ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Πολυτεχνείο ο Σωτηράκης ο Ιωαννίδης, ο οδοντοτεχνίτης, μια κορώνα στο κεφάλι και δεν θα ζήσεις Αργότερα στο γηροκομείο του Δήμου
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΜΗΤΣΙδημοσιογραφική διάσκεψη
Παραθέτωντας τις μνήμες για το ’74 και πέριξ, άφηνα πάντα παράμερα το θέμα Πολυτεχνείο, γιατί δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Όλη η μυθολογία της μεταπολίτευσης βασίζεται στην προβολή του Πολυτεχνείου, ότι αυτό έριξε τη Χούντα και στην απόκρυψη της Κυπριακής τραγωδίας. Το πολυτεχνείο δεν έριξε τη χούντα, βοήθησε την αντικατάστασή της από μια χειρότερη εκδοχή, αυτή του Ιωαννίδη. Απλώς η χούντα ύστερα από έξι χρόνια καταστολής και κυριαρχίας προέβη, με το πείραμα Μρκεζίνη, σε προσπάθεια νομιμοποίησης και ανοχής, η κυβερνώσα ελίτ δεν μπορούσε να κυβερνούσε όπως παλιά και οι κυβερνώμενοι, αντίστοιχα, δεν μπορούσαν να διοικούνται όπως παλιά και όπως προχώρησε η χούντα σε μια αποσυμπίεση όρμησαν να καλύψουν το κενό, που άφησε, ή, ακόμη, να πάνε παραπέρα, οι εξάρσεις, λοιπόν, ήταν αναμενόμενες για όσους κατέχουν κάποια στοιχειώδη γνώση των κοινωνικών εξελίξεων. Παρενθετικά πρέπει να πω ότι αυτή την περίοδο δούλευα σε μια οικοδομή δίπλα από το σπίτι μου, πήγαινα εκεί με τα πόδια και έπιανα δουλειά. Τα μαλλιά μου ήταν ακούρευτα και μακριά και γέμιζαν σοβάδες και πάντα ήταν μεγάλο βάσανο να τα καθαρίσω, μετά την οικοδομή, τα έκοψα,λοιπόν, κοντά όπως και τα γένια και ησύχασα, αυτό με βοήθησε να κινούμαι μετά το πολυτεχνείο με άνεση γιατί τότε κάθε μακρυμάλλης με γένια γινόταν αμέσως ύποπτος.Έτυχε μπροστά μου νέοι με γένια και μακριά μαλλιά να συλλαμβάνονται, να λοιδωρούνται, να χτυπιούνται. Όμως, αυτή την περίοδο, λίγο πριν από το Πολυτεχνείο, ενδεικτικά για τον τρόπο που εξηγεί η παραδοσιακή αριστερά τα κοινωνικά φαινόμενα είναι και τα γεγονότα που σχετίζονταν με τον Κοεμτζή, ένας συμφοιτητής που μας καθοδηγούσε για το θέμα μάς εξηγούσε: είδαν την προσοχή του κόσμου να στρέφεται προς τις πολιτικές εξελίξεις, του δώσαν αρκετά και του είπαν πάρε ένα μαχαίρι και σφάξε αρκετούς, έτσι η προσοχή του κόσμου στράφηκε αλλού, απίστευτο μα αληθινό. Η προβοκατορολογία ήταν πάντοτε απλοϊκή και προσφιλής μέθοδος ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων στην παραδοσιακή αριστερά της Ελλάδας. Εγώ ξέρω ότι τα κίνητρα του Κοεμτζή δεν ήταν ταπεινά. Έτρεξα και μπήκα στο Πολυτεχνείο όπως έτρεξε και πολλής άλλος κόσμος, όπως ανέφερα,η χούντα δεν μπορούσε να διοικεί με τον παλιό τρόπο, προσπαθούσε να αναπροσαρμοστεί, ο κόσμος δεν μπορούσε να διοικείται με τον παλιό τρόπο, προσπαθούσε ν βρει τη θέση του, γέμισε τη θέση που άφησε η Χούντα στα πλαίσια αναπροσαρμογής και δοτής φιλελευθεροποίησης και προχώρησε πάρα πέρα. Κι εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου, βρήκα ένα σίδεροκαι μέσα στα δακρυγόνα, άναψα φωτιά σταο περιεχόμνό της και τη χτυπούσα μανιασμένος με το σίδερο, ώρες μανιασμένοςαπό το απόγευμα μέχρι ταμμεσάνυχτακι.οταν τα δακρυγόνα έγιναν ανυπόφορα έβρεξα με νερότην εσωτερική φανέλα και κάλυωα το πρόσωπο μου και συνέχισα να χτυπώφέρναν τραυματισμένους μέσα στο Πολυτεχνείο και μεις λέγαμε καθησυχαστικά ότι ήταν από σφαίρες πλαστικές, δεν ήταν έτσιΚάποια στιγμή κατέβηκα με τα πόδια στην Ακαδημίας και βρήκα το περίπτερο που πουλούσε κυπριακές φηρίδες, Κινούνται τα τανκς έγραφαν η εφημερίδα πρώτο τίτλο τα Νέατην πήγα στα προπύλαια του Πολυτεχνείουκαι την κόλλησα και έγραψα με μαρκαδόρο συνθήματα υπέρ του Λυσσαρίδη και της ΕΔΕΚ. Όμως η Επιτροπή του Πολυτεχνείου αφαίρεσε την εφημερίδα, σκέφτηκαν ότι η είδηση κινούνται τα τανκς θα προκαλούσε φόβο
Αργά τη νύχτα, βρισκόμουν σε μια βεράντα του Πολυτεχνείου, σκεφτικός και συμμαζεμένος. Η αύξηση των συμμετοχών γύρω και μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν γεωμετρική, αν η Χούντα άφηνε τα πράγματα να εξελιχτούν ως το Σαββάτο το μεσημέρι θα ήταν ανεξέλεγκτα γι’ αυτήν. Είπα, σήμερα ως τις τέσσερις το πρωί θα έλθουν με ελικόπτερα, με τρένα, με τεθωρακισμένα, μα το Πολυτεχνείο θα αδειάσει. Ένας μαθητής μα είδε εκεί σκεφτικό και αμίλητο έξω από το γενικό κλίμα των φωνών και των συνθημάτων, πλησίασε και με ρώτησε: -Τι θα γίνει ρε φίλε, θα νικήσουμε;
Απάντησα ήρεμα ότι έχει σημασία το ότι δεν καθίσαμε σπίτι σαν τις κοτούλες και είμαστε εκεί που έπρεπε. Με άκουγε με προσοχή. Σε λίγο είδαμε το τανκς που προχωρούσε στην πύλη, να την ρίχνει κάτω. Είδαμε την πτώση, πιστέψαμε ότι λιώσανε άνθρωποι στην πύλη. Σε δύο λεπτά το Πολυτεχνείο γέμισε στρατιώτες που επιτακτικά έθεταν το θέμα της εκκένωσης. Αρχίσαμε να τρέχουμε προς την έξοδο, ένα άλλο παιδί, μαθητής που ήταν στο Πολυτεχνείο, ύψωσε μια σανίδα εναντίον ενός ανθυπολοχαγού, αυτός τράβηξε το όπλο, ένας γενειοφόρος αγκάλιασε τον ανθυπολοχαγό Όχι αίμα αδελφικό του είπε, το κακό αποφεύχθηκε. Θαύμασα τον γενειοφόρο φοιτητή για την άμεση αντίδρασή του, εγώ δεν μπορούσα να φερθώ έτσι καίρια και αποτελεσματικά. Οι φοιτητές έκαναν παρατήρηση στον μαθητή που έριξε τη σανίδα, συνεχίσαμε να τρέχουμε προς την έξοδο. Η στάση των στρατιωτών ήταν καλή, μερικοί έδωσαν τσιγάρα, άλλοι μας έδιναν πληροφορίες που μας περίμενε η ασφάλεια για να την αποφύγουμε, άλλοι βοήθησαν να πηδήξουν τον τοίχο οι φοιτητές και να βγουν όχι από την κύρια είσοδο. Βγαίνοντας από την πύλη μια σκέψη μας μάτωνε ότι κάτω από τα πόδια μας είχαν σκοτωθεί άνθρωποι με την είσοδο του τανκ και την πτώση της πύλης, ευτυχώς δεν ήταν αληθινό. Οι στρατιώτες έκαναν ένα διάδρομο που οδηγούσε στην Πύλη και μετά έξω από το πολυτεχνείο, δίπλα από τον περίβολο, δίπλα από τον τοίχο είχε μια σειρά από στρατιώτες και μεις προχωρούσαμε ανάμεσα στον τοίχο και την σειρά των στρατιωτών Η Ασφάλεια όμως άπλωνε το χέρι και άρπαζε φοιτητές που είχε σημαδέψει ή για λόγους τυχαίους και τους συλλάμβανε. Κάποτε ο διάδρομος των στρατιωτών τέλειωνε και εκεί μας περίμεναν η ασφάλεια και ομάδες παρακρατικών.
-Λαοκρατία ε!, μου είπε κάποιος και με χτύπησε με μια σανίδα στο στομάχι. Διπλώθηκα, έτρεξα, στην απελπισία μας χτυπούσαμε τα κουδούνια των διαμερισμάτων, κάποιο ανταποκρίθηκε και πάτησε το κουμπί που ανοίγει η πόρτα,τρέξαμε ενεβήκαμε τις σκάλες και μπήκαμε στο φιλόξενο διαμέρισμα, είμασταν τόσοι πολλοί που δεν μας χωρούσε, καθήσαμε κάτω στο πάτωμα όσο μπορούσαμε πιο οικονομικά και περιμέναμε. Ήμουνα στην κουζίνα κάποια φοιτήτρια είδε την εφημερίδα στο τραπέζι της κουζίνας και τη ζήτησε.Ήταν η Ακρόπολη, μα, αυτή είναι από τις άλλες είπε αγανακτισμένη,της κάναμε παρατήρηση να σιωπήσει, οι άνθρωποι μας άνοιξαν το διαμέρισμά τους, ποια εφημερίδα είχαν αγοράσει δεν μας ενδιέφερε. Εξ άλλου άντρας και γυναίκα βρίσκονταν στο σαλόνι και κυταζαν όλες τις εφημερίδες,ένας μεγάλος σωρόςόλες οι εφημερίδες οι πρωινές του Σαββάτου και τις κοίταζαν. Η στάση αυτής της φοιτήτριας με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τη νοοτροπία των Ελλήνων προοδευτικών, πάντοτε έχουν τη στάση ότι οι άλλοι όλοι τους χρωστούν ότι πρέπει να έχουν την εφημερίδα της αρεσκείας τους όταν τους ανοίγουν για να τους δώσουν καταφύγιο.
Ο άντρας κάποια στιγμή έκανε παζάρι με τους αστυνομικούς, ήμουν στο μπαλκόνι της κουζίνας και τον άκουα, εντύπωση μου έκανε ο σεβασμός των αστυνομικών που του μιλούσαν, είναι κάποια παιδιά πάνω, πρέπει να φύγουν να πάνε σπίτι τους, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε, ζητούσε να τον διαβεβαιώσουν,θα τα αφήσατε, εν τάξει τον διαβεβαίωσε ο αστυνομικός, μας είπαν ότι μπορούμε να φύγουμε,ορμήσαμε κάτω και κατευθυνθήκαμε προς τα σπίτια μας.Ύστερα από χρόνια παρακολουθούσα μια εκπομπή στην τηλεόραση για τον Μίμη Τραϊφόρο και τη Σοφία Βέμπο, μιλούσε ο Τραϊφόρος στον δρόμο, ίδιος ακριβώς όπως όταν διαπραγματευόταν με τους αστυνομικούςΚαι τότε κατάλαβα ότι μετά το Πολυτεχνείο βρήκαμε καταφύγιο στο διαμέρισμα της Σοφίας Βέμπο Όμως Ο Μάνος Κώστας δεν επέστρεψε, φοβηθήκαμε,φόβος που μεγάλωνε όσο οι μέρες περνούσαν, άρχισα να τρέχω στα νοσοκομεία με τη βοήθεια του Μιχάλη Κουρμούση που είμασταν συμφοιτητές στη δημοσιογραφική και δούλευε στο Ερυθρό Σταυρό και είχε αέρα με τα νοσοκομεία, έπαιρνα ταξί και τρέχαμε στα διάφορα νοσοκομεία, ο Μιχάλης Κουρμούσης πήγαινε και ρωτούσε αν κάποιος Μάνος Κώστας ήρθε στο νοσοκομείο νεκρός ή τραυματίας, όχι απαντούσαν. θα πήγαμε σε δέκα νοσοκομεία. Σάββα δεν βρέθεται, η μόνη λύση είναι να πάμε στο νεκροτομείο και να δεις τους νεκρούς αν είναι μέσα, ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το δεχτώ, ή ακόμη, να το ακούσω Σημειώνω ότι το κοντό μαλλί μου με βοηθούσε,καλοκουρεμένος και κοντοκουρεμένος κυκλοφορούσα άνεσα, είδε μπροστά στα μάτια μου αστυνονομικούς και ασφαλίτες να λοδορούν, να φέρονται σκαιόταττα, να χτυπούν ή να συλλαμβάνουν φοιτητές με γένια και με μακριά μαλλιά, όπως ήμουν εγώ πριν δέκα ημέρες. Το νεκροτομείο ήταν αφόρητο, δεν μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά, να κοιτάζω τους νεκρούς να δω αν ήταν ο Μάνος, τότε θυμήθηκα τον Κρανιδιώτη, τον πρέσβη της Κύπρου στην Αθήνα, έτρεξα στην πρεσβεία,του μίλησα για τον Μάνο την εξεφάνιση και τις ανησυχίες μας, έκανε λοιπόν υπόμνημα και ρωτούσε για την τύχη του, την άλλη μέρα ο Μάνος αφέθηκε ελεύθερος. Το χαρήκαμε και το γιορτάσαμε όλοι, ο Κρανιδιώτης έδρασε καιρια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: