ξαναγίνει. Κάποτε και οι συγγραφείς δολοφονούν αναγνώστες. Νέοι που διάβασαν τον Φαίδωνα του Πλάτωνα αυτοκτόνησαν για να πάνε στους ουράνιους λειμώνες που περιγράφει.

Λοιπόν ο θείος είχε 45 τόμους του Λένιν, τον έγραψε συνδρομητή στη σειρά το κόμμα, τα έβαλε στο βάθος του ερμαριού, φυλλομετρούσε πότε πότε κάποιον τόμο. Απόφοιτος δημοτικού. Η μάνα του διάβαζε συναξάρια, ο πατέρας του αστυνομικά και ιστορικά, η κόρη του γέμισε το σπίτι της με ψυχολογία, Πως να αποκτάς φίλους, Ο στόχος της ευτυχίας,  ο εγγονός του τώρα κινηματογραφικά και εξωγήινους κι ο άλλος μυστηριώδη φαινόμενα, σίριαλ κίλλερ και εγκλήματα, δεν ξέρεις αν είναι με τους δολοφόνους ή με τους κυνηγούς τους.

Μόδες και τάσεις, φεύγουν κι έρχονται. Σενάρια, χιλιάδες βιβλία. Μερικά τα ήθελες δίπλα σου, μια ταινία που είδες στη μικρή πόλη που έμενες το 1950, και πέρασες μια ωραία μέρα στο σινεμά της, μπορεί να μη σου τύχαινε να την ξαναδείς στην υπόλοιπη ζωή σου. Είχες το βιβλίο με το σενάριο και διάφορες φωτογραφίες, το φυλλομετρούσες και την αναπολούσες. Τώρα έχεις την ταινία ανά πάσα ώρα και στιγμή, στην οθόνη σου. Τι να το κάνεις το βιβλίο με το σενάριο.

Τι μένει. 20 βιβλία μόνο, τα πιο καλά, που μπορείς να επιστρέψεις. Εν τάξει, άντε εκατόν, 40 λογοτεχνικά, 30 θεωρητικά, 30 επιστημονικά. Γιατί όμως τα επιστημονικά, σ’ αρέσει η σπηλαιολογία, η αστρονομίας. Αμέσως ζητάς από το κινητό σου και σου προβάλλει την ταινία στην οθόνη του αέρα για τα σπήλαια, σταλακτίτες, σταλαγμίτες, φουσκωτά σκάφη σε υπόγειους ποταμούς. Ούτε εκατόν βιβλία δεν θα σου τα λέγανε αυτά και τόσο ωραία. Ακυρώνονται τα επιστημονικά. Τα θεωρητικά τώρα, θα είναι μέσα στο κομπιούτερ, ή ακόμη σε μια κούκλα που θα κάθεται στο σαλόνι σου και θα ρωτάς:

-Πες μου ρε Κάρολε πως το βλέπεις εσύ αυτό το ζήτημα;

-Στη Γερμανική ιδεολογία το πρωτοθέσαμε με τον Ένγκελς, το συζήτησα και στα επόμενα βιβλία μου, τα παραγωγικά μέσα, η αλλοτρίωση από το προϊόν της εργασίας, στα Γκρουντρίσε  έτσι, όμως μετά την επιστημολογική μου τομή το είδα και αλλιώς όπως στο Κεφάλαιο, στον δεύτερο τόμο, θα συνεχίζει μέχρι να πεις αμήν και αμάν. Όμως μπορείς  να έχεις πρόγραμμα πολλαπλών συμπυκνώσεων, θα σου τα αραδιάζει εν περιλήψει όπως το θέλεις, αυτή η ερώτηση απάντηση τεσσάρων λεπτών κι αυτή δέκα. Γιατί λοιπόν θεωρητικά βιβλία. Μένει μόνο η η λογοτεχνία. Όταν θέλεις να κρατάς το βιβλίο στο χέρι σου να το ψαύεις, να το αγγίζεις.

Είναι αυτό που διαβάζεις μέσα στα σαράντα καλύτερα που αξίζει να έχεις κοντά σου; Λοιπόν, πέταξε το.

 

Ο αγαπημένος σου συγγραφέας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πού να σας εξηγώ

 

Ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων.

Το μωρόν του Θεού,

το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα.


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το άδειασμα

Φεβρουαρίου 18, 2011


Όταν με παίρνει στο τηλέφωνο κάποιος από απ’ αυτούς τους ανιαρούς γνωστούς που ξέρω τη διάθεσή τους για μακρόσυρτη κουβέντα, αδειάζω κάποτε τις τσέπες μου στο τραπέζι. Όλες: Δυο του παντελονιού και αν φορώ και σακάκι δυο άλλες και κάποτε και μια τρίτη μικρή. Ό,τι  υπάρχει μέσα βρίσκεται ξαφνικά στο γραφείο κι αρχίζω την τακτοποίησή τους. Ίσως μια προσπάθεια να αξιοποιηθεί ο χρόνος, να ’χω κάτι ωφέλιμο ν’ απασχολούμαι, ενώ ο άλλος περιαυτολογεί, θάβει φίλους και γνωστούς, μουρμουρά και παραπονιέται. Κι ενώ κρατώ με το ’να χέρι το ακουστικό κι αυτός ακούει από μένα: «μπράβο», «καλά τα είπες», «καλό, πολύ καλό» και «ναι» κι «ακούω» κι άλλα φατικά, το μυαλό μου και τ’ άλλο χέρι εκεί, στην τακτοποίηση. Αναποδογυρίζω ακόμη και  τις τσέπες, και πετιέται κάτω ό,τι μικροσκοπικό έχει μαζευτεί μέσα, τριχίδια ίσως και σκόνη, και ό,τι αιωρείται στον αέρα και κολλά στα χέρια. Μια αναγκαία κίνηση, που μου δίνει την ικανοποίηση ότι η δουλειά θα γίνει με πληρότητα: Τακτοποιημένα πράγματα σε καθαρές τσέπες.

Αρχίζει μετά το ξεδιάλεγμα. Κάποτε υπάρχουν ενθυλακωμένα απίστευτα όσα, μέχρι και συνδετήρα κι έναν μικρό χαρτοκόπτη βρήκα μια φορά, προχτές στην τσέπη του σακακιού ήταν μια δισκέτα του κομπιούτερ, που τη γύρευα μέρες. Σκέφτεσαι πότε μαζευτήκαν και γιατί τα περιμάζεψες όλ’ αυτά. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσεις. Τα εύκολα πρώτα, τα κλειδιά που μπαίνουν αμέσως πίσω στις άδειες και ξεσκονισμένες τσέπες, καθώς και τα κέρματα,  μετά τα χάρτινα, με μια λογική σειρά, στη δεσμίδα κάτω τα μεγάλα κι από πάνω, εύχρηστα, τα μικρά χαρτονομίσματα, μια διαδικασία που με δυσκολεύει όπως πρέπει να γίνει με το ένα χέρι, μετά χαρτομάντιλα που ρίχνονται στον κάλαθο, επισκεπτήρια, χαρτάκια με τηλέφωνα και δουλειές που πρέπει να θυμηθώ, κάποτε κουμπιά και μικροαντικείμενα. Αρκετές φορές βρίσκω και λογαριασμούς, αποδείξεις, εισιτήρια εκδηλώσεων, μέχρι και αποκόμματα από εφημερίδες με μια ανακοίνωση που μ’ ενδιέφερε όταν την πρωτοδιάβασα. Τα περισσότερα πετιούνται, κι από μερικά αντιγράφονται κάποιες πληροφορίες στο σημειωματάριο. Στο τέλος, όταν κατεβάζω το ακουστικό, έχει ολοκληρωθεί το ξεδιάλεγμα, και συνήθως απ’ όλη αυτή τη σαβούρα που περιμάζεψα στις τσέπες μου δεν έχουν μείνει παρά μόνο κλειδιά και λεφτά κι ένα καθαρό μαντίλι. Κι όταν το κάνω, νιώθω πιο έτοιμος για άλλα πράγματα, να κάνω κι εγώ ένα δύσκολο τηλεφώνημα, να πάω σε κάποιο δίπλα γραφείο για μια υπηρεσιακή συνεργασία που μ’ αρρωσταίνει, να ξεκινήσω μια δουλειά που βαρυγκομούσα εδώ και μέρες ν’ ασχοληθώ μαζί της.

Τέλος λοιπόν του τηλεφώνου, κι εγώ άνετος και τακτοποιημένος. Ξεκαθάρισα τα άχρηστα, ξέρω τι έχω, τι δουλειές υπολείπονται, που πρέπει να γίνουν. Σκέφτομαι ότι μ’ αυτή την κίνηση, αδειάζοντας τις τσέπες, μπορώ να ανασυνθέσω όλη την πορεία μου στη ζωή ως τα σήμερα. Μικρός, παλιά στις γειτονιές της Τριμιθιάς, ήταν συνηθισμένο να ’χω ένα κομμάτι ψωμί, για το διάλειμμα και τις βόλτες του απογεύματος, με τον καιρό μαζευόταν κάτω ένα δάκτυλο ψίχουλα, κάποτε άμα έκοβες νηστικός αναποδογύριζες την τσέπη και γέμιζε η παλάμη, μεγάλη περηφάνια μου έδωσε το σουγιαδάκι που απόκτησα στα δεκατέσσερα, ύστερα, στο βάθος κρυμμένα, ήταν τα τσιγάρα και ο αναπτήρας, τελευταίες τάξεις του γυμνασίου. Μόλις πήγαμε στην Αθήνα, φοιτητές, είχαμε όλοι σχεδόν  ένα κουτί προφυλακτικά για κάθε περίσταση. Είχα ακούσει κι εγώ τόσα για τόσες εύκολες και λυσσασμένες που μπορούσαν να σου πέσουν στα ξαφνικά, έτσι κυκλοφορούσα με ένα προφυλακτικό στην τσέπη, όμως όταν το ’δειξα με περηφάνια στους παλιούς που με φιλοξενούσαν, μέχρι να βρω συγκάτοικο και διαμέρισμα, με κοίταξαν κοροϊδευτικά. «Μόνο μια φορά θα την κανονίσεις;» μου είπαν, έτσι προχώρησα κι εγώ στο κουτάκι με τα τρία, φθάρηκε με τις βδομάδες στην τσέπη μου. Πάντως πολλοί τα χρησιμοποιούσαν τις χειμωνιάτικες  νύχτες παρ’ όλον ότι ήσαν μόνοι στο κρεβάτι. Μέσα στην παγωνιά, που ούτε τα χέρια δεν μπορούσες να βγάλεις έξω απ’ τις κουβέρτες, δυσκολεύονταν να ξεσηκωθούν απ’ το κρεβάτι για ν’ αδειάσουν, έμεναν στα ζεστά και με το προφυλακτικό γλίτωναν και τα σεντόνια απ’ τα υγρά.

