A la manière de Κ. Vasileiou

1. ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου, είπε περινούστατος ο Θηραίος, υπάρχει στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, είπε, πρωτοδιατυπωμένο. Ήταν το πρώτο μάθημα φιλοσοφίας κι ο καθηγητής ήταν γλαφυρός, σε καθήλωνε, εξηγούσε την κοινότητα του θανάτου κι η φιλοσοφία σε προετοιμάζει για το κοινόχρηστο, την παντοτινή αποχώρηση από τον κόσμο τούτο.
Ύστερα από πολλά χρόνια πέρασα από την γιαγιά να της πω ένα γεια
-Γιαγιά τι κάνεις;
-Περιμένω τον χαρτωμένον, γιε μου
Νόμισα ότι χαριεντιζόταν κι έλεγε, δήθεν, κάτι πονηρό.
-Γιαγιά τι λες; Της είπα. Σοβαρολογούσε-σ’ αυτή την ηλικία ποιον να περιμένω άλλον; Κατάλαβα ότι ο χαρτωμένος ήταν ο Χάρος, τον επόμενο χρόνο τη θάψαμε, έφυγε χαμογελαστή και λιπόσαρκη όπως πάντα, το χαμόγελο έκρυβε τα δόντια που χαθήκαν μα αποκάλυπτε τη γαλήνη και την ομορφιά του προσώπου.
Η γιαγιά η Δεσποινού, που δεκάχρονο μού τόνιζε ότι θα γινόμουν το καλύτερο παιδί, τώρα, οι αρώστιες. Με τρυπούν κάθε μέρα, ενέσεις αντιπηκτικές υποδόριες, άλλες για χημειοθεραπείες, μαγνητικούς και αξονικούς τομογράφους, ενδοσκοπικούς υπερήχους, PET, σκιαγραφικές,μια ζωή τρυπήματα.
Αχ γιαγιά που περίμενες χρόνια τον αρραβωνιαστικό, βαθύτατη μελετητήτρια της φιλοσοφίας του θανάτου. Που έλεγες ότι θα ήμουν το καλύτερο παιδί, πάντα πιο μπροστά εσύ από προγάστορες προφεσόρους του Πανεπιστημίου, πούχουν προγούλια, αχαμνά σώματα και μυλά. Πού να καταλάβουν αυτοί;
2. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος τού ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια,-βρε έχει τέσσερις μέρες που είσαι στην Κύπρο και δεν πέρασες ακόμη απ τον παππού σου; μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, χαιρετίστηκαν, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν, λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;
3. Η ΑΡΧΑΊΑ ΠΛΗΓΉ
Η σπηλιά-αρχαία πληγή της γης, είχε έγνοια και στέγαζε τη νύφη Καλυψώ, την πανωραία, όμως ο Οδυσσέας, με σίγουρο χέρι παραμέρισε τα βάτα, που έφραζαν την είσοδο, παραμέρισε το χνουδωτό θαύμα που σκέπαζε την αρχαία πληγή της Καλυψώς, άρατε πύλες και μπήκε, σπηλιά της σπηλιάς. Ο Οδυσσέας ο αρχαίος παππούς μου, παππούς του παππού μου και του πατέρα μου, παππούς των παιδιών μου και των εγγονιών μου. Εσείς σπαγγοραμμένοι, γαμόσιυστοι, ποιον παππού έσιετε;

Ο ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
Δεν ήξερε καν το όνομά μου, είδε τις τρεις συλλογές, όλες όσες έβγαλα ίσαμε σήμερα, στις εκδόσεις Δέντρο, ρώτησε. Τις πήρε, όλη μέρα τις κοιτάζει, υπογραμμίζει συνέχεια, τις γέμισε με ν και χ, μου είπε απ’ το τηλέφωνο που με πήρε για τη γιορτή μου, είχε καιρό να της μιλήσω, κατάλαβα όμως ότι γι αυτόν μ’ άφησε. Τον σκέφτομαι να διαβάζει την «’Απιστη», λίγο επαρμένος γι αυτό, αυτός ήταν ο νικητής. Σκέφτομαι μετά να διαβάζει «Τη αγνώστω γυναικί», χθόνια μεθυστική, η άγνωστη μέσα στο απροσδιόριστο και στο μυθώδες, το χέρι του ακουμπά στη ράχη και γλιστρά κάτω, χουφτώνει τις καμπύλες της, «Τη αγνώστω γυναικί», όμως τώρα είναι συγκεκριμένη, η πρώην δικιά μου, πέρασα κοντά της τρία παραδεισένια καλοκαίρια, Είναι και ο «Κόλπος του Οκτώβρη», είχαμε πάει σ’ ένα ωραίο όρμο, όμως ήταν πρώτες του Οκτώβρη, δεν υπήρχε άλλος, καταλήξαμε πίσω από κάποια βράχια, η ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ζεστή του Οκτώβρη, η Ελλάδα ωραία, έγραφα για τα γλυφά νερά του κόλπου, για τα γλυφά υγρά της, σπάραξε από χαρά το μικρό μου, η φωνή του παραπονεμένη ενός παιδιού, η δική μου ένα μουγκρητό γελάδι που το σφάζουν, ανάθεμά τα να πετούσα τα ποιήματά μου από το μπαλκόνι, όταν τα σπέρνεις δεν ξέρεις που θα πέσουν όμως έναν καλό στίχο κομμάτι του ουρανού ζητάμε κι ας το χαρεί αντίπαλοςή φίλος, καλός ή κακός
A la manière de Κ. Vasileiou
ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου, είπε περινούστατος ο Βουδούρης, υπάρχει στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, πρωτοδιατυπωμένο. Ήταν το πρώτο μάθημα φιλοσοφίας κι ο καθηγητής ήταν γλαφυρός, σε καθήλωνε, εξηγούσε την κοινότητα του θανάτου, κι η φιλοσοφία σε προετοιμάζει για το κοινόχρηστο, την παντοτινή αποχώρηση από τον κόσμο τούτο.

Ύστερα από πολλά χρόνια πέρασα από την γιαγιά να της πω ένα για
-Γιαγιά τι κάνεις;
-Περιμένω τον χαρτωμένο, γιε μου
Νόμισα ότι χαριεντιζόταν κι έλεγε δήθεν κάτι πονηρό
-Γιαγιά τι λες; Της είπα. Σοβαρολογούσε-σ’ αυτή την ηλικία ποιον να περιμένω άλλο; Κατάλαβα ότι ο χαρτωμένος ήταν ο Χάρος, τον επόμενο χρόνο τη θάψαμε έφυγε χαμογελαστή και λιπόσαρκη όπως πάντα, το χαμόγελο έκρυβε τα δόντια που χαθήκαν μα αποκάλυπτε τη γαλήνη και την ομορφιά του προσώπου.
Η γιαγιά η Δεσποινού, που δεκάχρονο μού τόνιζε ότι θα γινόμουν το καλύτερο παιδί, τώρα οι αρρώστιες, με τρυπούν κάθε μέρα, ενέσεις αντιπηκτικές υποδόριες, άλλες για χημειοθεραπείες, μαγνητικούς και αξονικούς τομογράφους,PET, ενδοσκοπικούς υπερήχους, σκιαγραφικές, μια ζωή τρυπήματα.
Αχ γιαγιά που περίμενες χρόνια τον αρραβωνιαστικό, βαθύτατη μελετήτρια της φιλοσοφίας του θανάτου. Που έλεγες ότι θα ήμουν το καλύτερο παιδί, πάντα πιο μπροστά από προγάστορες προφεσόρους του Πανεπιστημίου, πού ’χουν προγούλια, αχαμνά σώματα και μυαλά. Πού να καταλάβουν αυτοί;

2. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος του ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια, μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λλίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά, για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;

3. Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΛΗΓΉ
Η σπηλιά-αρχαία πληγή της γης, είχε έγνοια και στέγαζε τη νύφη Καλυψώ, την πανωραία, όμως ο Οδυσσέας, με σίγουρο χέρι παραμέρισε τα βάτα, που έφραζαν την είσοδο, παραμέρισε το χνουδωτό θαύμα που σκέπαζε την αρχαία πληγή της Καλυψώς, άρατε πύλες και μπήκε, σπηλιά της σπηλιάς. Ο Οδυσσέας ο αρχαίος παππούς μου, παππούς του παππού μου και του πατέρα μου, παππούς των παιδιών μου και των εγγονιών μου. Εσείς ρε σπαγγοραμμένοι, ρε γαμόσιυστοι, ποιον παππού έσιετε;
Ο ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
Δεν ήξερε καν το όνομά μου, είδε τις τρεις συλλογές, όλες όσες έβγαλα ίσαμε σήμερα, στις εκδόσεις Δέντρο, ρώτησε. Τις πήρε, όλη μέρα τις κοιτάζει, υπογραμμίζει συνέχεια, τις γέμισε με ν και χ, μου είπε απ’ το τηλέφωνο που με πήρε για τη γιορτή μου, είχε καιρό να της μιλήσω, κατάλαβα όμως ότι γι αυτόν μ’ άφησε. Τον σκέφτομαι να διαβάζει την «’Απιστη», λίγο επαρμένος γι αυτό, αυτός ήταν ο νικητής. Σκέφτομαι μετά να διαβάζει «Τη αγνώστω γυναικί», χθόνια μεθυστική, η άγνωστη μέσα στο απροσδιόριστο και στο μυθώδες, το χέρι του ακουμπά στη ράχη και γλιστρά κάτω, χουφτώνει τις καμπύλες της, «Τη αγνώστω γυναικί», όμως τώρα είναι συγκεκριμένη, η πρώην δικιά μου, πέρασα κοντά της τρία παραδεισένια καλοκαίρια, Είναι και ο «Κόλπος του Οκτώβρη», είχαμε πάει σ’ ένα ωραίο όρμο, όμως ήταν πρώτες του Οκτώβρη, δεν υπήρχε άλλος, καταλήξαμε πίσω από κάποια βράχια, η ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ζεστή του Οκτώβρη, η Ελλάδα ωραία, έγραφα για τα γλυφά νερά του κόλπου, για τα γλυφά υγρά της, σπάραξε από χαρά το μικρό μου, η φωνή του παραπονεμένη ενός παιδιού, η δική μου ένα μουγκρητό γελάδι που το σφάζουν. Ανάθεμά τα να πετούσα τα ποιήματά μου από το μπαλκόνι, να τα έκαια στο τζάκι, όταν τα σπέρνεις δεν ξέρεις που θα πέσουν, όμως για έναν καλό στίχο ζούμε, ένα στίχο κομμάτι ουρανού ζητάμε κι ας το χαρεί καλός ή κακός αντίπαλος ή φίλος,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: