ΝΑΣΤΑΖΙΑ

ΝΑΣΤΑΖΙΑ
ΝΑΣΤΑΖΙΑ

Την σκότωσαν, ξεπήδησε η σκέψη -ελατήριο που πονούσε, την άφησαν να πεθάνει. Ένας λιγότερος στο σπίτι κι η γριά δεν είχε καμιά γερή σύνταξη για να την κρατούν στη ζωή, μ’ αυτά που έπαιρνε μόλις και προλάβαιναν τους γιατρούς και τ’ άλλα έξοδά της.
Ύστερα ήταν και τα περιορισμένα τετραγωνικά του διαμερίσματος, τα παιδιά που όσο μεγαλώνουν διεκδικούν χώρο κι η κατάσταση γίνεται αφόρητη, έτσι ένα καθυστερημένο τηλέφωνο διευθετεί τα πράγματα: τα χνώτα ενός άλλου λιγότερα, ακυρώνονται τα ρούχα και τα πιατικά του, η σειρά του στο αποχωρητήριο.
Ένα καθυστερημένο τηλέφωνο: Τώρα που το κατάλαβε καλά, μπορούσε και να σκεφτεί τη στιγμή. Νέα κρίση κι αυτή απελπισμένη κι έντρομη να περιμένει το ασθενοφόρο κι αυτός αντί να τηλεφωνήσει να καθυστερεί, ίσως και να υποκρίνεται κι ότι είναι κατειλημμένες οι γραμμές, κρατημένο και δεν το σηκώνουν. Μια καθυστέρηση μοιραία.
Μπορεί και να το κουβέντιασαν προηγουμένως με τη γυναίκα του, κόρη της γριάς. Το λιγότερο, αυτή να του είπε: Εσύ τηλεφώνα κάποια στιγμή, κι αν αργήσουν αυτοί ας αργήσουν.
Ήταν η Ναστάζια, εικοσιπεντάχρονη από τη Ρουμανία, τώρα με τη διαμονή της στις Τρεις Ελιές, βρήκε ευκαιρία να αναμηρυκάσει την προηγούμενη ζωή της. Στην Ελλάδα έφτασε πριν πέντε χρόνια, ένα γραφείο διευθέτησε για να πάει στο Γέρακα Αττικής, να προσέχει μια γριά εβδομήντα οχτώ χρονών, την κυρία Κλεοπάτρα. Πέρασε τρία χρόνια καλά. Εύκολη δουλειά, από τις εφτά ως τις τέσσερις της κρατούσε συντροφιά, ώσπου έφταναν τα παιδιά απ’ το σχολείο και τ’ αφεντικά απ’ τα γραφεία τους. Την έπαιρνε από το μπράτσο και δυο φορές την ημέρα έκαναν μια βόλτα δυο τρία τετράγωνα, το πρωί περνούσαν κι απ’ το μπακάλικο για τα μικροψώνια της μέρας. Το κυριότερο, προγευμάτιζε κι έτρωγε το μεσημέρι με την κυρία Κλεοπάτρα, από το φαγητό που έφτιαχνε για τις δυο τους, έτσι τα έξοδά της περιορίζονταν, φύλαγε όλο τον μισθό της κι έστελλε κι ένα μικρό ποσό στους δικούς της, μικρό ποσό, μα για τη Ρουμανία ήταν μια ευλογία. Το μόνο έξοδο ήταν το νοίκι, έμενε σε μια γκαρσονιέρα με δυο άλλες Ρουμάνες.
Της κοβόταν η χολή όταν τρεις –τέσσερις φορές φώναξαν το ασθενοφόρο από την κοντινή κλινική, όταν την έπιανε η κρίση της, έπρεπε να προλάβουν τη γριά, κι αυτή χειρότερα τρομαγμένη απ’ όλους, για οξυγόνο και μαλάξεις της καρδιάς. Την άλλη ημέρα, η κυρία Κλεοπάτρα, ήσυχη και γελαστή, επέστρεφε στο σπίτι –τα κατάφερα και τώρα.