Ακόμη, παλιότερα δύσκολα πετούσα πράγματα από τη τσέπη, περίμενα αλλαγές και νέα δεδομένα, κάποτε θα ’ρθει η ώρα τους, έλεγα, κι είχα καιρό. Ένα χαρτάκι με το τηλέφωνο μιας παιγνιδιάρας στη φυσικομαθηματική,  που με τσάκισε στην άρνηση, παρέμενε τσεπωμένο για μήνες, πού ξέρεις, μπορεί να αναστραφούν τα πράγματα. Τώρα τι να τις κάνω τις αναστροφές.

Καμιά φορά αναλογίζουμε ότι με το τι είχαν οι τσέπες παλιά και τι θα ’χουν στο μέλλον μπορείς να δεις όλη την ιστορία των τελευταίων εκατόν χρόνων, και τι θα γίνει από δω και να πάει. Και λέω εκατόν, όχι γιατί δεν θα μπορούσες να πας πιο παλιά, όμως αυτό θα το κατάφερνες μέσ’ από διαβάσματα. Κι εμένα μ’ αρέσει να ανασυνθέτω απ’ ό,τι είδα ο ίδιος κι από μαρτυρίες ανθρώπων που τα κουβέντιασα μαζί τους. Να λοιπόν που άλλα είχαν στις τσέπες οι παλιοί στα περιβόλια και στις μάντρες κι άλλα οι νοικοκυραίοι και οι μικροαστοί στις πόλεις, άλλα οι νέοι κι άλλα οι γέροι τους, οι άντρες και οι γυναίκες. Οι παππούδες μου, γεωργοί του κάμπου αταξίδευτοι, δεν κρατούσαν ποτέ κλειδιά, αυτό τον ορμαθό, που μας κυνηγά όλους σήμερα,  όπως ο καθένας κουβαλά μικρά και μεγάλα, του σπιτιού, του γραφείου, του αυτοκινήτου, του συρταριού. Στο σπίτι πάντα κάποιοι υπήρχανε, παιδιά που ανακάτευαν τα χώματα της αυλής, και γέροι στα πίσω δωμάτια, γυναίκες που πύρωναν τον  φούρνο, έγνεθαν και τάιζαν όρνιθες και περιστέρια. Κι αν χρειαζόταν να μείνει το σπίτι άδειο για καμιά μέρα, όπως θα πήγαιναν όλοι σ’ ένα πανηγύρι ή σε γάμο στο γειτονικό χωριό, κλείδωναν μ’ ένα τεράστιο κλειδί που τ’ άφηναν στη γειτόνισσα μέχρι να επιστρέψουν.  Κι ίσως στο μέλλον να μην έχουν καν τσέπες οι άνθρωποι. Μ’ ένα μαραφέτι σαν το κουτί με τα σπίρτα θα φροντίζουν για όλα. Θα είναι ηλεκτρονικό κλειδί, κι ατζέντα τηλεφώνου, και κάρτα για πληρωμές.

Τέτοια ανασκόπηση είχαμε κάνει σ’ ένα μάθημα πριν από λίγο καιρό, κι οι μαθητές πραγματικά το χαρήκαν. Μέσ’ απ’ τις οσμές της κουζίνας είδαμε όλη την κυπριακή ιστορία του τελευταίου αιώνα. Βάλαμε έναν παρατηρητή, που έκατσε εκατόν χρόνια έξω από κει που ψηνόταν το φαγητό, στη φωτιά ή σε μηχανές πετρελαίου και γκαζιού, σε μάτια ηλεκτρικά και φούρνους μικροκυμάτων.  Σημείωνε τις αλλαγές μόνο με τη χρήση της όσφρησης, πώς απ’ τα παράθυρα του μαγειρειού ξεχύνονται μυρωδιές από όσπρια στην αρχή κι απ’ όσα μεγαλώνει η γη, φυτά και ζώα που έτρεφαν οι ίδιοι, πώς αλλάζει η αναλογία κρέατος όπως αυξάνει και το κομπόδεμα, πώς αρχίζουν καινούριες μυρωδιές από προϊόντα που εισάγονται και νέες συνταγές που διαδίδονται από ταξίδια και έντυπα, και φτάνουμε στις οσμές της σημερινής κουζίνας, χάμπουργκερ και πίτσες. Είχαμε πάει την προηγούμενη όλο το σχολείο εκδρομή. Ο ιδιοκτήτης του Κέντρου για μεσημεριανό ετοίμασε χάμπουργκερ για τον καθένα, έτσι του παράγγειλε το μαθητικό συμβούλιο, κι αυτό θέλανε όλοι. 825 χάμπουργκερ για μαθητές και καθηγητές, κι ακόμη αρκετά άλλα για όσους ήθελαν δεύτερο. Τους παρακολουθούσα να τα τρώνε όλοι με βουλιμία, παιδιά κι εγγόνια παλιών αγροτοποιμένων, κι είπα ν’ ακολουθήσω κι εγώ κι ας μην κάνω πάλιν τον διαφορετικό. Όπως ζούληξα το ψωμάκι του χάμπουργκερ, συμμαζεύτηκε αυτό τάχιστα χωρίς αντίσταση, το πίεσα κι άλλο σκόπιμα και μίκραινε ακόμη, συνέχισα, με πείσμα πια, και μπορούσε να χωρέσει σε μια δακτυλήθρα, σαν να ’ταν απ’ αυτά τα χοντρά περιτυλίγματα, πλαστικά, που είναι γεμάτα φουσκάλες από αέρα. Σπάζεις αυτές τις φουσκάλες κι αυτά συμμαζεύονται, μικραίνουν, σχεδόν εξαφανίζονται.  Έτσι είναι και τα άρθρα του κυρίου Μιμά στο Βήμα, σκέφτηκα, φαντάζουν σπουδαία, στο δεύτερο διάβασμα, όταν καταλάβεις κι αρχίζεις να σπας αυτά τα κενά αέρος που τα διογκώνουν, τι μένει; αυτό που περνά απ’ την τρύπα του βελονιού, κλωστίτσες και τριχούλες νοημάτων.  Πέταξα το σβόλο από ψωμί και παράγγειλα καφέ.

Το στριφογυρίζω καμιά φορά στο μυαλό μου ότι αυτή η συνήθειά μου, να αναποδογυρίζω τις τσέπες και να τις τακτοποιώ εμμανώς, δεν είναι παρά μια ψύχωση όπως και τόσες άλλες που έχουν βαρέσει τον ταλαίπωρο κοσμάκη αυτά τα χρόνια. Άλλοι κατακουρασμένοι και πεινασμένοι του ύπνου  στριφογυρίζουν μέσα στο κρεβάτι, κι όμως ύπνος δεν τους κολλά. Κάποτε σηκώνονται και σφίγγουν τη βρύση. Όπως το περίμεναν ήταν εντάξει, ούτε σταγόνα δεν χανόταν, κι όμως μόνο ύστερα απ’ αυτό, όταν ξαναξαπλώνουν, κοιμούνται αμέσως. Ήταν η τελευταία ενέργεια που υπολείπονταν για να αφεθούν. Κι εγώ έτσι έχω αρχίσει να βλέπω αυτή τη συνήθειά μου. Κι όσο μεγαλώνω, βλέπω αυτή τη μανία ξεκαθαρίσματος και τακτοποίησης για τις τσέπες να την επεκτείνω και σ’ άλλα της ζωής μου. Έχω ήδη κόψει αρκετές συνήθειες και συναναστροφές, και διαιτολογικές προτιμήσεις, ακόμη και διαβάσματα και ταχυδρομικές διευθύνσεις. Ξεσκαρτεύω σκληρά, γράφω σε λίγους τα απαραίτητα, επιστρέφω σε πολύ λίγα βιβλία.

Δεν ξέρω λοιπόν μήπως, όσο προχωρεί ο καιρός και δεν φαίνεται άλλη οδός διαφυγής, αυτή η εμμονή μου μπορεί να είναι και μια άλλη προετοιμασία. Τακτοποιώ τις τσέπες μου, τακτοποιώ τη ζωή μου, μια προσπάθεια όσο πλησιάζει η ώρα για καλή απολογία, αυτήν την επί του φοβερού βήματος. Που δεν ξέρω πια αν αυτός που θα την ακούσει δεν θα ’ναι ένα θηριώδης υπολογιστής που έχει καταγράψει τα πάντα, αυτά που του διαβίβαζε πλουσιοπάροχα και καθημερινά κάποια  σχετική υπηρεσία. Μέσα στη μνήμη του θα έχει όλη την πορεία μου, τι είπα και τι διάβασα, όσα έγραψα πατώντας στο δικό μου πληκτρολόγιο και σε ποιους τηλεφώνησα και τι, το περιεχόμενο όλων των επιστολών που ταχυδρόμησα, ποιους είδα και ποια έπραξα. Και ενώ ίσως έχει έτοιμη  την ετυμηγορία του, από κεκτημένη ταχύτητα των ανθρώπινων συνηθειών ή απλώς για να κρατήσει τα προσχήματα, θα μου πει κοφτά με τη συνθετική φωνή του: –«Λέγε».

 

 

 

ΜΑΣΤΕΡ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΜΑΣΤΕΡ

Ιανουαρίου 28, 2011

  

Όταν το Υπουργείο με μετάθεσε στο νυχτερινό γυμνάσιο, τη δεύτερη μέρα βρήκα ένα ερωτηματολόγιο στη θυρίδα μου. Ποιες καινοτομίες εισήγαγε στη διοίκηση του σχολείου, Πώς αξιολογείτε κ.λπ. Δεν κατάλαβα και πολλά πράματα.  Η συνάδελφος με τον κότσο ήλθε κοντά. Άπλωσε το χέρι να το πάρει, σταθερή και μ’ ευγένεια επικυρωμένη. Είσαστε καινούργιος εσείς και δεν χρειάζεται να το απαντήσετε, μου είπε. Εξήγησε αμέσως με έπαρση: Είναι για το μάστερ μου στην Αγγλία, στο Πανεπιστήμιο του Λέντεξ, διοίκηση σχολείων και παιδαγωγικά.

