Archive for Οκτώβριος 2015

ΕΛΛΗΝ ΕΝ ΜΕΣΩ ΝΕΟΚΥΠΡΙΩΝ

Οκτώβριος 28, 2015

Ο Θεός, Εκείνη την ώρα, θα μου συγχωρέσει πολλά,
1974 ως τα σήμερα, έζησα Έλλην εν μέσω Τούρκων
1974 ως τα σήμερα, έζησα Έλλην εν μέσω νεοκυπρίων

ΜΙΑ ΕΥΤΥΧΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Οκτώβριος 10, 2015

Χαράς Ευαγγέλια, το 510 σελίδων βιβλίο μου, με τίτλο Φιλολογικά μελετήματα, αποκλείστηκε από τα βραβεία στον τομέα: μελέτη και έρευνα, γιατί αποτελεί αναδημοσίευση από προηγούμενες δημοσιεύσεις σε διάφορα έντυπα, μου εξήγησαν, από τις Πολιτιστικές υπηρεσίες. Ψέμα, υπάρχουν και πρώτες δημοσιεύσεις, όπως το ποίηση και ποδόσφαιρο, που διαβάστηκε σε σχετικό συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, και οι σχέσεις Καρυωτάκη και Σκαρίμπα, που διαβάστηκε σε συνέδριο στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα. Ακόμη, υπάρχουν εισηγήσεις που είναι καταχωνιασμένες σε δυσεύρετους τόμους συνεδρίων (π.χ. Ως προσωκρατικοί μπροστά στην Τρίτη χιλιετία, κλ.π. που διαβάστηκαν στην Ελλάδα και την Κύπρο, όλα αυτά ξεπερνούν τις διακόσιες πενήντα σελίδες του βιβλίου. Ακόμη, όλες σχεδόν οι συλλογές διηγημάτων και ποιημάτων, που έγιναν δεκτές ή βραβεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια, δημοσίευσαν προηγουμένως το περιεχόμενό τους σε διάφορα έντυπα. Πάντως, ευτυχώς που δεν έγινε εξαγωγή του πνεύματος των Κυπριακών Πολιτιστικών Υπηρεσιών και αλλού γιατί οι Δοκιμές του Σεφέρη, και άλλα βιβλία των Ελύτη, Αναγνωστάκη και Βαγενά κ.λπ. θα αποκλείονταν αφού όλα περιλαμβάνουν μελέτες που δημοσιεύτηκαν προηγουμένως σε διάφορα έντυπα.
Δεν υπέβαλλα τα βιβλία μου, έγραψα, μάλιστα, ότι η υποβολή των βιβλίων για βράβευση μειώνει την περηφάνια του Δημιουργού κι ότι η αρμόδια, για τη βράβευση επιτροπή, θα παρακολουθούσε τις εκδόσεις του προηγούμενου έτους και θα βράβευε αυτές που ξεχώριζαν. Εν τέλει βρέθηκε η λύση της βιβλιοθήκης, τα βιβλία θα κατατίθενται σε έναν οικείο χώρο, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη, και από εκεί θα δρομολογούνταν προς τη σχετική Επιτροπή για βράβευση, χωρίς υποβολή και αιτήσεις. Μετρημένη και καλή λύση. Την ακολουθήσαμε, όμως ο χαρακτήρας των δημοσίων υπηρεσιών, που θέλει να έχει μερίδιο εξουσίας με διάφορους νόμους και παραθυράκια για να «διεκπεραιώνει» ότι τους συμφέρει «περιποιήθηκε» το δικό μου βιβλίο, που απορρίφθηκε με αιτιολογία κανονισμό που άκουσα ότι τώρα ακυρώθηκε, έμεινε εν ισχύι μερικούς μήνες, όσο για να «διευθετήσει» (δηλ. απορρίψει,) το δικό μου βιβλίο.
Υπάρχει και κάτι άλλο, με τους αποκλεισμούς της Μορφωτικής Υπηρεσίας απεστάλησαν στην Επιτροπή για κρίση μόνο ένα βιβλίο στο θέμα έρευνα και μελέτη, μα δεν καταλαβαίνετε είπα στον εκπρόσωπο των πολιτιστικών Υπηρεσιών ότι διασύρετε την Κύπρο με τη στάση σας, μια κοινωνία ενός, σχεδόν, εκατομμυρίου ανθρώπων και με έξι επίσημα πανεπιστήμια η κατάθεσή της σε μελέτη και έρευνα είναι μόνο ένα βιβλίο 70 σελίδων, ή μήπως η έρευνα, ο προβληματισμός και η μελέτη είναι οι μεγάλοι περιθωριοποιημένοι της Κύπρου. Αντί αυτό να προκαλέσει συναγερμό σωμάτων και ψυχών πως θα τονώσουμε τη μελέτη και έρευνα για κοινότητες, προσωπικότητες, γεγονότα, οργανώσεις κ.λπ. κρύβουμε και αυτά που εκδόθηκαν, Κύριε ελέησον.
Πάντως διασκέδασα αυτόν τον αποκλεισμό, γιατί με σύνδεσε με τον πρώτο μου εαυτό στον οποίο επιστρέφω. Λοιπόν, ηρεμία ψυχής. Εκδίδω αυτήν την περίοδο στην Αθήνα ένα βιβλίο με διηγήματα. Τόσο αυτό όσα και οποιοδήποτε άλλο βιβλίο θα εκδώσω στο μέλλον δεν διεκδικούν βραβείο, και απαγορεύω στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες να ασχολούνται με το έργο μου. Ουφ, με αυτή τη δήλωση νιώθω ανακουφισμένος και χαρούμενος πια, και πέτυχα μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, απήλλαξα τις πολιτιστικές υπηρεσίες από την ενόχληση να ασχολούνται με τα βιβλία μου και απήλλαξα τον εαυτό μου από τη φθορά να ασχολούνται οι Πολιτιστικές υπηρεσίες με το έργο μου.
Σάββας Παύλου

A la manière de Κ. Vasileiou

Οκτώβριος 6, 2015

1. ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου, είπε περινούστατος ο Θηραίος, υπάρχει στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, είπε, πρωτοδιατυπωμένο. Ήταν το πρώτο μάθημα φιλοσοφίας κι ο καθηγητής ήταν γλαφυρός, σε καθήλωνε, εξηγούσε την κοινότητα του θανάτου κι η φιλοσοφία σε προετοιμάζει για το κοινόχρηστο, την παντοτινή αποχώρηση από τον κόσμο τούτο.
Ύστερα από πολλά χρόνια πέρασα από την γιαγιά να της πω ένα γεια
-Γιαγιά τι κάνεις;
-Περιμένω τον χαρτωμένον, γιε μου
Νόμισα ότι χαριεντιζόταν κι έλεγε, δήθεν, κάτι πονηρό.
-Γιαγιά τι λες; Της είπα. Σοβαρολογούσε-σ’ αυτή την ηλικία ποιον να περιμένω άλλον; Κατάλαβα ότι ο χαρτωμένος ήταν ο Χάρος, τον επόμενο χρόνο τη θάψαμε, έφυγε χαμογελαστή και λιπόσαρκη όπως πάντα, το χαμόγελο έκρυβε τα δόντια που χαθήκαν μα αποκάλυπτε τη γαλήνη και την ομορφιά του προσώπου.
Η γιαγιά η Δεσποινού, που δεκάχρονο μού τόνιζε ότι θα γινόμουν το καλύτερο παιδί, τώρα, οι αρώστιες. Με τρυπούν κάθε μέρα, ενέσεις αντιπηκτικές υποδόριες, άλλες για χημειοθεραπείες, μαγνητικούς και αξονικούς τομογράφους, ενδοσκοπικούς υπερήχους, PET, σκιαγραφικές,μια ζωή τρυπήματα.
Αχ γιαγιά που περίμενες χρόνια τον αρραβωνιαστικό, βαθύτατη μελετητήτρια της φιλοσοφίας του θανάτου. Που έλεγες ότι θα ήμουν το καλύτερο παιδί, πάντα πιο μπροστά εσύ από προγάστορες προφεσόρους του Πανεπιστημίου, πούχουν προγούλια, αχαμνά σώματα και μυλά. Πού να καταλάβουν αυτοί;
2. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος τού ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια,-βρε έχει τέσσερις μέρες που είσαι στην Κύπρο και δεν πέρασες ακόμη απ τον παππού σου; μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, χαιρετίστηκαν, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν, λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;
3. Η ΑΡΧΑΊΑ ΠΛΗΓΉ
Η σπηλιά-αρχαία πληγή της γης, είχε έγνοια και στέγαζε τη νύφη Καλυψώ, την πανωραία, όμως ο Οδυσσέας, με σίγουρο χέρι παραμέρισε τα βάτα, που έφραζαν την είσοδο, παραμέρισε το χνουδωτό θαύμα που σκέπαζε την αρχαία πληγή της Καλυψώς, άρατε πύλες και μπήκε, σπηλιά της σπηλιάς. Ο Οδυσσέας ο αρχαίος παππούς μου, παππούς του παππού μου και του πατέρα μου, παππούς των παιδιών μου και των εγγονιών μου. Εσείς σπαγγοραμμένοι, γαμόσιυστοι, ποιον παππού έσιετε;

Ο ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
Δεν ήξερε καν το όνομά μου, είδε τις τρεις συλλογές, όλες όσες έβγαλα ίσαμε σήμερα, στις εκδόσεις Δέντρο, ρώτησε. Τις πήρε, όλη μέρα τις κοιτάζει, υπογραμμίζει συνέχεια, τις γέμισε με ν και χ, μου είπε απ’ το τηλέφωνο που με πήρε για τη γιορτή μου, είχε καιρό να της μιλήσω, κατάλαβα όμως ότι γι αυτόν μ’ άφησε. Τον σκέφτομαι να διαβάζει την «’Απιστη», λίγο επαρμένος γι αυτό, αυτός ήταν ο νικητής. Σκέφτομαι μετά να διαβάζει «Τη αγνώστω γυναικί», χθόνια μεθυστική, η άγνωστη μέσα στο απροσδιόριστο και στο μυθώδες, το χέρι του ακουμπά στη ράχη και γλιστρά κάτω, χουφτώνει τις καμπύλες της, «Τη αγνώστω γυναικί», όμως τώρα είναι συγκεκριμένη, η πρώην δικιά μου, πέρασα κοντά της τρία παραδεισένια καλοκαίρια, Είναι και ο «Κόλπος του Οκτώβρη», είχαμε πάει σ’ ένα ωραίο όρμο, όμως ήταν πρώτες του Οκτώβρη, δεν υπήρχε άλλος, καταλήξαμε πίσω από κάποια βράχια, η ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ζεστή του Οκτώβρη, η Ελλάδα ωραία, έγραφα για τα γλυφά νερά του κόλπου, για τα γλυφά υγρά της, σπάραξε από χαρά το μικρό μου, η φωνή του παραπονεμένη ενός παιδιού, η δική μου ένα μουγκρητό γελάδι που το σφάζουν, ανάθεμά τα να πετούσα τα ποιήματά μου από το μπαλκόνι, όταν τα σπέρνεις δεν ξέρεις που θα πέσουν όμως έναν καλό στίχο κομμάτι του ουρανού ζητάμε κι ας το χαρεί αντίπαλοςή φίλος, καλός ή κακός
A la manière de Κ. Vasileiou
ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου, είπε περινούστατος ο Βουδούρης, υπάρχει στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, πρωτοδιατυπωμένο. Ήταν το πρώτο μάθημα φιλοσοφίας κι ο καθηγητής ήταν γλαφυρός, σε καθήλωνε, εξηγούσε την κοινότητα του θανάτου, κι η φιλοσοφία σε προετοιμάζει για το κοινόχρηστο, την παντοτινή αποχώρηση από τον κόσμο τούτο.

Ύστερα από πολλά χρόνια πέρασα από την γιαγιά να της πω ένα για
-Γιαγιά τι κάνεις;
-Περιμένω τον χαρτωμένο, γιε μου
Νόμισα ότι χαριεντιζόταν κι έλεγε δήθεν κάτι πονηρό
-Γιαγιά τι λες; Της είπα. Σοβαρολογούσε-σ’ αυτή την ηλικία ποιον να περιμένω άλλο; Κατάλαβα ότι ο χαρτωμένος ήταν ο Χάρος, τον επόμενο χρόνο τη θάψαμε έφυγε χαμογελαστή και λιπόσαρκη όπως πάντα, το χαμόγελο έκρυβε τα δόντια που χαθήκαν μα αποκάλυπτε τη γαλήνη και την ομορφιά του προσώπου.
Η γιαγιά η Δεσποινού, που δεκάχρονο μού τόνιζε ότι θα γινόμουν το καλύτερο παιδί, τώρα οι αρρώστιες, με τρυπούν κάθε μέρα, ενέσεις αντιπηκτικές υποδόριες, άλλες για χημειοθεραπείες, μαγνητικούς και αξονικούς τομογράφους,PET, ενδοσκοπικούς υπερήχους, σκιαγραφικές, μια ζωή τρυπήματα.
Αχ γιαγιά που περίμενες χρόνια τον αρραβωνιαστικό, βαθύτατη μελετήτρια της φιλοσοφίας του θανάτου. Που έλεγες ότι θα ήμουν το καλύτερο παιδί, πάντα πιο μπροστά από προγάστορες προφεσόρους του Πανεπιστημίου, πού ’χουν προγούλια, αχαμνά σώματα και μυαλά. Πού να καταλάβουν αυτοί;

2. ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πρώτη φορά στο νησί, αφότου ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, ο θείος του ’πε να περάσουν από τον παππού, να του πουν ένα γεια, μπήκαν στο διπλοκάμπινο, έφτασαν στην αυλή, ο παππούς είπε στον θείο του κοφτά: εσυρτηκαν οι αίγες σου, κι ο θείος άργησε λίγο, να λοιπόν, κι εδώ το ον και μη ον, σκέφτηκε, θέλουν ακόμα λλίες μέρες απάντησε ο θείος, ουκ έστιν λοιπόν, δεν θυμόταν τη λέξη εσυρτήκαν, κατάλαβε όμως ότι σήμαινε αν έφτασαν σε οίστρο όπότε ανελάμβαναν να το κανονίσουν, είχε μερικούς που είχαν δυνατούς τράγους, τους πήγαιναν τις αίγες και τους έδιναν και κάποια λεφτά, για τα γαμησιάτικα, πήγε να πει, μα δεν το βρήκε να ταιριάζει, τα επίβητρα, σκέφτηκε. Κάποτε το κοπάδι μόνο του διευθετούσε το θέμα, είχε τράγους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων, τώρα αλλάξαν τα πράγματα, μεγάλε, σκέφτηκε, Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος των μεν όντων ως έστιν και των μη όντων ως ουκ έστιν. Και συ πότε θα επιστρέψεις, απευθύνθηκε νοερά στην πανέμορφη, Που έχεις χαθεί και μ’ αφήνεις μόνο μου έτσι στο μη ον, στο ουκ έστιν;

3. Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΛΗΓΉ
Η σπηλιά-αρχαία πληγή της γης, είχε έγνοια και στέγαζε τη νύφη Καλυψώ, την πανωραία, όμως ο Οδυσσέας, με σίγουρο χέρι παραμέρισε τα βάτα, που έφραζαν την είσοδο, παραμέρισε το χνουδωτό θαύμα που σκέπαζε την αρχαία πληγή της Καλυψώς, άρατε πύλες και μπήκε, σπηλιά της σπηλιάς. Ο Οδυσσέας ο αρχαίος παππούς μου, παππούς του παππού μου και του πατέρα μου, παππούς των παιδιών μου και των εγγονιών μου. Εσείς ρε σπαγγοραμμένοι, ρε γαμόσιυστοι, ποιον παππού έσιετε;
Ο ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
Δεν ήξερε καν το όνομά μου, είδε τις τρεις συλλογές, όλες όσες έβγαλα ίσαμε σήμερα, στις εκδόσεις Δέντρο, ρώτησε. Τις πήρε, όλη μέρα τις κοιτάζει, υπογραμμίζει συνέχεια, τις γέμισε με ν και χ, μου είπε απ’ το τηλέφωνο που με πήρε για τη γιορτή μου, είχε καιρό να της μιλήσω, κατάλαβα όμως ότι γι αυτόν μ’ άφησε. Τον σκέφτομαι να διαβάζει την «’Απιστη», λίγο επαρμένος γι αυτό, αυτός ήταν ο νικητής. Σκέφτομαι μετά να διαβάζει «Τη αγνώστω γυναικί», χθόνια μεθυστική, η άγνωστη μέσα στο απροσδιόριστο και στο μυθώδες, το χέρι του ακουμπά στη ράχη και γλιστρά κάτω, χουφτώνει τις καμπύλες της, «Τη αγνώστω γυναικί», όμως τώρα είναι συγκεκριμένη, η πρώην δικιά μου, πέρασα κοντά της τρία παραδεισένια καλοκαίρια, Είναι και ο «Κόλπος του Οκτώβρη», είχαμε πάει σ’ ένα ωραίο όρμο, όμως ήταν πρώτες του Οκτώβρη, δεν υπήρχε άλλος, καταλήξαμε πίσω από κάποια βράχια, η ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ζεστή του Οκτώβρη, η Ελλάδα ωραία, έγραφα για τα γλυφά νερά του κόλπου, για τα γλυφά υγρά της, σπάραξε από χαρά το μικρό μου, η φωνή του παραπονεμένη ενός παιδιού, η δική μου ένα μουγκρητό γελάδι που το σφάζουν. Ανάθεμά τα να πετούσα τα ποιήματά μου από το μπαλκόνι, να τα έκαια στο τζάκι, όταν τα σπέρνεις δεν ξέρεις που θα πέσουν, όμως για έναν καλό στίχο ζούμε, ένα στίχο κομμάτι ουρανού ζητάμε κι ας το χαρεί καλός ή κακός αντίπαλος ή φίλος,