Όταν ήρθε δεν ήξερε λέξη ελληνικά, όμως γρήγορα τα έμαθε άψογα, στην αρχή τα αφεντικά της δεν το κατάλαβαν όμως, και συνέχιζαν να κάνουν πικρόχολα σχόλια γι’ αυτήν, πότε πότε, ειδικά η σύζυγος, όπως κάθε μήνα που τις έδιναν το μισθό της, σχολίαζε για πεταμένα λεφτά, δεν χρειαζόταν η μάνα της υπηρέτρια. Ήταν και όμορφη πολύ η Ναστάζια και νέα.
Υποκρινόταν τότε ότι δεν καταλάβαινε τίποτε απ’ όσα έλεγαν. Κάποτε πήγε στη Ρουμανία για να δει τους δικούς της, πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια, κι όταν επέστρεψε, η κυρία Κλεοπάτρα ήταν εδώ και δυο μέρες πεθαμένη και θαμμένη.
Τα παιδιά της γριάς κανόνιζαν και τσακώνονταν για τα κληρονομικά και η Ναστάζια έκλαιγε το θάνατο της γιαγιάς Κλεοπάτρας. Κι εγώ τώρα τι θα γίνω;
Η μια συγκάτοικός της, η Ναταλία, δούλευε σε κάποιο μπαρ, την πήρε μαζί της για να τη δει το αφεντικό, εκείνος είδε την ομορφιά της και τις αναλογίες της, άψογες και ελκυστικές, κι είπε εντάξει. Της εξήγησε τα καθήκοντά της, σερβίρισμα στους πελάτες και παρέα ως κανένα φιλί, αν όμως ήθελε η ίδια να πάει με κάποιον, το μαγαζί δεν εξανάγκαζε τα κορίτσια του όπως κάποιοι άλλοι, ήταν απαραίτητο όμως να δώσει ποσοστά, μισά μισά.
Στην αρχή συγκρατιόταν κι έκανε μόνο κονσομασιόν, όμως οικονομικά δεν έβγαινε και άρχισε να δεχόταν όταν ο άλλος ήταν νέος και έδειχνε καθαρός. Κάποιος της πρότεινε να προσέχει μια γριά στην Κύπρο. Δέχεται, η αμοιβή είναι καλή. ‘Όμως δεν ήταν σε κάποια μεγάλη πόλη όπως υπολόγιζε, είναι στις Τρεις Ελιές, ένα ξεχασμένο χωριό της νησιού πάνω στα βουνά, τριάντα δύο κάτοικοι όλοι γέροι, κάθε χρόνο λιγοστεύουν. Η δικιά της η γριά Ελπινίκη, ογδόντα ενός χρονών.
Έχουν ένα μπακάλικο-καφενείο-ταχυδρομικό κέντρο που ανοίγει δέκα το πρωί και κλείνει στις δύο, για καφέ, μικροψωνίσματα, κοιτάζουν για κανένα γράμμα. Τα μισά σπίτια του χωριού έρημα και κλειδωμένα, στα άλλα μένουν μόνο γέροι και γριές, το κάθε σπίτι έχει από μια ξένη, συνήθως Βιετναμέζα, για να τους φροντίζει. Στην αρχή προσπάθησε να τα βρει με τις Βιετναμέζες, λίγα αγγλικά κι ελληνικά, λίγα βιετναμέζικα και ρουμανικά, τα άλλα η γλώσσα του σώματος κι οι χειρονομίες. Πήγαινε μαζί τους για μανιτάρια στο δάσος, μ’ αυτά συμπλήρωναν το μισθό τους, γιατί τα πουλούσαν στο δρόμο, στους αυτοκινητιστές που περνούσαν από κει. Οι πατεράδες τους είχαν νικήσει την πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη του κόσμου, Ντιέν Μπιέν Φου, Χο Τσι Μινχ, Βιετγκόκ, στρατηγός Γκιαπ, είχαν ξεχαστεί κι αυτές, απόγονοι των νικητών, να περιποιούνται γέρους στις Τρεις Ελιές και να γυρίζουν για μανιτάρια στο δάσος. Η Ναστάζια έμαθε να ξεχωρίζει τα μανιτάρια και να τα αξιολογεί, βαρέθηκε όμως, εξάλλου τα αφεντικά της την πλήρωναν καλά, όταν έρχονταν ο γιος και η κόρη της γριάς από τη Λευκωσία κάθε καμιά εικοσαριά μέρες, την χαρτζιλίκωναν καλά, να προσέχεις τη γριά τόνιζε ο γιος της, ένας υγιής και κοκκινωπός εξηντάρης, ο κύριος Τάκης, και της έβαζε στην τσέπη ένα εικοσάευρω. Μα και η κόρη τής έφερνε δώρα, μια ζακέτα, άρωμα και άλλα -Να προσέχει καλά της γριά, τόνιζε κι αυτή. Η γριά είχε τέσσερα παιδιά, τα άλλα δύο, τα νεαρότερα, έμεναν στην Αγγλία, δεν τα γνώρισε, όμως κι αυτά, τα Χριστούγεννα μαζί με τη κάρτα τους, τις έστειλαν και ένα μικρό ποσό για δώρο. Η Ναστάζια άρχισε να μακιγιάρεται, να βάζει το άρωμα από τα δώρα της κυρίας Νίκης, της κόρης της κυρίας Ελπινίκης, και να βγαίνει έξω στο στενό, έβλεπε κάποιες φιγούρες, γέροι και γριές και οι Βιετναμέζες.
Κάποια στιγμή δεν άντεξε και στο καφενείο, καθώς ψώνιζε, ύψωσε φωνή:
-Πού με φέρατε εδώ στην ερημιά, είμαι νέα γυναίκα, θέλω άντρα.
-Θέλεις άντρα; ρώτησε ο Συμεός, εγώ είμαι εδώ!
-Εσύ είσαι γέρος, θέλω της ηλικίας μου.
-Είμαι 72, ο νεότερος στο χωριό, απάντησε περήφανος.
Δεν υπάρχει συγκοινωνία, τις ημέρες που εργάζεται περνά μια γραμμή με παλιό λεωφορείο, έτσι μια Κυριακή κατέβηκε με οτοστόπ στη Λεμεσό, βρήκε τον Αντρέα, γεροδεμένο και καλό, τα έφτιαξε μαζί του, περνά καλά.
Η γριά, ογδοντάχρονη, απ’ τα σαράντα χήρα, μια δρακούνα ηθικής, όμως συμφώνησε να την αφήνει να κατεβαίνει στη Λεμεσό την Τετάρτη, με τη γραμμή του λεωφορείου, που τις καθημερινές κάνει στάση σε εφτά ορεινά χωριά πριν καταλήξει στη Λεμεσό. Τη μέρα που πηγαίνει στη Λεμεσό την αναπλήρωνε με την Κυριακή. Έτσι η σχέση με τον Αντρέα ευκολύνεται.
Παρατηρούνται και άλλα περίεργα. Την Τρίτη δεν της βάζει δουλειά για να πηγαίνει στον νεαρό ξεκούραστη, αρχίζει να της κάνει δώρα, ένα ακριβό άρωμα που παράγγειλε με την κόρη της, της δίνει λεφτά για ένα καλό ρούχο. Όταν ετοιμάζεται να φύγει την Τετάρτη κάθεται και την επιβλέπει, αν θα πάει καλοφτιαγμένη.
Το μόνο που ρώτησε:
-Τα κάνετε όλα με τον νεαρό;
Η Ναστάζια, γέλασε σαν ελαφίνα στο λιβάδι.