 Σκέφτηκα να πω κάτι που να της κόψει κάθε διάθεση για συνέχεια όμως αναλογίστηκα «καινούργιος είσαι, μην έρθει κι εδώ η φήμη ότι είσαι σκουντούφλης και βαρετός», ρώτησα λοιπόν κι εγώ με προκάτ ενδιαφέρον. Άρχισε να κελαρίζει ασταμάτητα:

Το θέμα της είναι τα τέσσερα χρόνια της διεύθυνσης της κυρίας Παρτζίλη στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λεμεσού. Εξαιρετική γυναίκα, αφυπηρέτησε πέρσι από το σχολείο αυτό, και στην ερωτηματική ματιά μου πρόσθεσε: «Κρίμα που δεν προλάβατε να τη γνωρίσετε». Η κυρία Παρτζίλη λοιπόν, ο τρόπος διοίκησής της και οι καινοτομίες της, η αντιμετώπισή της από τους μαθητές, που ’ναι πάντα δύσκολοι -μεγάλοι στην ηλικία και άνθρωποι της δουλειάς που πάνε νύχτα σχολείο-, καθώς και από το διδακτικό προσωπικό. Αναδίφησε τα πρακτικά του καθηγητικού συλλόγου στην τετραετία της κ. Παρτζίλη, είδε στο αρχείο την αλληλογραφία του σχολείου με το υπουργείο απ’ το ’88 ως το ’92, τα προβλήματα και τις λύσεις που έδωσε. Μοίρασε σχετικό ερωτηματολόγιο στους καθηγητές και τους μαθητές καθώς και στην κυρία Στέλλα της γραμματείας και μόλις το πάρει πίσω θ’ αρχίσει την ταξινόμηση. Περιμένει και συνεργασία από το Σύνδεσμο αποφοίτων του Εσπερινού Γυμνασίου, γιατί πολλοί μαθητές που τη γνώρισαν έχουν πάρει το απολυτήριο και θέλει  και τη δική τους γνώμη. Εν τέλει  έχει κοιτάξει αρκετές μεταπτυχιακές μελέτες για να πάρει ιδέες και καθοδήγηση για τη δική της, όλο απ’ αυτές  διαβάζει τελευταία κι αυτή που κρατεί τυπώθηκε πριν από δυο μήνες και μου ’δειξε το εξώφυλλο, ο τίτλος ήταν για ένα παιδαγωγικό περιοδικό της Λευκωσίας στα χρόνια του ’30. Και να που η έγκριση του μάστερ είναι επικείμενη,  θα έφτανε τις ογδόντα σελίδες, μια συμβολή στο θέμα όπως η εξεταζόμενη περίπτωση είναι γυναίκας που ανέλαβε ένα δύσκολο σχολείο, η καταξίωση της γυναικείας διεύθυνσης λοιπόν,  η επικείμενη προαγωγή της μετά το μεταπτυχιακό κλπ. Στρίγγλα, σκέφτηκα, να που δεν είναι για να σώσεις την παιδεία αλλά η προαγωγούλα.

Κύριε ελέησον, είπα όταν με άφησε επιτέλους, και το είπα όπως θα ακουόταν βρισιά, αν σηκώνει μάστερ η κυρία Κρεμμυδοπούλου γιατί όχι κι ο μακαρίτης θείος μου Χριστόδουλος Τζιονής, για μια δεκαετία πρόεδρος κοινότητας Κοκκινοτριμιθιάς, της περιώνυμης γενέτειράς μου, που δεξιώθηκε μάλιστα και τον Τσώρτσιλ; Σκέφτηκα αμέσως τον τίτλο: «Η προεδρία Χριστοδούλου Τζιονή στην κοινότητα Κοκκινοτριμιθιάς 1942 – 1950». Η οριοθέτηση της μελέτης ήταν εύκολη. Πληθυσμιακά κοινότητας, προβλήματα, ασχολίες και παραγωγή των αγροτοποιμένων της. Μετά, ιδρύματα του χωριού, σχολείο και εκκλησία, αγροτικός σύλλογος και συνεργατική. Ο διορισμός του από τους Άγγλους, ήτανε πόλεμος τότε και ήθελαν τη συναίνεση του κόσμου, άφησαν τις σκληρότητες κι έβαλαν προέδρους άξιους που τους ήθελε η κοινότητά τους. Αυτά τα γενικά για πλαίσιο, φύγαν οι πρώτες είκοσι σελίδες. Μετά κάποια για τις δραστηριότητες της προεδρίας, εύκολο κι αυτό καθώς στο δημόσιο αρχείο υπάρχουν διάφορες επιστολές με την υπογραφή του, που έστειλε στον κυβερνήτη και τις υπηρεσίες του, για θέματα του χωριού: επέκταση νεκροταφείου, ανακαίνιση σχολείου, θέμα γεωτρήσεων. Οι Άγγλοι ήταν τακτοποιημένοι και για κάθε χωριό είχαν φάκελο μ’ όλα τα σχετικά, αλληλογραφία και στοιχεία. Φύγαν άλλες τριάντα, φτάσαμε στις πενήντα σελίδες. Μετά το φοβερό των μελετών αυτών: το ερωτηματολόγιο. Μοιράζεις ένα φυλλάδιο με δέκα ερωτήσεις σε καμιά εκατοστή ανθρώπους που είναι πάνω από πενήντα χρονών και τον θυμούνται: Άφησε καλές εντυπώσεις; Ποιο θεωρείτε το πιο σημαντικό της προεδρίας του; και άλλες παρόμοιες κι αρχίζει μετά η περίφημη επεξεργασία των στοιχείων: Επί συνόλου 100 απαντήσεων 87 θεωρούν ότι κ.λπ. κ.λπ. φτάσαμε έτσι στις ογδονταπέντε σελίδες. Ε, είναι και η δεξίωση του Τσώρτσιλ, κάπου θα βρω να τη βολέψω κι αυτή, στο αγγλικό πανεπιστήμιο θ’ αρέσει. Είχε έρθει στην Κύπρο το ’43 ο Τσώρτσιλ πηγαίνοντας στην Άδανα για να συναντήσει τον Ινονού, ήθελε να βγάλει την Τουρκία στον πόλεμο κατά της Γερμανίας, κι αλοίμονό μας αν τα κατάφερνε, οι Τούρκοι ξέρουν να βγάζουν κέρδος από κάθε κίνησή τους. Κι οι Άγγλοι πληρώνοντάς τους με ξένα κόλλυβα, απ’ τα δικά μας θα ’διναν όπως πάντα. Γύρω γύρω απ’ το χωριό υπήρχαν χιλιάδες στρατιώτες από Γκούρκας των Ιμαλαϊων μέχρι ξεσταχυασμένοι Άγγλοι και μαύροι της Αφρικής που τους ετοίμαζαν για να τους ρίξουν στις μάχες. Ο Τσώρτσιλ τους επισκέφτηκε και όπως ήταν το πρέπον σ΄ αυτές τις περιπτώσεις ο πρόεδρος της κοινότητας τον δεξιώθηκε στο Δημοτικό Σχολείο, με φαϊ και κρασί. Όλοι ήσαν σε έξαρση, κοίταζαν τον Τσώρτσιλ και μονολογούσαν: «όπως ακριβώς στις εφημερίδες, με τα μάγουλα τα φουσκωμένα και το πούρο». Ο μακαρίτης θείος μου είχε μάθει δυο τρία αγγλικά για την περίσταση μα όταν ήρθε η ώρα του να πει κάτι σηκώνοντας το ποτήρι τα ξέχασε όλα κι είπε μόνο «Χίτλερ κακό». «Βίκτορι βίκτορι» απάντησε αμέσως εύχαρις ο Τσώρτσιλ κι άνοιξε τα χέρια για το σήμα της νίκης, του ’πεσε το πούρο στη γη. Το άρπαξε αμέσως ο Κωσταντής κι άρχισε ξυπόλητος όπως πάντα και πιο αλαλιασμένος απ’ το συνηθισμένο του να τρέχει στα δρομάκια του χωριού φωνάζοντας: «Κρατώ το πούρο του Τσώρτσιλ»! «Κρατώ το πούρο του Τσώρτσιλ»! κι όταν τον σταματούσαν μερικοί για να ρωτήσουν περισσότερα τραβούσε και μια ρουφηξιά και κοίταζε εκστατικός τα δακτυλίδια του καπνού να ανεβαίνουν ψηλά. Ιδού λοιπόν που ο κοινοτάρχης Ερυθροτερμινθίας, λαϊκιστί Κοκκινοτριμιθιάς, με κάνει μαστερούχο και η επιστήμη απογειώνεται σύννεφο.

Ο μακαρίτης που παρέμεινε ως το τέλος με τις βράκες και το κεντητό γιλέκο, ήξερε πέντε κολλυβογράμματα και ποτέ δεν σκέφτηκε ότι κάποιος θα καθόταν να ασχοληθεί μαζί του έστω και για μια γραμμή. Είχε πάει στο σχολείο τρεις τάξεις του δημοτικού και γνώριζε ότι μερικοί γραμματισμένοι κάποτε γράφουν μελέτες και βιβλία για τον Μεγαλέξαντρο και τον Χριστό, άντε και λίγες σελίδες για αγίους και για το ’21. Όμως εγώ θα πάρω ένα μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο του Λέντεξ που θα αναφέρεται σ’ αυτόν. Το γεγονός  θα ‘ναι και μια μικρή του εκδίκηση που θα πάρει από τον επόμενο κοινοτάρχη -αυτός του έβαλε τρικλοποδιά μαζί με τους Άγγλους που  ήθελαν πια δικούς τους, κι ενώ ο θείος μου υπολόγιζε για άλλη μια θητεία πρόβαλαν τον άλλο, κι από αξιοπρέπεια αποσύρθηκε. Ιδού, θα λέει στον τάφο του, που δικαιώθηκα και θα σκέφτεται το τυπωμένο στο κομπιούτερ κείμενο για την προεδρία του, δεμένο με σπιράλ, κτήμα ες αεί, κι ύστερα  ακόμη η τελετή, εγώ με την τήβεννο και  το σκουφί, το δίπλωμα και τα συγχαρητήρια.

Γιατί σνομπάρεις και γιατί αυτό το ύφος είπα στον εαυτό μου και γιατί επιμένεις σ’ αυτή την παλιομοδίτικη άποψη να θεωρείς το μάστερ και τα διδακτορικά σαν κάτι το σοβαρό και το σπουδαίο που πρέπει να κοροϊδεύεις την έκπτωσή τους; Υπάρχουν δεκάδες εκατομμύρια φοιτητές σ’ όλο τον κόσμο κι όπως έγινε μόδα κι ανάγκη το δίπλωμα του πανεπιστημίου θα γίνει και το μεταπτυχιακό. Ήδη πολλές γυναίκες προχωρούσαν μαζικά στα μεταπτυχιακά κι όπως ήταν παλιά τα γαλλικά και το πιάνο τώρα μας ήρθε το μάστερ και τα αγγλικά. Πάψε λοιπόν παρωχημένε είπα ξανά σε μένα να νομίζεις ότι το «Σολωμός και γερμανική φιλοσοφία», «Αρχαία γραμματεία και Σαίξπηρ» και «Παιδαγωγικές θεωρίες Αδαμαντίου Κοραή» είναι τα σημαντικά θέματα που θ’ ασχοληθείς εσύ κι οι άλλοι. Οι μικροαστοί πάνε καλά, τα λεφτά μαζεύονται εύκολα, τα πανεπιστήμια άνοιξαν τις πόρτες τους σε όλους. Όλ’ αυτά θέλουν κι  ένα εκατομμύριο μάστερ το χρόνο. Βρες λοιπόν ένα εκατομμύριο θέματα τον χρόνο για να τα διεξέλθουν οι υποψήφιοι. Κι ένα εκατομμύριο τον άλλο χρόνο κι ένα τον παράλλο. Θα μαστεροποιηθούν τα πάντα. «Οι νέες  μέθοδοι λίπανσης του Γκουπάντο Λοπές στο αγρόκτημα Ντελέφο στο Περού», «Η διευθυντία (1934 – 1941) Γεωργίου Παπαδή στο Γυμνάσιο Ερεσσού», «Οι κανονισμοί λειτουργίας της Υπηρεσίας Δασών του Νταλαχούρα Μπούγκου στην Κένυα», «Ο Τσου Σου Πε και η εφημερίδα  Ντεν Λιν Κου (1913 – 1924) στην πόλη Τσαγκ Τάο».  Ιδού που το φως της γνώσης θα φωτίσει τα πάντα, θα καταυγάζει παντού. Έτσι όπως πάνε τα πράγματα δεν αποκλείεται αύριο να γίνει κι ένα μάστερ και για τον αντίπαλο του θείου κι ας ήτανε οι Άγγλοι που τον επέβαλαν. Κι αρχίζω να υποψιάζομαι ποιος μπορεί να ’ναι αυτός που θ’ αναλάβει. Ένας γλοιώδης τύπος στο Δημοτικό που τον ξέρω καλά από τότε. Όταν κανένα διάλειμμα πλησίαζα διστακτικά την κόρη του δασκάλου, που μας ήρθε φρέσκια με τη μετάθεση του πατέρα της στο σχολείο μας, αυτός, μόλις ξεκινούσα την κουβέντα μαζί της, ερχόταν δυναμικός και σίγουρος και μας διέκοπτε. Είχε τον αέρα του γιατί βρέθηκε γείτονάς της στο σπίτι που νοικίασαν κι η μάνα της τον έστελλε τακτικά στον μπακάλη να της φέρει κάτι έκτακτο.

Τώρα ξεκαθαρίζω και γιατί άρχισαν να χαλούν διάφοροι λογοτέχνες που ξέρω. Αυτά όλα τα έχουν καταλάβει πολύ πριν από μένα και καλύτερα από μένα. Κι άρχισαν να προετοιμάζονται. Φτιάχνουν το αρχείο τους, προσέχουν την αλληλογραφία τους και τις εμφανίσεις τους, ετοιμάζουν τον εαυτό τους, καλοτυλιγμένοι και δεμένοι με λουσάτο φιόγκο, πακέτο που θα δοθεί στον μελετητή τους για μάστερ και διδακτορικό. Σκηνοθετούν πια τη ζωή τους.

savvaspavlou@wordpress.com

ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ

Δεκέμβριος 13, 2010

-Ένα σαντουιτσάκι, τυροπιτίτσα;

-Μια τυρόπιττα.

-Αναψυκτικάκι, ένα χυμούλη;

-Αναψυκτικό.

-Κοκακολίτσα;

-Κοκα κόλα.

Με ενοχλεί και με προβληματίζει ο υποκορισμός των πάντων στη σύγχρονη ελληνική έκφραση. Ο προηγούμενος διάλογος είναι καταγραμμένος όπως ακριβώς ειπώθηκε. Είχα μπει κουρασμένος και διψασμένος σ’ ένα τοστάδικο της Αθήνας και η κορασίδα με υπεδέχθη εύχαρις και προσηνής.

Ακούγοντας τα υποκοριστικά της σκέφτηκα ότι και σε μια άλλη περίοδο της ελληνικής γλώσσας είχαμε επέλαση της σμίκρυνσης, κάποτε κυριολεκτώντας, κάποτε «προς θωπείαν ή χλεύην»: τυρός > τυρίον >τυρί, όφις >οφίδιον > φίδι,  ρύαξ >ρυάκιον >ρυάκι. Σήμερα δεν τα αισθανόμαστε έτσι, τα θεωρούμε κανονικά ουσιαστικά, αγνοούμε την προηγούμενη υποκοριστικοποίηση και όταν θέλουμε να εκφράσουμε τη σμίκρυνση των πραγμάτων, λόγω τρυφερότητας, αλλά και κάποτε υποτιμητικά,  φτιάχνουμε καινούργια επί των παλιών υποκοριστικών: φρύδι – φρυδάκι, φίδι – φιδάκι. Κάποτε σκέφτομαι ότι αυτός ο υποκορισμός έγινε και μέσα στα πλαίσια απλοποίησης της γλώσσας που συνέβηκε στους αλεξανδρινούς χρόνους. Έτσι το όφις (του όφεως) της τρίτης κλίσεως έγινε δευτερόκλιτο: οφίδιον, οφιδίου. Το ίδιο και διάφορα άλλα περιττοσύλλαβα: η οφρύς (της οφρύος), έγινε το οφρύδιον (του οφρυδίου), το όμμα (του όμματος) έγινε το ομμάτιον (του ομματίου) ο όρχις (του όρχεος,  οι όρχεις) έγιναν το ορχίδιον, του ορχιδίου, τα ορχίδια. Έτσι έγινε και η ένταξή τους στην ομάδα των ονομάτων της γραμματικής που έχουν πιο ομαλή κλίση.

Μήπως όμως πρέπει να δούμε και άλλες παραμέτρους; Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν μιλάμε στα παιδιά χρησιμοποιούμε συνεχώς τον υποκορισμό: η τσαντούλα, η μαμάκα, το μολυβάκι σου. Έτσι  τα υποκοριζόμενα, στη συνομιλία με τα παιδιά, λειτουργούν ως απόσβεση του αιχμηρού, του τραγικού και του δύσκολου της ζωής. Με άλλα λόγια δημιουργούν έναν κόσμο γεμάτο παιγνίδια και ακίνδυνα πράγματα. Γιατί λοιπόν τα υποκοριστικά απλώνουν και καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος όταν απευθυνόμαστε και σε θέματα πέραν της παιδικής ηλικίας, όταν αναφερόμαστε σε όλες τις ηλικίες και σε όλα τα κοινωνικά θέματα; Μήπως λοιπόν και η επέλαση της σμίκρυνσης στην Αλεξανδρινή περίοδο ήταν μια έκφραση νέων δυνατοτήτων της κοινωνίας (περισσότερη ηρεμία και ασφάλεια, περισσότερη ευημερία) που επιζητούσε μια άλλη μορφή επικοινωνίας, λιγότερο αιχμηρή και σκληρή; Κι αυτό γιατί ανακαθορίστηκαν οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον περιβάλλοντα κόσμο; Ο Όμηρος δεν αγαπούσε τα υποκοριστικά, μιλούσε συνεχώς για τα ηρωικά και τα επηρμένα, οι Αλεξανδρινοί μπορούσαν να σου γράψουν στο πι και φι ποίημα ακόμα και για την οδοντογλυφίδα.

Ακόμα, η νέα επέλαση των υποκοριστικών μήπως σημαίνει ότι άλλαξε η ελλαδική κοινωνία;  Δηλαδή, αφήνοντας παλαιά πάθη και εθνικές περιπλοκές και τραγικές οριακές καταστάσεις, έφτασε σε νέο στάδιο ηρεμίας και καλοπέρασης, που ανασύρει συνεχώς στην επιφάνεια το φαινόμενο του υποκορισμού για μια νέα μορφή καθορισμού της πραγματικότητας και των κοινωνικών σχέσεων. Ή, μήπως, συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό, τα υποκοριστικά λειτουργούν ως αναπλήρωση του άξενου και αποστασιοποιημένου που χαρακτηρίζουν τις σημερινές ανθρώπινες σχέσεις· ότι  χρησιμοποιώντας τα υποδυόμαστε μια τρυφερότητα και ένα πλησίασμα μεταξύ μας, που δεν υπάρχει;  Οι Κύπριοι έχουν δεχτεί όλες τις  εκφραστικές κατευθύνσεις της πανελλήνιας δημοτικής, αρνούνται μόνο τον υποκορισμό που τελευταία τη χαρακτηρίζει τόσο έντονα. Μήπως αυτό εξηγείται από το ότι η ψυχή της Κύπρου είναι βαριά, γιατί οι κάτοικοί της αισθάνονται ότι ζουν και θα ζήσουν σε σκληρές και αιχμηρές εποχές και τα υποκοριστικά δεν τους πάνε;

Το πράγμα έχει και άλλες οδυνηρές συνέπειες, απρόσμενες. Φίλος από την Κύπρο μου είπε για την πτώση και την αστυσία του όταν, ως γόνος αγροτοποιμένων που θεωρούσαν την ερωτική πράξη εκ μέρους του άρρενος ως πράξη δυναμισμού και επέλασης (την ξεπάτωσα, την ξέσκισα), ανέβηκε στο διαμέρισμα ωραίας Αθηναίας για τα περαιτέρω, ύστερα από επίμονο φλερτ την προτεραία. Τον είχε καλέσει στο διαμέρισμά της και με έπαρση κτύπησε το κουδούνι της αναλογιζόμενος ότι σε λίγη ώρα ακόμη μια επιτυχία θα κοσμούσε το στέμμα του. Στο κρεβάτι ξεκίνησαν τα ωραία, η Αθηναία καλλίπυγος και τανύσφυρος και εκείνος λάβρος και ορμητικός ροπαλοφόρος, οπόταν εκείνη  τον ρωτά. Θες γαμησάκι αμέσως ή να ξεκινήσουμε με μια πιπούλα;

Του ’πεσε αμέσως. Γιατί όλα ξαφνικά γίναν παιδικό δωμάτιο με παιγνιδάκια και μπιμπελό, έτσι αυτός κατέστη ανίκανος εις το ποιείν τα της Αφροδίτης.

-Με φάγαν τα υποκοριστικά, μου ειπε.

ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ (Β’ εκδοχή)

ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ

-Ένα σαντουιτσάκι, τυροπιτίτσα;

-Μια τυρόπιττα.

-Αναψυκτικάκι, ένα χυμούλη;

-Αναψυκτικό.

-Κοκακολίτσα;

-Κοκα κόλα.

Με ενοχλεί και με προβληματίζει ο υποκορισμός των πάντων στη σύγχρονη ελληνική έκφραση. Ο προηγούμενος διάλογος είναι καταγραμμένος όπως ακριβώς ειπώθηκε. Είχα μπει κουρασμένος και διψασμένος σ’ ένα τοστάδικο της Αθήνας και η κορασίδα με υπεδέχθη εύχαρις και προσηνής.

Ακούγοντας τα υποκοριστικά της θυμήθηκα μια που της έμοιαζε, που πριν λίγες μέρες είχε ξεσαλώσει όλους τους μεσήλικες άνδρες στην καφετέρια όπου συχνάζω. Πώς βρέθηκε σ’ αυτό τον τόπο  δεν μπορούσα να καταλάβω, η ηλικία της έχει τα δικά της στέκια, όμως αυτή εκεί με τις ώρες να πίνει τους φραπέδες της και να τηλεφωνεί, αποκάλυπτε ωραίες γάμπες, χαμογελούσε, κοιτούσε τους άνδρες κι έπαιρνε μοιραία ύφη, ξεφυσούσε καπνό κι άνοιγε τα σκέλια δήθεν να πάρει πιο άνετη στάση, όλοι κοιτούσαν και σκέφτονταν το μερίδιό τους που χάθηκε, ο φίλος μου που στην αρχή την χαρακτήρισε με θαυμασμό «-την αφιλότιμη», στην εξέλιξη, όταν το παράκανε με τα τσαλίμια της, «-είδες το αιδοιίδιον» είπε, και όταν εγώ τον κοίταξα ξαφνιασμένος για τη λέξη, πρόσθεσε με έπαρση για τη γλωσσοπλαστική του ικανότητα, «-να ειναι υπερυποκοριστικό, υποκοριστικάρα μάλλον».

Ακούγοντας λοιπόν τα λόγια της καπηλίδος σκέφτηκα ακόμη ότι και σε μια άλλη περίοδο της ελληνικής γλώσσας είχαμε επέλαση της σμίκρυνσης, κάποτε κυριολεκτώντας, κάποτε «προς θωπείαν ή χλεύην»: τυρός > τυρίον >τυρί, όφις >οφίδιον > φίδι,  ρύαξ >ρυάκιον >ρυάκι. Σήμερα δεν τα αισθανόμαστε έτσι, τα θεωρούμε κανονικά ουσιαστικά, αγνοούμε την προηγούμενη υποκοριστικοποίηση και όταν θέλουμε να εκφράσουμε τη σμίκρυνση των πραγμάτων, λόγω τρυφερότητας, αλλά και κάποτε υποτιμητικά,  φτιάχνουμε καινούργια επί των παλιών υποκοριστικών: φρύδι – φρυδάκι, φίδι – φιδάκι. Κάποτε σκέφτομαι ότι αυτός ο υποκορισμός έγινε και μέσα στα πλαίσια απλοποίησης της γλώσσας που συνέβηκε στους αλεξανδρινούς χρόνους. Έτσι το όφις (του όφεως) της τρίτης κλίσεως έγινε δευτερόκλιτο: οφίδιον, οφιδίου. Το ίδιο και διάφορα άλλα περιττοσύλλαβα: η οφρύς (της οφρύος), έγινε το οφρύδιον (του οφρυδίου), το όμμα (του όμματος) έγινε το ομμάτιον (του ομματίου) ο όρχις (του όρχεος,  οι όρχεις) έγιναν το ορχίδιον, του ορχιδίου, τα ορχίδια. Έτσι έγινε και η ένταξή τους στην ομάδα των ονομάτων της γραμματικής που έχουν πιο ομαλή κλίση.

Μήπως όμως πρέπει να δούμε και άλλες παραμέτρους; Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν μιλάμε στα παιδιά χρησιμοποιούμε συνεχώς τον υποκορισμό: η τσαντούλα, η μαμάκα, το μολυβάκι σου. Έτσι  τα υποκοριζόμενα, στη συνομιλία με τα παιδιά, λειτουργούν ως απόσβεση του αιχμηρού, του τραγικού και του δύσκολου της ζωής. Με άλλα λόγια δημιουργούν έναν κόσμο γεμάτο παιγνίδια και ακίνδυνα πράγματα. Γιατί λοιπόν τα υποκοριστικά απλώνονυν και καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος όταν απευθυνόμαστε και σε θέματα πέραν της παιδικής ηλικίας, όταν αναφερόμαστε σε όλες τις ηλικίες και σε όλα τα κοινωνικά θέματα; Μήπως λοιπόν και η επέλαση της σμίκρυνσης στην Αλεξανδρινή περίοδο ήταν μια έκφραση νέων δυνατοτήτων της κοινωνίας (περισσότερη ηρεμία και ασφάλεια, περισσότερη ευημερία) που επιζητούσε μια άλλη μορφή επικοινωνίας, λιγότερο αιχμηρή και σκληρή; Κι αυτό γιατί ανακαθορίστηκαν οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον περιβάλλοντα κόσμο; Ο Όμηρος δεν αγαπούσε τα υποκοριστικά, μιλούσε συνεχώς για τα ηρωικά και τα επηρμένα, οι Αλεξανδρινοί μπορούσαν να σου γράψουν στο πι και φι  ένα ποίημα ακόμη και για την οδοντογλυφίδα.

Λοιπόν, η νέα επέλαση των υποκοριστικών μήπως σημαίνει ότι άλλαξε η ελλαδική κοινωνία;  Αφήνοντας παλαιά πάθη και εθνικές περιπλοκές και τραγικές οριακές καταστάσεις, έφτασε σε νέο στάδιο ηρεμίας και καλοπέρασης, που ανασύρει συνεχώς στην επιφάνεια το φαινόμενο του υποκορισμού για μια νέα μορφή καθορισμού της πραγματικότητας και των κοινωνικών σχέσεων. Ή συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό, τα υποκοριστικά λειτουργούν ως αναπλήρωση του άξενου και αποστασιοποιημένου που χαρακτηρίζουν τις σημερινές ανθρώπινες σχέσεις· ότι  χρησιμοποιώντας τα υποδυόμαστε μια τρυφερότητα και ένα πλησίασμα μεταξύ μας, που δεν υπάρχει;  Οι Κύπριοι έχουν δεχτεί όλες τις  εκφραστικές κατευθύνσεις της πανελλήνιας δημοτικής, αρνούνται μόνο τον υποκορισμό που τελευταία τη χαρακτηρίζει τόσο έντονα. Μήπως αυτό εξηγείται από το ότι η ψυχή της Κύπρου είναι βαριά, γιατί οι κάτοικοί της αισθάνονται ότι ζουν και θα ζήσουν σε σκληρές και αιχμηρές εποχές και τα υποκοριστικά δεν τους πάνε;

Το πράγμα έχει και άλλες οδυνηρές συνέπειες, απρόσμενες. Φίλος από την Κύπρο μου είπε για την πτώση και την αστυσία του όταν, ως γόνος αγροτοποιμένων που θεωρούσαν την ερωτική πράξη εκ μέρους του άρρενος ως πράξη δυναμισμού και επέλασης (την ξεπάτωσα, την ξέσκισα), ανέβηκε στο διαμέρισμα ωραίας Αθηναίας για τα περαιτέρω, ύστερα από επίμονο φλερτ την προτεραία. Τον είχε καλέσει στο διαμέρισμά της και με έπαρση κτύπησε το κουδούνι της αναλογιζόμενος ότι σε λίγη ώρα ακόμη μια επιτυχία θα κοσμούσε το στέμμα του. Στο κρεβάτι ξεκίνησαν τα ωραία, η Αθηναία καλλίπυγος και τανύσφυρος και εκείνος λάβρος και ορμητικός ροπαλοφόρος, οπόταν εκείνη  τον ρωτά. Θες γαμησάκι αμέσως ή να ξεκινήσουμε με μια πιπούλα;

Του ’πεσε αμέσως. Γιατί όλα ξαφνικά γίναν παιδικό δωμάτιο με παιγνιδάκια και μπιμπελό, έτσι αυτός κατέστη ανίκανος εις το ποιείν τα της Αφροδίτης.

Με φάγαν αυτά τα υποκοριστικoύλια, μου έξήγησε.

Τα ομηρογηθή

Ιουνίου 7, 2010

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΥ

Τα ομηρογηθή

ΑΘΗΝΑ  2012

 

Προς νέο βιβλιόφιλο

 

Στην αρχή μαζεύεις άπληστα, θέλεις να ενημερωθείς για τα πάντα, μαζεύεις από παντού, τα βιβλία ξεχειλίζουν από τα ράφια της βιβλιοθήκης προς το γραφείο σου, στοίβες υψώνονται πάνω σε τραπέζια και καρέκλες. Είναι η περίοδος που διανύεις, συνέχισε λοιπόν να ’σαι πολυσυλλεκτικός, ν’ αναζητάς εδώ και κει, αυτή ’ναι η αλήθεια σου τώρα.

Γιατί εκεί στα σαράντα σκέφτεσαι για πρώτη φορά το ξεδιάλεγμα. Χίλια βιβλία μόνο, τα καλύτερα, εκείνα που σου είναι απαραίτητα, που ήταν σταθμός και συμπύκνωση, εκείνα που ανοίγεις τακτικά ή έστω προστρέχεις σ’ αυτά πότε πότε.

Αρχίζεις το κοσκίνισμα, αρχίζεις ν’ απαριθμείς ανάκατα από επιστήμη και λογοτεχνία (κάποια του Μαρξ, η Έρημη χώρα, το Tractatus Logigophilosophicus κ.λπ. κ.λπ.) και στην πορεία διαπιστώνεις ότι και με εκατό τη δουλειά σου την κάνεις κι είναι καλύτερα έτσι.

Πιο μεγάλος αρχίζεις και πάλι ένα ξεσκαρτάρισμα, σκληρότερο τώρα, τα πιο σημαντικά μετρούνται με τα δάχτυλά σου σχεδόν, έχεις πέσει στη μία με δύο δεκάδες. Εκεί μένεις για καιρό. Σου φαίνεται προδοσία, ότι χάνεις ένα μέρος του εαυτού σου αν απαρνηθείς έστω κι ένα απ’ αυτά.

Μεγαλώνεις κι άλλο, κι όταν δεν φαίνεται άλλη οδός διαφυγής, θα κάνεις το άλμα. Θ’ αρκεστείς στο ένα βιβλίο. Σ’ αυτό το σημείο οι άνθρωποι χωρίζονται στα δυο. Άλλοι με την Καινή Διαθήκη κι άλλοι με τον Όμηρο. Τότε για πολλούς τροποποιείται η εικόνα που έχουν για το παρελθόν τους, ξαναγράφουν τη ζωή τους.

Τώρα ξέρεις. Μα μην αρχίσεις τις σκέψεις όταν θα ’ρθει ο καιρός εσύ ποιο τελικά θα διαλέξεις. Άσε· εκείνη η ώρα θα μιλήσει μόνη της.

Μεγάλη Διαμεσολαβητική αποικία 200 μ.ν.χ.

 

 

Έσφυζε από κίνηση η αποικία. Φώτα για φώτα κι άλλα φώτα. Κύματα βαρύτητας, μαγνητικά κι ηλεκτρικά, κύματα που ξαπόστελναν παντού την πληροφορία που έπεφτε στους τοίχους, τους δρόμους και τους ανθρώπους, σαν στρογγυλή γυάλινη σφαίρα και κυλούσε στους χώρους.

Λίγο για να εξακριβώσει τις δυνατότητες του υπολογιστή, λίγο για να περάσει την ώρα ως την επόμενη πλανητική σύνδεση που θα γινόταν στις 18 μ.ν.ο., σκέφτηκε να κατασκευάσει μια γλώσσα δική του. Ανασκουμπώθηκε και προχώρησε στη δουλειά του αποφασιστικός, μισός άνθρωπος μηχάνημα, μισό μηχάνημα άνθρωπος, έφτιαξε τις σχετικές οδηγίες, δημιουργία λέξεων –σύνθεση, σύνταξη και παραγωγή, δομή και λειτουργία, πίεσε το κουμπί ΟΝΤ-3 και στην οθόνη άρχισαν να τρέχουν οι συνηθισμένες φράσεις κι άλλα τυποποιημένα κείμενα στη νέα γλώσσα, μπορούσε να τα παρακολουθεί όπως ήξερε περίπου τι έλεγαν. Δούλεψε λίγη ώρα, προχώρησε σε κάποιες τελειοποιήσεις, όμως σε μια στιγμή ένιωσε κάπως άβολα και σκέφτηκε να πατήσει το κουμπί ΟΥΤ-ΙΙ που τα ’σβηνε όλα, πλήρης εκκαθάριση από τον προγραμματισμό, τις μεταφράσεις και τη μνήμη της γλώσσας που δημιούργησε. Συνέχισε όμως για να διερευνήσει νέα στάδια.

Πίεσε το κουμπί ΕΜ-Ζ και εκατοντάδες γνωστά βιβλία στη μνήμη του υπολογιστή μεταφράστηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δέκα εκτυπωτές ήσαν έτοιμοι να τα τυπώσουν και να τα δέσουν αν ήθελε σε δέκα λεπτά. Η πρώτη βιβλιοθήκη με λογοτεχνήματα κι ιστορικά βιβλία στη νέα γλώσσα του, τη φρέσκια γλώσσα όπως με κάποια έπαρση την είπε. Πάτησε το κουμπί και το κείμενο απ’ τις καινούριες μεταφράσεις, που έτρεχε και χανόταν στην άκρη της οθόνης σαν σκύρα από φορτηγό που ανύψωσε την κάσα, ακινητοποιήθηκε. Στην οθόνη έμεινε η γραφή

Ιλένξ Πρελνδ Στενφθ Λόκτε

Από ποιο έργο να ήταν και τι έλεγε; Προσπάθησε να καταλάβει απ’ τις οδηγίες που είχε δώσει. Δεν τα κατάφερε και πάτησε το κατάλληλο κουμπί, το πρωτότυπο κείμενο ταίριαξε δίπλα:

Ιλένξ Πρελνδ Στενφθ Λόκτε

Εφηβεία, τ’ όνομά σου Ελλάδα

Α, είπε όπως το άπλετο φως απορροφήθηκε σε μαύρο κοίλωμα του νου, σκοτείνιασαν όλα και μείναν φωτεινά πουλιά και σκέψεις, δέντρα και λέξεις και γενικά ό,τι πετούσε.

Εφηβεία – ιλένξ. Ο ίδιος δεν ήταν καθαυτό έφηβος αλλά πολύ πιο μικρός, τον είχε πάρει μαζί της στο πάρκο με τα περιστέρια, μετά τον τσακωμό, σίγουρα για χατίρι του, για τον ήλιο και για ν’ αποφύγουν τη βαριά ατμόσφαιρα του σπιτιού, κλάματα και φωνές.

Ελλάδα – Λόκτε. Στο παγκάκι, κάτω απ’ το δέντρο που αγαπούσαν, ανοίξανε το βιβλίο με τις εικόνες. Του μίλησε γι αυτή, για τους τραγουδιστές και τους σοφούς της, ακόμη για μια γυναίκα της που την κλέψανε κι έτρεξαν όλα τα παλικάρια για χατίρι της να σκοτωθούν.

–         Τη λέγαν Ελένη, του είπε και το χέρι της ίσιωσε τα μαλλιά με τις πρώτες γκρίζες

τρίχες που πέσαν στο μέτωπό της, ωραία ακόμη πριν τσακίσει σε λίγα χρόνια και χαθεί, ως τα σήμερα θυμάται το χέρι της λευκό όπως έφυγε απ’ το γόνατό  με μια απότομη κίνηση προς τα μαλλιά της, κάπως με μια παραδοχή, κάπως να επιμένει ατίθασο, ενώ τα μάτια της φωτεινά τον κοίταζαν, αυτός ήταν πια γι’ αυτήν όλα τα παλικάρια της που θα την υπερασπίζονταν.

Έφερε το δάκτυλο πάνω απ’το ΟΥΤ-11 και πίεσε με δύναμη.

-Μάνα, είπε.

(Κατάλοιπα του Jason, από το φάκελο “Της άλλης χιλιετίας”, γραμμένο λίγο πριν απ’ την πτώση των Νήσων)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού”

ή πρέπει να σταματήσει το κακό –οι νεόπλουτες και σπαστικές Η.Π.Α. να δεχτούν τον Κανόνα να πάρουν, επιτέλους, την απόφαση

 

 

 

Σκληροί κονγκισταδόρες, πηδούσαν από τα πλοία στην ακτή με σπαθιά, αρκεβούζια και κανόνια, έτοιμοι για λεηλασία και σφαγή. Είχανε φτάσει σιγά σιγά όλα τ’ αποβράσματα της Ευρώπης, κι όσοι το δήλωναν πως ήσαν τέτοιοι κι όσοι το κρύβαν. Κι ανελέητα ξεκινούσαν με τα πρωτόφαντα άλογά τους. Βλέμμα αρπακτικό, μετρούσε βίαια την άγνωστη γη, μια ολόκληρη ήπειρος θα σώριαζε τα πλούτη της στα πόδια τους.

Κι ένας γραμματικός που καταγράφει απορημένος για όσα βλέπει να κάνουν και να λεν. Θλιβεροί και αποτρόπαιοι, τι (λίγα)  μπορούσαν να καταλάβουν. Γιατί, πόσο θα κρατούσε αυτό; Δέκα, είκοσι, διακόσια χρόνια; Στο τέλος θα γινόταν αυτό που έπρεπε, μια  ήπειρος ακόμη θα αναγνώριζε πως ο Όμηρος είναι ο πρώτος ποιητής.

49 ή ὄνθον ἀποπτύων

 

Ο μικρός αδελφός έφτασε από τον στρατό, του λέει για τη χτεσινή άσκηση ενώ βγάζει άρβυλα και ζωστήρα, λεπτός και δυνατός˙ πρώτος στη σκοποβολή κι η άδεια τιμητική. Χαρούμενα κουβεντιάζουν γι’ αυτά που γίναν όσο έλειπε, να σου διαβάσω κι αυτό του λέει κάποια στιγμή, είναι από την Ψι, το διάβαζα μόλις μπήκες, κι αρχίζει –ενώ ο μικρός αδελφός ντύνεται με καινούργια ρούχα:

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τάχ᾽ ἔμελλον ἐπαΐξασθαι ἄεθλον,

ἔνθ᾽ Αἴας μὲν ὄλισθε θέων, βλάψεν γὰρ Ἀθήνη,

τῇ ῥα βοῶν κέχυτ᾽ ὄνθος ἀποκταμένων ἐριμύκων,

οὓς ἐπὶ Πατρόκλῳ πέφνεν πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·

ἐν δ᾽ ὄνθου βοέου πλῆτο στόμα τε ῥῖνάς τε·

κρητῆρ᾽ αὖτ᾽ ἀνάειρε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,

ὡς ἦλθε φθάμενος· ὃ δὲ βοῦν ἕλε φαίδιμος Αἴας.

στῆ δὲ κέρας μετὰ χερσὶν ἔχων βοὸς ἀγραύλοιο

ὄνθον ἀποπτύων, μετὰ δ᾽ Ἀργείοισιν ἔειπεν·

ὢ πόποι ἦ μ᾽ ἔβλαψε θεὰ πόδας, ἣ τὸ πάρος περ

μήτηρ ὣς Ὀδυσῆϊ παρίσταται ἠδ᾽ ἐπαρήγει.

ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπ᾽ αὐτῷ ἡδὺ γέλασσαν.

Του διαβάζει κι ακτινοβολούν όλα του δωματίου πρωινό φως, του διαβάζει και πέφτουν οι λέξεις πετράδια.

Στο σαλόνι που πάνε μετά ειν’ ο πατέρας που ακούει τη διαφήμιση της ασφαλιστικής εταιρείας με προσοχή, στην καλογυαλισμένη οθόνη συνεχώς τα ψηφία: ΑΣΠΙΣ-ΑΙΑΣ σας προσέχει, ο θείος που κρατά ένα πολύχρωμο περιοδικό και το συμβουλεύεται για τα προγνωστικά του ποδοσφαίρου: Ίντερ-Μίλαν 2, Άγιαξ- Γιουβέντους Χ, η μητέρα που συμπληρώνει τον κατάλογο με τα ψώνια: σκόνη πλυσίματος Τάιντ (3), Λέμπεργκ πράσινο (2), Έιζιαξ (άσπρος σίφουνας), σαπούνια τρία Λαξ. Γεμίζει το σπίτι σκατά.

Έστι γαρ ημίν σήματα

ή

ΤΟ ΤΕΛΕΞ

16 Απριλίου.

Διαβάζει το τέλεξ έκπληκτος κι απαντά θυμωμένος κι αρνητικός, πώς έτσι και γιατί ξαφνικά αυτό το μήνυμα.

Εκείνη του απαντά πως το μετάνιωσε, ναι φταίει που άφησε τα πράγματα να φτάσουν όπως έφτασαν και τώρα πια αυτός στην άλλη άκρη κι αυτή εδώ, όμως κάθε μέρα το σκεφτόταν και σήμερα τ’ αποφάσισε, του στέλνει με το τέλεξ γιατί τις τελευταίες μέρες αυτό δουλεύει στο γραφείο, κι ίσως τώρα φοβόταν τη φωνή -αυτό το άμεσο, κι ακόμη αφού το τηλέφωνο για το εξωτερικό θέλει κωδικό μπορεί να το καταλάβουν, να μουτρώσουν, να στήσουν αυτί.

Εκείνος, αρνητικός, συνεχίζει να ρωτά: κι ύστερα πώς ξέρω ότι είσαι εσύ κι όχι κάποιος ή κάποια που μου κάνει πλάκα;

-ENA MONO SOY THYMIZO: TO DYSTYHIMA STO DROMO TIS LEMESOY, EFTAIGA MA POTE DEN MOY EIPES OTIDIPOTE KI OTAN EGO TO PARADEHOMOYNA MOY LEGES GIA TH SYGKYRIA, TOYS APROSDIORISTOYS PARAGONTES.

-THEN THYMAMAI TORA, ENA DYSTYHIMA EINAI KATI SYNITHISMENO.

-OYRLIAZA STO ASTHENOFORO, FOBOMOYN, APLOSES TO HERI SOY ME TON ORRO M AGGIXES, EGRAPSES ME TO DAKTYLO STO DIKO MOY HERI: ZOI ZOI MOY, ISYHASA.

-DEN XERO, AYTA EINAI PANTA GNOSTA SE MERIKOYS, SE MIA PAREA, TELOS PANTON TI THA KATAFEREI AYTI I SYZITISI.

-I BOLTA MAS STO FRAGMA TIS ATHALASSAS, MERIKI EPISTRATEYSI EPREPE SE LIGO NA FYGEIS, SOY EIPA GIA ASKIMA KAI HAMENA HRONIA KAI SY M AKOYES TRYFERA. ZOI MOY, EIPES, I SKINI POY TROMAZEI O MIKROS APO TIN PERIKEFALAIA EINAI OTI THYMAMAI APO TO DIMOTIKO, PREPEI NA PAO.

-………..

-STO DOMATIO SOU META TO PROTO XANAFTIAXIMO ITAN OMORFA TO PROI SOU MILISA KAI GIA TON GERO DASKALO POY TOY NOIKIAZAME MIA KAMARA STO SPITI POS TON AKOUSA NA MOURMOURIZEI STO KAPELO TOY: TEMPELIKO ANTE BALE ENAN KORMI NA PAS ENA PERIPATO.

GELASAME, EIPAME KI ALLA TOSA, XANAPESAME KI ITAN PALI KALA KAI MOY EIPES MOLIS PIGA NA SIKOTHO: STASOY NA SOY FERO ENAN PLANITI NA PERPATISEIS. SIKOSES TI FLOKATI OS TIS PATOYSES MOY, ENTAXEI PATISE TORA GERA,  DIALEXA KI EFERA TH GI, PAME MIA BOLTA OS TIN AKRI TIS EGKOMIS.

-EINAI OLA TOSO ORAIA, GINOMAI AYTOS.

Ίσκιοι

 

Εκείνη κάθισε στην άκρη του καναπέ, το χέρι της φωτεινό ακούμπησε στο πλάι, σχεδόν τον άγγιξε, τα ματια της μεγάλα.

Η συζήτηση σε ένταση γρήγορα, όπως εξελισσόταν τακτικά αυτές τις μέρες, με την επιμονή του για απολογισμούς και ξεκαθαρίσματα. Πιεστικός, της καταλόγιζε μύρια όσα, ακόμη τη ρώτησε κι αν θυμάται τον πρώην άντρα της, ζητούσε εξηγήσεις για πολλά.

Απέναντι του αυτή, ελκυστική κι απολογητική, θερμή και με λόγια πίστης και αφοσίωσης, μόνο ψέλλισε που άφησε τους δικούς της για χατίρι του, κι ο τόπος της πια πίσω κι απ’ την αναπόληση, ακούμπησε μετά τη ράχη της στον καναπέ πανέμορφη πάντα, απ’ το παράπονο τα μάτια της υγρά, τα πόδια της χυτά μαζεύτηκαν κι αυτά σαν άμυνα στο άδικο.

Αυτός σκέφτεται να πάει κοντά της τρυφερά ή να κερδίσει ακόμη μια μέρα για τη δική του αυθεντία· διαλέγει νευρώδης και απαιτητικός, και σκαιός, κάποια στιγμή σηκώθηκε και φόρεσε τους αισθητήρες, την πλησίασε παθιασμένος. Εκείνη ικετευτικά: “Πάρη, είσαι ο μοναδικός για μένα, ο μοναδικός” και πλαγιάζει βογκώντας προσμονή, εκείνος πιο βίαιος την αρπάζει.

Ξαφνικά σταματά κι ένας λυγμός τον τραντάζει, μένει άτονος απροσδόκητα, αναλογίζεται τον εαυτό του στην αναισθησία καλυμμένο των αισθητήρων, σαν να φτερούγισε το μάταιο κοντά του επιστρέφει στη θέση του άδειος.

Όμως σε λίγο μαζεύει τις δυνάμεις του ανακαθίζει και πατά το κουμπί VAR3. Αυτή μεταβάλλεται τώρα σε κριτική και επιθετική, του απογυμνώνει ένα ένα τα επιχειρήματά του, αντιστρέφει τις κατηγορίες, εκείνος προσπαθεί ν’ απαντήσει, είναι φανερό σε άμυνα, μα ταυτόχρονα πιέζει VAR4, μετά 5 και 6, κι αυτή συνεχίζει πιο έντονα, αποδεικνύει την υποκρισία και τη συμφεροντολογία του, ο ίδιος συνεχώς οπισθοχωρεί, προσπαθεί να ψελλίσει, σκληρή και σαγηνευτική με παραδείγματα απ’ όλα τα χρόνια του δεσμού τους του φωνάζει για τις μικροψυχίες και τους καιροσκοπισμούς του, κάποια στιγμή αυτός παραιτείται κι ακούει σχεδόν με ηδονή να τον ξεσκαρτεύει. Όμως ένιωσε κάπως άβολα, καθώς μαστιγωτική ξεπέρασε τα όρια που είχε βάλει, γινόταν πια άγγελος εξολοθρευτής· ανακάθισε καλύτερα κι αποφασιστικός, με το χαμόγελο της σιγουριάς, πίεσε το κουμπί ΟΥΤ ΙΙ κι έσβησε η παρουσία της ανεπαίσθητα όπως είχε έρθει.

Τότε άκουσε τα βήματα να πλησιάζουν κι έστρεψε ανήσυχος πίσω το βλέμμα, έντρομος είδε το χέρι της ξίφος φωτός να πιέζει το χειριστήριο που τον σκόπευε. Η φωνή του ξεκίνησε ικετευτικά ερωτηματική, πρόλαβε να πει ένα “Ελέ;”

Θέση  83 –Το πέμπτο παράδοξο

 

Ο Ζήνων το πέμπτο παράδοξό του επεξεργάζεται με ευεξία και ρώμη. Ο Έκτωρ κυνηγούμενος από τον Αχιλλέα γύρω απ’ την ευρυάγυια. Απελπισία. Και στα τείχη το ίδιο -η Εκάβη, ο Πρίαμος, ο λαός της Τροίας, η γνωστή σκηνή. Διώκων διωκόμενος βρίσκονται στην ευθεία που τέμνει την πόλη στο κέντρο, ίση απόσταση μεταξύ τους όπως κι αν τη μετρήσεις. «Ως εις όνειρον» λέει ο θείος ποιητής πλην το παράδοξον τώρα.

Ο Έκτωρ, μένος γεμίζει την ψυχή του, μεταστρέφεται επιζητεί την σύγκρουση για κύδος λαού Πριάμοιο ή για θάνατο, ο Αχιλλεύς, δέος γεμίζει την ψυχή του, -το διαισθάνθηκε ή θυμήθηκε τους κλήρους του Διός, το ωκυθάνατό του;- θέλει να ξεφύγει. Ταυτόχρονα εναλλάσσονται και παίρνει ο καθένας την προηγούμενη ψυχή του άλλου, ουδείς όμως μπορεί να το προσδιορίσει, ότι οι εις κύκλον θέοντες τα άκρα διαμέτρου κατέχοντες ταυτόν εστί διώκτες και διωκόμενοι.

Θέλει να το επεξεργαστεί κι άλλο πλην τ’ αφήνει για να επιστρέψει στην τάξη του Ομήρου. Ο Αχιλλέας ορμά.

Η τελευταία

-Αν ανοίξεις αυτή την πύλη θα τα μάθεις όλα!

Όλοι φεύγαν φοβισμένοι, θαρρετά προχώρησε μόνος

ο Οιδίποδας την άνοιξε

το φως τού ξέσχισε τα μάτια.

Στο βάθος όμως υπήρχε κι άλλη.

-Αν ανοίξεις αυτή τη θύρα θα τα δεις όλα.

Τόλμησε ο Ηράκλειτος.

Κι ύστερα όμως άλλη

κι άλλη. Κάθε φορά πιο βαθιά, με πιο σκληρό μυστικό,

ένας, κάθε τόσο, το τολμούσε. Σειρά

οι πόρτες με τον καιρό άνοιξαν όλες, έμεινε η τελευταία.

Τώρα εγώ, αυτή μπροστά μου

-Αν την ανοίξεις, θα δεις το πριν απ’ τη Μεγάλη Έκρηξη!

Οι Εταιρείες κάνουν συνεχώς δημοσκοπήσεις: να προχωρήσει ή όχι

Άλλοι με φρικίαση ψηφίζουν “ναι”, οι πιο πολλοί με πείσμα λένε “όχι”.

Α στο διάολο χαμένοι που θα περιμένω τις επιλογές σας.

Έχω νιώσει τα πάντα μέσα από τα πάντα, σπρώχνω την πόρτα

το πυρ μ’ έχει αρπάξει ήδη και με κρίνει.

Δεν χρειάζεται πια η ποίηση.

Η Βασιλίη

 

Πύλος. Στην άκρη του κύματος τα παιδιά ξεκίνησαν τα κάστρα.

Κάποιοι γονείς διατεταγμένοι απ᾽ την μοντέρνα παιδαγωγική πήγαν να συμμετάσχουν, κατάλαβαν το άκαιρο, έμειναν πίσω. Αλείφονταν αντιηλιακά, φυλλομετρούσαν περιοδικά, κάπνιζαν. Ένα ζευγάρι ξεκίνησε τις ρακέτες με δυναμισμό, κατέληξαν άτονα, κάθισαν κάτω. Η ομάδα των παιδιών συνέχιζε. Γέφυρες, πύργοι, τάφροι, τειχιά, σήραγγες. Μια μικρή πολιτεία, οχυρωμένη, αναδύθηκε από την άμμο. Σταθηκαν και την κοιτούσαν και τα τέσσερα. Πώς παίρνονται οι αποφάσεις; Ακουγόντουσαν τα πρώτα μπράβο όταν ξαφνικά άρχισαν να την ποδοπατούν. Το μικρότερο έπεσε κάτω να χαλά με τις χούφτες και τα πόδια, με την κοιλίτσα του τρίχρονη ν’ αναδεύει την άμμο, μ’ όλο του το κορμί σ’ επαφή με το όργιο της καταστροφής ο μικρός Αλέξανδρος. Ένα παιδί αιώνας.

ΕΡΩΣ ΙΤΑΜΩΣ ΝΟΜΙΜΟΝ ΣΩΜΑΤΙ ΣΩΡΕ

 

Ακολουθώντας τ’ αχνάρια της κατασκευής μίκρυνε ζωύφιο στις γραμμές της σελίδας, ένα μαυρισμένο κινούμενο άλφα, μίκρυνε κι άλλο μπήκε στο ποίημα. Όταν ξαναπήρε το σώμα του πίσω, οι γραμμές τον είχαν εγκλωβίσει για καλά, απ’ τα σίδερα των στίχων κοίταξε έξω, καμιά ελπίδα.

Ο τίτλος του ποιήματος ήταν εκεί, κύριος μοχλός. Σκέφτηκε ν’ αναπηδήσει να γαντζωθεί με δύναμη και να τον τραβήξει κάτω, να τιναχτούν κι ο ίδιος και η αποτύπωση στον αέρα, με τη φράση αθάνατη: ανήκουμε στους νεκρούς.

Στα ποιήματα απαντάς με ποιήματα ή τα ανατινάζεις, δεν έχει άλλο δρόμο σκέφτηκε, πρέπει ν’ αποφασίσω.

Αποφάσισε σύντομα.

Λοιπόν στο πρώτο στενό,

στο πρώτο καρτέρι

που του στήσανε

“Ούτις”

απάντησε και πέρασε.

Ήτανε γιος των Αχαιών ο γιος του Ριμακό.

.

Έκτοτε βγήκαν ανακοινωθέντα, κομματικά πολλά και άλλα, μεσοστράτι, μια αναγκαία πανδόχευση.

Λοιπόν: Eκκυκλήθητι Bertold.

Αλό, καλημέρα Σταγειρείτη.

.

Πρωί

κι ανοίγω το ένα μάτι αργά

-όχι ξαφνικά πράγματα-

τ’ άλλο κλειστό ακόμη.

Να επιστρέψει η ψυχούλα μου

απ’ τους λειμώνες των χαδιών και των μαχαιριών

να προλάβει.

Απ’ το κλειστό.

Ο αναγνώστης

 

Πηγαίνοντας στο δωμάτιό του για ν’ αφήσει τα πράγματά του, είχε σημαδέψει το σαλονάκι που έβλεπε προς τη θάλασσα, έτσι λούστηκε και κατέβηκε αμέσως κάτω για τον πρώτο καφέ. Στη ρεσεψιόν στάθηκε κάτι να ρωτήσει, και καθώς ο ιδιοκτήτης τηλεφωνούσε, ακούμπησε στον πάγκο περιμένοντάς τον. Τότε πρόσεξε στο διπλανό του ράφι το ασυνήθιστο βιβλίο, μεγάλου σχήματος και μονόχρωμο ανάμεσα σε άλλα έντυπα με χίλια χρώματα κι εικόνες.

Το άνοιξε κι είδε τις ανασηκωμένες κουκίδες σαν να καρφίτσα τις πίεσε απ’την πίσω πλευρά της σελίδας, ήταν φανερά ένα βιβλίο για τυφλούς.

Ο ιδιοκτήτης, κατεβάζοντας το τηλέφωνο, άπλωσε το χέρι να το πάρει μ’ έτοιμη ευγένεια.

-Α, είπε, αύριο μεθαύριο έχω να τους τα στείλω πίσω, πρέπει να το συγυρίσω με τα υπόλοιπα, κι όπως αυτός επέμενε να το περιεργάζεται, πήρε απ’ το ράφι δίπλα στο τηλέφωνο πεντέξι άλλα παρόμοια. Συνέχισε επεξηγηματικός στην ερωτηματική ματιά του:

-Είναι δυο κιβώτια τέτοια, τα στείλαν με τη γραμμή του λεωφορείου για να διαβάζουν οι τυφλοί, όμως από παρεξήγηση φτάσαν σήμερα, τρεις μέρες αφού φύγαν, ο υπεύθυνός τους μου τηλεφώνησε πριν από λίγο, έλειπε με άδεια κι ήταν νευριασμένος μ’ αυτόν που τον αντικατέστησε, όχι μόνο γιατί δεν έκανε σωστά τη δουλειά του και τώρα έχουν και να τα μαζέψουν πίσω, μα και γιατί πήρε από δω και κει απ’ τα ράφια ό,τι τύχαινε και δεν κράτησε ούτε κατάλογο, γι’ αυτό με παρακάλεσε ξανά να φροντίσω να μη χαθεί κανένα, η βιβλιοθήκη τους είναι φτωχική.

Πήρε ένα βιβλίο και το κοίταξε στο κάτω μέρος του εξωφύλλου. Οι άθλιοι, είπε, και το ’ριξε σ’ ένα χαρτοκιβώτιο σκισμένο. Συνέχισε και με τα άλλα: Μαθήματα Αγγλικής, Χέλεν Κέλερ, Λογιστική, Ροβινσώνας Κρούσος. Τ’ ανοίξαμε, είπε, τα περιεργαστήκαμε δυο λεπτά και τώρα έχουμε να τα ξαναπακετάρουμε.

Έκλεισε κι αυτός το δικό του και πριν το δώσει κοίταξε στο εξώφυλλο, κάτω απ’ τον τίτλο με τις ανασηκωμένες κουκκίδες υπήρχε κι ένας άλλος με κανονικά γράμματα: Ιλιάς Η-Ν. Αρχαίο κείμενο-Λεξιλόγιο-Σχόλια.

Το κράτησε πιο δυνατά και ρώτησε ακόμη κάτι, τώρα με ταραγμένη τη φωνή.

-Ναι, είχαν φέρει εδώ απ’ το Ίδρυμα Ευημερίας Τυφλών μια μεγάλη ομάδα, κρατήσαν τα μισά δωμάτια. Φύγαν γρήγορα, βιάστηκε να προσθέσει, ίσως γιατί δεν το ’βρισκε σωστό για το ξενοδοχείο του, που ακτινοβολούσε στη διαφήμισή του δυναμισμό και πλήρη επιτυχία, να συνδεόταν με τέτοια άτομα μ’ ανάγκες, που είχαν το χωρίς… Ένας πελάτης πλησίασε και του ᾽δωσε το κλειδί, κι ύστερα ο ξενοδόχος γύρισε προς τον τοίχο, σ’ ένα πλαίσιο με πολλούς διακόπτες, πάτησε διάφορα κουμπιά κι οι λαμπτήρες άρχισαν ν’ ανάβουν παντού, στα σαλόνια και τις βεράντες.

Κι αυτός προσπάθησε να τους φανταστεί στο χώρο αυτό –ένα μέτριο ξενοδοχείο του Πύργου- παρέες παρέες και μόνους ν’ ανιχνεύουν με το μπαστούνι τα σκαλοπάτια και τους διαδρόμους για το δωμάτιό τους, να ψαχουλεύουν τα πόμολα και τα ράφια, όταν στο σαλόνι δίπλα η θάλασσα τους έγνεφε κι έστρεφαν προς τα κει το πρόσωπο ν’ ακουμπήσει στο μάγουλό τους.

Ζήτησε απ’ τον ξενοδόχο να του αφήσει το βιβλίο για λίγο κι έκατσε προς τη θάλασσα, κρυμμένος απ’ όλους πίσω απ’ τις γλάστρες με τα φουντωτά φυτά.

Έβαλε το χέρι σε μια σελίδα μ’ αδημονία, λίγο ταραγμένος σαν παιδί που κάνει κάτι άπρεπο και θα το μαλώσουν, ένιωσε την πίεση των ανάγλυφων στιγμών όπως τα δάκτυλά του με περπάτημα πουλιού προχώρησαν δυο τρεις γραμμές ενώ τα μάτια του ασυναίσθητα είχαν κλείσει, ύστερα άπλωσε την παλάμη όλη πάνω, τον καρπό μετά, τα γράμματα κεντούσαν το κορμί του κι η επιθυμία τον άρπαξε να πιέσει τ’ ανοιχτό βιβλίο στο στήθος του, να γίνει ασπίδα κεντημένη λέξεις, “ἐν δὲ τίθει”, να ᾽ταν αυτό πάνω στο δέρμα του ή το “θαλερὴν παράκοιτιν” το “ὕπνου δῶρον” το “ὀλλύντων και ὀλλυμένων”.

Ένιωσε τα μάτια του φόρτωμα, όπως Εκείνος τυφλώθηκε για να κρατήσει στο τραγούδι του την ανοιχτοσύνη, κι ο ίδιος γι’ αυτό που αγαπούσε έπρεπε να προχωρήσει στα σκοτεινά, να το διαβάσει πια με το κορμί.

Πρωινό ρόφημα

“Κράτα” και “πρόσεχε” μου λεν

κι η ανησυχία κύκλους κάνει

καθώς βυθίζω τη μαντλέν

μες στο φλιτζάνι.

Ποιον ήχο, φως, οσμή ποθώ

μα και ποια λέξη

ν’ αναδυθεί απ’ τον βυθό

να με διαλέξει;

Με τρόπο ανεπίληπτο

αφέθηκα και το πεπρωμένο

έξω απ’ την πύλη πτω-

χός τω πνεύματι το περιμένω.

Εν τέλει ήρθε, το άρωμά της έφτασε  πρώτο που είχε βάλει πριν φύγει, η τελευταία φορά που βρεθήκαμε. Είχε ντυθεί, ορθώθηκε πανέμορφη κι έριξε κάποιες σταγόνες στο λαιμό, στο χώρισμα του στήθους. Τα λέμε, μου είχε πει φεύγοντας. Εγώ είχα καταλάβει. Κι από τότε προσπαθώ να τελειώσω αυτό το κομμάτι: “Μπήκε στο Γυμνάσιο ντυμένος με το κουστούμι, τελευταίο μοντέλο Αρμάνι. Πήγε στο κυλικείο και πήρε ένα σάντουιτς. Κάθισε και το μασουλούσε σ’ ένα τρίποδο τραπέζι ενώ συμπλήρωνε το  τετράγωνο δελτίο με διεύθυνση, επάγγελμα, τηλέφωνα κ.λπ. να τα δώσει στη συνάντηση. Το στυλό του έγραφε με πράσινο μελάνι, θα το βρουν παραξενιά μου, σκέφτηκε, όμως συνέχισε. Τον όρισε το κόμμα στην Επιτροπή για την “Παιδεία Ενηλίκων”. Με ειδικό τμήμα για συνταξιούχους. Θα συνεδρίαζαν πρώτη φορά εδώ. Άνοιξε την εφημερίδα που επισκοπούσε τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας, η γριά που νοίκιασε ένα τουριστικό διαμέρισμα στην ερημιά μιας ακτής κι ανακάλυψε στην ντουλάπα ένα όρθιο πτώμα, απ’  το περασμένο καλοκαίρι εκεί, η κινητοποίηση της αστυνομίας, ποιος είναι”.

Κι τώρα σκέφτομαι ότι αγωνίζομαι τόσον καιρόν να το ολοκληρώσω μόνο και μόνο για να πω: όρθιο πτώμα, όρθια πτώματα.

Πρέπει να δώσεις να φανεί όμως ο άλλος σαρκασμός, η χαρά για ένα κείμενο που δεν μπορεί να μεταφραστεί, αυτός που ξέρει ελληνικά θα καταλάβει το παιγνίδι με το “γυμνάσιο και ντυμένος”, με το “τρίποδο [τε]τραπέζι” ενώ μεταφρασμένο αυτό: three footed table και table a trios pieds, τρέχα γύρευε.

Οσμές, εικόνες, ήχοι και γεύσεις

κι αγγίγματα που καταλήγουν λέξεις

που θέλουν να συγκατανεύσεις

να τις δεχτείς να φέξεις

μ’ αυτές τη σκοτεινιά σου

…………………………..

τις λέξεις σου νοιάσου

Αλλοτριώνουν, συσκοτίζουν, σκορπίζουν, όμως μια απ’ αυτές, καίρια και αιχμηρή, θ’ ανοίξει τη σπηλιά. Ποια για σένα στην Κύπρο του 2009: Ελέ…; Ελλά…; Ελευ…; Όμως ο πόλεμος γεννά τα πάντα. Και στον κάμπο της Τροίας, συνεχίζει για χιλιάδες χρόνια, πόλεμος παντοτινός. Παίζει ακόμη μια λέξη: Ιλι…