Πριν από τριανταπέντε χρόνια ο Αρέστης ανακοίνωσε στη γυναίκα του, την τότε πενηντάχρονη Θεοδώρα, ότι δεν έχει άλλο μαζί της και επειδή ως άντρας έχει ανάγκες, όταν χρειάζεται θα πηγαίνει στη Λεμεσό, στις κοπέλες. Η γυναίκα του τον άκουσε με ανακούφιση, γιατί ξεμπέρδευε με τη δραστηριότητα αυτή, έτσι κάποτε την Κυριακή έφτανε από τα Καμινάρια ο Στάθης, σχεδόν συνομήλικος του, με τ’ αυτοκίνητο και τραβούσαν για τη Λεμεσό. Το απόγευμα τον έφερνε πίσω.
Η Θεοδώρα βλέποντας το ωράριό του ρώτησε χαμηλόφωνα τη γειτόνισσα τη Βασιλική: Μα γίνεται και μέρα; Έτσι γινόταν τότε, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας κάτω από το πάπλωμα ήταν διευθετημένη αυτή η δραστηριότητα.
Με τον Ανδρέα τα πράγματα πήγαιναν ωραία, βάθαινε ο δεσμός, γνώριζε ο ένας τον άλλο και δενόντουσαν. Του μίλησε με ειλικρίνεια για όλη την προηγούμενη ζωή της, της μίλησε το ίδιο κι αυτός. Όταν έπεφταν στο στρώμα ήταν ένα πανηγύρι, μια γιορτή. Ο Αντρέας άρχισε να μιλά για δουλειά της στη Λεμεσό, να τη φέρει απ’ το χωριό να τη βλέπει πιο τακτικά.
Την έπαιρνε κάποτε ο ίδιος με το αυτοκίνητο, πίσω στις Τρεις Ελιές, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, να μιλούμε λίγο και στο δρόμο, της έλεγε, κι επέστρεφε πίσω μόνος, κάποτε δεν άντεχαν έβρισκαν ένα παράμερο δρόμο στο δάσος κα το έκαναν, μέσα στ’ αυτοκίνητο, ακόμη μια φορά. Τότε κάποια φορά η Ναστάζια τον ρώτησε -τι κάνεις στη Λεμεσό όταν λείπω. Άρχισε να φοβάται τις Λεμεσιανές, να τις ζηλεύει, να σκέφτεται τον Αντρέα και τι θα γίνει. Όταν ήλθε στην Κύπρο, μέχρι το γραφείο να τη διανέμει και να τη στείλουν στο χωριό, έμεινε στη Λευκωσία μια βδομάδα, οι γυναίκες της λίγο κουμπωμένες και συγκρατημένες. Οι Λεμεσιανές ήταν πιο τσαχπίνες και εκδηλωτικές. Σιγά σιγά η Ναστάζια τις καταλάβαινε, η Λεμεσός σήμαινε καρναβάλι, γιορτή του κρασιού, τσιτσίδι με το μαγιό στη θάλασσα για έξι μήνες, έμαθαν να πετούν τα ρουχαλάκια τους πιο εύκολα.
Πρόσεξε αν πας με άλλη θα κάνω εφτά χρόνια να δεχτώ μαζί σου ξανά, κάπου διάβασα ότι τόσα χρόνια κάνουν τα κύτταρα σου να αλλάξουν όλα και να καθαρίσεις.
Τώρα κάθε Τετάρτη η Ναστάζια φτάνει στη Λεμεσό, κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης, ίδια αεράκι της θάλασσας, πουλί παραδείσιο, φεγγος της πανσελήνου, κι όλοι και όλες γίνονταν νάνοι, όλοι αυτοί οι ξενέρωτοι που κυκλοφορούσαν με διάφορα συνθήματα στις φανέλες τους Serial κiller, Κillers loop κ.λπ., να πίνουν Shark, Monster και Hell energetic ποτά. Ανάμεσά στις σκιές προχωρεί πάμφωτη η Ναστάζια πηγαίνοντας να βρει τον άνθρωπό της. Η Λεμεσός αλλάζει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: