ΚΑΠΟΙΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Θα παρατεθεί σιγά σιγά, σε συνεχή μορφή, το κείμενο για τον ισοπεδωτικό φιλοσημιτισμό. Σήμερα ξεκινούμε με δύο από τα οκτώ κεφάλαια που εξετάζουν το θέμα και θα φτάσουν στις 70, περίπου, σελίδες βιβλίου

Πριν προχωρήσουμε για να κλείσουμε, όσο μπορούμε, το θέμα, αισθάνομαι την ανάγκη για μερικές διευκρινίσεις. Για να αποφευχθούν κάποιες παρεξηγήσεις και παρανοήσεις, που μερικά σημεία του κειμένου ίσως δημιουργήσουν. Για να δοθούν συμπληρωματικά στοιχεία και επεξηγήσεις.

α) Η εκμετάλλευση του ολοκαυτώματος χρόνια πολλά μετά

Συμπλέοντας κάποτε με τον Φίνκελστάιν δέχτηκα κι εγώ τον όρο «βιομηχανία του ολοκαυτώματος».(1)  Ότι, δηλαδή, μετά τον πόλεμο των έξι ημερών, το 1967, και την κατάκτηση μεγάλων εκτάσεων γης, εκ μέρους του νικητή Ισραήλ, ήταν επιτακτική ανάγκη η ενίσχυση με ιστορίες από το εβραϊκό ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Οι περιπλανώμενοι και κυνηγημένοι Ιουδαίοι βρέθηκαν ξαφνικά, ύστερα από χιλιάδες χρόνια, με κράτος, στρατό και εξουσιαστικούς μηχανισμούς, το σημαντικότερο βρέθηκαν να έχουν υπό την κυριαρχία τους έναν υπόδουλο λαό, τους Παλαιστινίους. Οι συγκινήσεις που θα δημιουργούσαν αυτές οι ιστορίες από τα  προηγούμενα χρόνια του ολοκαυτώματος, θα έδιναν ένα συναισθηματικό άλλοθι στο Ισραήλ, που πια είχε κατεχόμενα εδάφη και κατεχόμενους πληθυσμούς, δηλαδή πράγματα που θα άρχιζαν να δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα γι’ αυτό, όπως για κάθε καταχτητή που έχει σκλάβους λαούς.

Το πράγμα ενίσχυε και το ότι δεν κυνηγήθηκαν οι ναζί που μετακόμισαν στην Αμερική, μάλλον μεταφέρθηκαν από τους Αμερικανούς, με σχέδιο ευλογημένο και οργανωμένο από την αμερικανική κυβέρνηση, για να ενισχύσουν την κοινωνία της Αμερικής με την τεχνογνωσία τους και την εθνικιστική τους ιδεολογία. Μιλάμε για πέραν των είκοσι χιλιάδων στελεχών του γερμανικού ναζιστικού κόμματος. Δεν κυνηγήθηκαν ακόμη οι ναζί της Γερμανίας. Δεν έγιναν αυτά αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όταν τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις ήταν νωπές.

Το Ισραήλ, που γνωρίζει άριστα την τακτική επιτυχίας των στόχων του, εκείνο τον καιρό ήθελε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και την εδραίωσή του στη συνείδηση των ανθρώπων και οι μεγάλοι συνεργοί για τον στόχο αυτό ήταν οι Η.Π.Α. και η Δυτική Ευρώπη. Δεν ενοχλούσαν, λοιπόν, τους εκλεκτούς συμμάχους, με το κυνήγι των ναζί, που αποτελούσαν πια ευυπόληπτα μέλη της δυτικοευρωπαϊκής και αμερικανικής μεταπολεμικής κοινωνίας και συνέτειναν στην αντιμετώπιση του νέου μεγάλου εχθρού, δηλαδή του σοβιετικού στρατοπέδου. Η μεγάλη επιτυχία τους ήταν ο Άιχμαν, που κατέφυγε στη Λατινική Αμερική, αμφιβάλλω αν αυτός κατέφευγε στις Η.Π.Α. ότι οι Ισραηλίτες θα τον διεκδικούσαν, ή ακόμη θα τον απήγαγαν από αμερικανικό έδαφος, για να τον μεταφέρουν στο Ισραήλ για δίκη.

Αυτά είναι χρήσιμες επισημάνσεις, όμως αγνοούμε το κυριότερο, που είναι η ψυχολογία των ίδιων των θυμάτων. Για να μιλήσεις για μια εκθεμελιωτική τραγική εμπειρία όπως ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κυνηγητό των Εβραίων από τους ναζί, πρέπει να περάσει καιρός πολύς, να δέσει λίγο η πληγή, για να μπορέσεις να ψελλίσεις κάτι από την προσωπική σου τραγωδία. Όσοι περίμεναν από τους Εβραίους- θύματα της ναζιστικής θηριωδίας να έχουν τη συμπεριφορά  του τύπου «Ελάτε, τώρα, να σας διηγηθούμε ιστορίες από τις εκτελέσεις και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης» δεν γνωρίζουν από ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία.

Εδώ ας μου επιτραπεί να αναφέρω μια σχετική προσωπική εμπειρία. Ψάχνοντας, αμέσως μετά τον πρώτο γύρο της τουρκικής εισβολής του ’74, για τον αδελφό μου -έφεδρο στρατιώτη, που άκουσα ότι ήταν στο νοσοκομείο τραυματισμένος, τριγύρισα όλους τους θαλάμους, γεμάτους από τραυματίες. Έβλεπα τις πληγές και τα τραύματά τους, στους διαδρόμους σωροί από πτώματα, οι νεκροί ο ένας πάνω στον άλλο σκεπασμένοι με σεντόνια, που εκεί που δεν σκέπαζαν καλά αποκάλυπταν σωθικά έξω και μυαλά ανοιγμένα. Απελπισμένος, γιατί δεν τον βρήκα, πήγα να φύγω και τότε μια νοσοκόμα μου είπε ότι υπάρχει ακόμη ένας σε ένα καμαράκι κάτω από την σκάλα, που παλιά έβαζαν τα σύνεργα καθαρισμού, σκούπες και κουβάδες. Ευτυχώς ο αδελφός μου ήταν εκεί, με τους ορρούς, ελαφρά τραυματισμένος γι’ αυτό και τον έβαλαν στο πιο πρόχειρο μέρος. Το μυαλό μου έσβησε αυτή την εμπειρία, δεν τη θυμόμουνα καθόλου, μόνο κάποτε αμυδρά θυμόμουν που έφευγα απελπισμένος και μια νοσοκόμα με οδηγούσε στο καμαράκι κάτω από τη σκάλα.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, σε μια επετειακή εκπομπή του Δημήτρη Κοσμόπουλου, μιλούσα από την Κύπρο με το τηλέφωνο, στον ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδας, για την τουρκική εισβολή, μιλούσα για την εμπειρία του καλοκαιριού του ’74, και ξαφνικά όλη η απωθημένη μνήμη επανήλθε απρόσμενα. Ξέρεις, είπα τότε σοκαρισμένος, έχω δει όλους τους τραυματίες και τους νεκρούς της εισβολής του Ιουλίου. Λύθηκα σε λυγμούς, η εκπομπή διακόπηκε.

Είκοσι πέντε χρόνια δεν μπορούσα να κουβαλώ το βάρος των τραυματιών και των νεκρών με τα ανοιγμένα μυαλά και τα σωθικά έξω, τα απώθησα σαν να μη τα έζησα. Όταν το υποσυνείδητο κατάλαβε ότι, είκοσι πέντε χρόνια μετά, ήμουνα έτοιμος να αντέξω το βάρος τους, μου τα επέστρεψε. Κατανοώ, λοιπόν, γιατί οι μνήμες, τα χρονικά, οι αναμνήσεις, οι συνεντεύξεις και οι αφηγήσεις Εβραίων για το ολοκαύτωμα άρχισαν είκοσι και περισσότερα χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου παγκοσμίου Πολέμου. Για να μιλήσεις για τη δοκιμασία, τον πόνο και τον εξευτελισμό, θέλει χρόνια προετοιμασίας, να επουλωθούν, έστω λίγο, τα τραύματα, να μπορέσεις να αντέξεις την εκδίπλωση των σχετικών αναμνήσεων και συναισθημάτων. Άλλοι Εβραίοι μίλησαν ύστερα από είκοσι χρόνια, στην αρχή σε συγγενείς ή σε ομόθρησκους φίλους που είχαν ανάλογες εμπειρίες, πιο αργά εμφανίστηκαν σε ένα δημόσιο λόγο. Άλλοι άφησαν να περάσουν περισσότερα χρόνια, μερικοί άνοιξαν την καρδιά τους σε βαθειά γεράματα, μίλησαν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης λίγο πριν πεθάνουν.

Κι άλλοι δεν μίλησαν ποτέ. Πήραν μαζί τους την πίκρα των βιωμάτων, τον φόβο και τον τρόμο αυτής της περιόδου, τον εξευτελισμό και την απανθρωπιά της. Αυτούς φέρνω στο μυαλό μου με τη μεγαλύτερη συγκίνηση.

Σημείωση: 1) Νorman Finkelstein, «Η βιομηχανία του Ολοκαυτώματος, σκέψεις σχετικά με την εκμετάλλευση της εβραϊκής οδύνης», «Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου», Αθήνα 2001.

2) Αρμενικό και εβραϊκό ολοκαύτωμα ή το απόλυτο κακό

Τονίστηκε, αρκετές φορές, το θέμα της κινηματογραφικής βιομηχανίας για το εβραϊκό ολοκαύτωμα, που παράγει εκατοντάδες,   κυρίως μέτριες, ταινίες. Τονίστηκε ακόμη ότι το χολιγουντιανό σινεμά ενώ έχει ταξιδέψει τους θεατές του σε όλες τις χώρες του κόσμου και έχει μιλήσει για χίλια δυο παγκόσμια προβλήματα (Χιλή, Νικαράγουα, Θιβέτ) αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι το αρμενικό ολοκαύτωμα. Μήπως πάρει μερίδιο από τη συμπάθεια για το εβραϊκό ολοκαύτωμα, μήπως χαλάσει τις σχέσεις του με την Τουρκία κ.λπ. Στα προηγούμενα τονίστηκε ότι  το αρμενικό ολοκαύτωμα έχει πλευρές χειρότερες από το εβραϊκό (έγινε σε ανοικτό χώρο κι όχι σε κλειστά στρατόπεδα από ειδικό μηχανισμό, στη σφαγή των Αρμενίων συμμετείχαν λαϊκά τουρκικά στρώματα κ.λπ.)

Όμως η  σύγκριση εβραϊκού και αρμενικού ολοκαυτώματος έχει όμως κάτι που κάνει το εβραϊκό να υπερέχει ως απόλυτο κακό:

α) Ο ψυχρός, γραφειοκρατικός σχεδόν, τρόπος διεκπεραίωσής του. Μιλάμε για μια παράνοια που διεκπεραίωνε την εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών λες και προωθούσε, πακέταρε και διευθετούσε βιομηχανικά προϊόντα.

β) Οι μειονότητες συνήθως εξοντώνονται

1) για να οικειοποιηθούν οι επιτιθέμενοι τον χώρο τους

2) γιατί είναι επικίνδυνες για την εξέλιξη ενός πολέμου, μπορούν να ενισχύσουν την πολεμική προσπάθεια των αντιπάλων, να δημιουργήσουν θύλακες με αντίπαλες λογικές.

Οι Εβραίοι, όμως, δεν ήταν συγκεντρωμένοι σε ένα χώρο που θα γινόταν π.χ. γερμανικός αν εξαφανίζονταν, ήταν διασπαρμένοι σε όλοι την Ευρώπη και δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου.

Το πιο σημαντικό, που αποδεικνύει επιβολή του ενστίκτου του θανάτου εναντίον της λογικής, και εννοώ εδώ της λογικής που υποδείκνυε το συμφέρον της Γερμανίας εν πολέμω, ήταν ότι η προσπάθεια για εξόντωση των Εβραίων διεκπεραιωνόταν εις βάρος της πολεμικής επιχείρησης των Γερμανών. Έξοδα, μηχανισμοί, χαμένες εργατοώρες, απασχόληση στρατευμάτων, διαδρομές τρένων, σπατάλη φαιάς ουσίας, για την εξόντωση των Εβραίων, αντί για τις πολεμικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, η μεγαλύτερη εξόντωση εβραϊκών πληθυσμών έγινε την περίοδο 1943-1945, μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ, όταν πολλοί ναζιστές κατανοούσαν ότι ο πόλεμος χανόταν, όμως αυτοί, σε μια τρέλα θανατοφιλίας, μόνο για την εξόντωση των Εβραίων ασχολούνταν.

Κυνηγώντας, λοιπόν, τους Εβραίους ζημίωνε η πολεμική υπόθεσή τους, όμως αυτοί συνεχώς εκεί, ο παραλογισμός, η θανατοφιλία, ο ανορθολογισμός, η παράνοια, σε όλο τους το μεγαλείο. Με άλλα λόγια, η αντιεβραϊκή μανία, λύσσα και φανατισμός έφταναν στο σημείο, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δέχονται αυτή τη θέση: να ηττηθεί η Γερμανία, να καταστραφεί και να βρεθεί υπό κατοχή, να χαθεί, αλλά εμάς το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να χαθούν και οι Εβραίοι.

Ένας, ακόμη, μύθος του μονοδιάστατου φιλοσημιτισμού ή οι δυνατότητες του Ισραήλ

Ο μονοδιάστατος φιλοσημιτισμός παράγει ιδεοληπτικούς και υποβιβάζει το επίπεδο σκέψης και συζήτησης της κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος αντιμετώπισης των επιχειρημάτων που αναφέρονται στην ισραηλιτική εμπλοκή, για διάφορες αποφάσεις και εξελίξεις, περιφερειακής ή και παγκόσμιας εμβέλειας. Μόλις αναφέρεις κάτι τέτοιο, σε μια βιομηχανία που παράγει προ-κατ στάσεις και συμπεριφορές, θα αρχίσουν εν χορώ να μιλούν για τους εμμανείς, φανατικούς και ύποπτους, που βλέπουν παντού σιωνιστικό δάκτυλο ή εβραϊκή συνομωσία, παράγοντας την εικόνα ότι το Ισραήλ είναι ένα αδύνατο κρατίδιο που κινδυνεύει και αν προχωρεί και σε μερικές απαράδεκτες ενέργειες το κάνει για λόγους επιβίωσης.

Όσο είναι ιδεοληπτικοί και στενοκέφαλοι όλοι αυτοί οι συνομωσιολόγοι, που αποδίδουν τα πάντα σε μυστικοσυμβούλια Εβραίων και σχέδια δρομολογηθέντα  από σκοτεινούς και ύποπτους σιωνιστικούς κύκλους, άλλο τόσο είναι ιδεοληπτικοί και στενοκέφαλοι όσοι δημιουργούν την εικόνα ενός άσπιλου, άχραντου και άμωμου Ισραήλ και των κύκλων πέριξ αυτού, ότι αποτελούν αφελή αρνάκια και αθώες περιστερές.

Το Ισραήλ δεν είναι η Μάλτα, ούτε το κράτος της Ανδόρας, ούτε το Κιριμπάτι του Ειρηνικού ωκεανού. Ακόμη, από την άλλη πλευρά, δεν είναι η Κίνα, οι Η.Π.Α ή η Ρωσία. Οι δυνατότητες παρέμβασης, ενός κράτους ή ενός σχηματισμού, στις εξελίξεις είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Στην περίπτωση του Ισραήλ πρέπει να συνυπολογιστεί η πληθυσμιακή του δύναμη, οι συνεκτικοί δεσμοί που έχει, η στρατιωτική του ισχύς, πόσο στενοί και δυνατοί είναι οι συμμαχικοί του δεσμοί, ποια η ισχύς των συμμάχων του (π.χ. Η.Π.Α.), οι οικονομικές του δυνατότητες και η τοποθέτηση σε κομβικά σημεία ανθρώπων φίλα προσκειμένων προς αυτό.

Αυτά τα πράγματα έχουν μελετηθεί και αναλυθεί από την εποχή του Θουκυδίδη, οι ιδεοληπτικοί όμως δεν μελετούν Θουκυδίδη, γι’ αυτό δεν ανάλυσαν τα προηγούμενα για να αποδειχτεί σε πιο επίπεδο βρίσκεται το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του, άρα να κατανοήσουμε καλύτερα ποιες είναι οι δυνατότητες παρέμβασής του στο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον. Ποιες, λοιπόν, είναι σήμερα οι δυνατότητες του Ισραήλ και των συμμάχων του; Ας μιλήσουμε σοβαρά, χωρίς ιδεοληψίες.

Η επέλαση της μόδας για τους εβραϊκής καταγωγής

Όλοι οι Αυστριακοί είναι ελληνικής καταγωγής. Το επιχείρημα αυτό μπορεί να το τεκμηριώσει ένας απλός μαθηματικός τύπος. Αν υπολογίσουμε την ελληνική παροικία στην επικράτεια της Αυστροουγγαρίας, κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, τη γονιμότητά της και τις 12 γενιές που έχουν περάσει από τότε ίσαμε σήμερα, όλοι, μα όλοι, οι Αυστριακοί, είναι ελληνικής καταγωγής, θα έχουν κάποιο πρόγονο Έλληνα, που συνδέθηκε με κάποιο αυστριακό σόι, πριν εκατόν ή διακόσια χρόνια. Κι αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Αυστροουγγαρία προηγουμένως ή αργότερα. Παραμένουμε στα μέλη της ελληνικής παροικίας του 18ου αιώνα.

Ανέφερα το παράδειγμα αυτό για να αναδειχτεί το μέγεθος της διαστρέβλωσης που επιχειρείται με τη συνεχή ανάδειξη της εβραϊκής ρίζας και αιματολογικής συνέχειας για πολλούς και διάφορους, που κατάντησε πια μια βιομηχανία. Ακόμη και για τον Τσάρλυ Τσάπλιν χύθηκαν τόνοι μελανιού για το αν είναι ή όχι εβραϊκής καταγωγής.

Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Σ΄ όλες τις χώρες του κόσμου όλοι οι κάτοικοι έχουν προσμείξεις από διάφορες φυλές και έθνη, το ίδιο και στην Ελλάδα και την Κύπρο. Σημασία έχει η πολιτιστική σου ένταξη, η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας, η μετοχή σου στην Ιστορία, η επιλογή του «συνανήκειν».

Μελετώντας το φαινόμενο των λινοβαμβάκων, των κρυπτοχριστιανών της Κύπρου, που λόγω της καταπίεσης της τουρκοκρατίας δήλωναν μουσουλμάνοι, βλέπουμε πόση λίγη σημασία έχει η αιματολογική συνέχεια μπροστά στην απόφαση της ένταξης σε κάποιο εθνικό σχηματισμό. Λοιπόν, οι λινοβάμβακοι επίσημα ήσαν μουσουλμάνοι, όμως στο σπίτι ήξεραν ότι ήσαν χριστιανοί, αρκετοί, μάλιστα, είχαν βαφτιστεί κρυφά στην εκκλησία. Η μητρική τους γλώσσα ήταν η ελληνική, (τούρκικά μάθαιναν όταν πήγαινα στο τούρκικο σχολείο, κάτι που άρχισε, κυρίως, κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας), ήξεραν ακόμη ότι οι πρόγονοί τους ήσαν και επίσημα, και φανερά, Έλληνες χριστιανοί, πριν εκατόν ή εκατόν πενήντα χρόνια. Όταν ξεκίνησαν οι διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο, το 1963-1964, πολλοί από τους κρυπτοχριστιανούς ήσαν από τους πιο σκληρούς υπέρ των τουρκικών διεκδικήσεων, με φαινόμενα ακροτήτων και φανατισμού. Οι άνθρωποι αυτοί, την ώρα της σύγκρουσης και επιλογής, είχαν αποφασίσει και ξεκαθαρίσει ότι θα εντάσσονταν στους τουρκικό στρατόπεδο  και, ίσως, είχαν έντονη την επιθυμία να αποδείξουν (στους Τούρκους, κυρίως, αλλά και στους Έλληνες) με τεκμήρια την τελική τους επιλογή.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται εδώ, στα απλά αυτά λόγια. Βρίσκεται στη στάση των Ελλαδιτών προοδευτικών διανοούμενων που αν κάποιος προσπαθήσει να αποδείξει την ελληνική καταγωγή πολλών και διαφόρων, με τα ίδια μέτρα και κριτήρια που τόσοι πολλοί ανακηρύσσονται με εβραϊκή καταγωγή, είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν τους μύδρους τους για τα φαινόμενα αυτά της εθνικιστικής έξαρσης, να εκφράσουν το σαρκασμό τους για το φαινόμενο. Όταν όμως σημειώνεται αυτό για τους λεγόμενους εβραϊκής καταγωγής, με μια απύθμενη επαρχιωτική νοοτροπία, τα αποδέχονται και τα παρακολουθούν με σεβασμό. Δεν είναι, λοιπόν, και οι Εβραίοι ιστορική πολιτιστική κατηγορία, που υπακούει σε νόμους της Ιστορίας και της κοινωνίας, είναι κάτι υπεράνω, άσπιλο, άχραντο και άμωμο σώμα;

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω σε Ελλάδίτες προοδευτικούς ένα παραμύθι για την εβραϊκή καταγωγή μου, ότι κάποιος πρόγονός μου ήταν Εβραίος από τον Λίβανο, που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο τον 19ο αιώνα για εμπόριο. Εν τέλει συζούσε με μια ελληνοκύπρια χριστιανή, προ-προγιαγιά μου, με την οποία έκανε δύο κόρες. Όμως αρρώστησε και για να μην μείνουν έκθετα και ανυπεράσπιστα τα δυο του κορίτσια έπρεπε να δοθεί λύση. Λοιπόν, λίγο πριν πεθάνει, βαφτίστηκε χριστιανός και παντρεύτηκε την σύντροφό του και μητέρα των θυγατέρων του. Σε μία ώρα από Εβραίος έγινε χριστιανός, από ελεύθερος παντρεμένος, από ζωντανός νεκρός, η σύντροφός του από ελεύθερη έγινε παντρεμένη και από παντρεμένη χήρα και οι κόρες τους από νόθες έγιναν νόμιμα τέκνα και αμέσως μετά ορφανές, τονίζω με δραματικότητα και διαπιστώνω με τρόμο ότι, αυτό το παραμύθι της εβραϊκής καταγωγής μου, τους κάνει να με βλέπουν ευνοϊκά, με διάθεση αναγνώρισης και αποδοχής μου.

Προηγουμένως τους είχα αναφέρει ότι διαβάζω τον Όμηρο από το πρωτότυπο, ότι έχω αποστηθίσει όλα τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου, ότι έχω κάνει ειδικές σπουδές στον βωβό κινηματογράφο, ότι ακούω κάθε μέρα Μπαχ, ότι είδα όλες, μα όλες, τις ταινίες των Κουροσάβα, Ταρκόφσκι, Φ. Λανγκ, Βέντερς, Πέκινπα, ότι διάβασα όλον τον Σαίξπηρ και τον Έ. Ά. Πόε.  Καμία συγκίνηση γι’ αυτά, και είμαι βέβαιος ότι δεν θα συγκινούνταν ακόμη και αν τους έλεγα ότι μπορώ να περπατήσω ανάποδα στο ταβάνι, μόλις, όμως, τους είπα ότι είμαι εβραϊκής καταγωγής, με είδαν με συμπάθεια και θαυμασμό. Κύριε ελέησον τους Ελλαδίτες προοδευτικούς!

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της δήθεν καταγωγής των Εβραίων και της αιματολογικής τους συγγένειας από τη φύτρα του Αβραάμ και Ισαάκ. Ότι αυτούς έχουν για προπάτορές τους όλοι οι Εβραίοι. Ψέμα, μια ανιστόρητη κατασκευή. Η πλειοψηφία των Εβραίων, που ζουν σήμερα, είναι αποτέλεσμα  προσηλυτισμού από διάφορες φυλές και έθνη. Την αιματολογική συγγένεια και καθαρότητα, που καταγγέλλουν οι Έλληνες προοδευτικοί όταν, σε διάφορες περιπτώσεις, τη διακηρύσσουν πολλοί ανιστόρητοι και πολλά ρατσιστικά κινήματα, την αποδέχονται όταν αναφέρεται στη σημερινή εβραϊκή παρουσία. Δυο μέτρα και δυο σταθμά, αποτέλεσμα του ισοπεδωτικού φιλοσημιτισμού.

Πάντως η βιομηχανία της ανεύρεσης εβραϊκής καταγωγής καλά κρατεί. Για διάφορους διανοούμενους, λογοτέχνες, ζωγράφους και σκηνοθέτες, π.χ. του 18ου, 19ου  και 20ού αιώνα, που ζούσαν σε διάφορες χώρες, γίνονται έρευνες για να βρεθεί και να τονιστεί η εβραϊκή ρίζα τους. Καλώς αν αυτό επηρέαζε την πρόσληψη του κόσμου, επιδρούσε στην καλλιτεχνική και θεωρητική τους δουλειά. Το εβραϊκό στοιχείο αποτελεί σημαντικό έρεισμα για να κατανοήσουμε το έργο και την προσωπικότητά τους και αποτελεί μεγάλο λάθος αν το αγνοούμε.

Όμως η εβραϊκή συσχέτιση τονίζεται ακόμη και αν η οικογένεια τους είχε προσχωρήσει στον Χριστιανισμό, ακόμη και αν οι γονείς τους ή και οι ίδιοι δήλωναν άθεοι ή αδιάφοροι θρησκευτικά ή αγνωστικιστές, απέφευγαν, ή βρίσκονταν σε αντίθεση με, τους ραβίνους και  τις συναγωγές, ακόμη και αν οι ίδιοι αγνοούσαν τις παλιότερες εβραϊκές ρίζες της οικογένειάς τους και τα οποιαδήποτε εβραϊκά πολιτιστικά στοιχεία δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στη ζωή και το έργο τους. Ζούσαν, π.χ. το 1850, μέσα στο πολιτιστικό και θεωρητικό συγκείμενο της γαλλικής ή της ιταλικής, αγγλική, ρωσικής κοινωνίας, η μητρική τους γλώσσα ήταν η γαλλική, (ή ιταλική, αγγλική, ρωσική), είχαν προγόνους από προσμείξεις με άλλα έθνη και φυλές, ποτέ δεν οραματίστηκαν ή σκέφτηκαν ίδρυση κράτους εβραϊκού, ήθελαν, απλώς, να είναι επιτυχημένοι πολίτες στην κοινωνία όπου ζούσαν,   δρούσαν ως π.χ. Γάλλοι ή Γερμανοί πολίτες και συγγραφείς, όμως όλα αυτά ξεχνιούνται και μένει να λάμπει το εβραϊκό παρακλάδι, και αρχίζουν τα: ο εβραϊκής καταγωγής συγγραφέας χ και ψ. Είναι, ως ανάλογο παράδειγμα, σαν να γράφαμε σήμερα ο χριστιανός Καρκαβίτσας ή  ο χριστιανικής καταγωγής Καραγάτσης, ο χριστιανός Ζολά ή ο χριστιανικής καταγωγής  Πόε και ο χριστιανός Μαρξ. Θα άρεσε αυτό;

Όμως το Ισραήλ, με θρησκευτικό φανατισμό, που υπερβαίνει ιστορικά δεδομένα, εθνικές και γλωσσικές ταυτότητες, πίστη και αθεΐα, μαζεύει τα παιδιά του -συγχρονικά και διαχρονικά.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

 

Όλα ξεκίνησαν από μια λέξη. Μια προοδευτικιά βγήκε στην τηλεόραση και κατηγορούσε τους Έλληνες ότι είναι αντισημίτες, γιατί χρησιμοποιούν τη λέξη «τσιφούτης». Ήταν ευδιάκριτο ότι ήθελαν να φορτώσουν ακόμη μια ενοχή στο δοκιμαζόμενον ημών γένος, κάτι που απέδιδε κέρδη σε όσους ήταν από την πλευρά των επιτιμητών. Αντέδρασα με το πρώτο σημείωμα στη Νέα Εστία. Ο διευθυντής του περιοδικού μού είπε ότι θα το δημοσίευε με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθούσε και δική του απάντηση στο κείμενό μου.

Απάντησα ότι από τη στιγμή που δημοσιεύω κάποιο σημείωμά μου, θεωρώ ότι η απάντηση σ’ αυτό, και ο διάλογος που μπορεί να προκαλέσει, αποτελούν κάτι το ευκταίο και το αναμενόμενο, αν λοιπόν απαντούσε ο ίδιος ο διευθυντής του περιοδικού, ακόμη καλύτερα. Όμως, επί του προκειμένου, στην απάντηση του διευθυντή του περιοδικού δεν υπήρχε αναφορά στη φιλολογική ταμπακέρα, δεν πήρα απάντηση αν οι Έλληνες γνωρίζουν τη σύνδεση με τους Εβραίους  της τουρκοκρατίας όταν χρησιμοποιούν τη λέξη τσιφούτης. Η θέση μου ήταν απλή, οι σημερινοί Έλληνες λένε τσιφούτης και απλώς εννοούν τσιγκούνης και σπαγκοραμμένος, όμως   και αν ακόμη γνωρίζουν την εβραϊκή σύνδεση προς τι ο πόνος και ο αλληλοσπαραγμός, όταν κάθε μέρα στην ελληνική κοινωνία ακούμε τόσα ανέκδοτα  που αποδίδουν ευήθεια στους Πόντιους και τσιγκουνιά στους Σκωτσέζους; Δεν αναφέρθηκαν και δεν σχολιάστηκαν αυτά.

Όλα αυτά μου θυμίζουν τους Έλληνες, που σπουδάζουν στην Αμερική και όταν επιστρέφουν στην Ελλάδα μιλούν με απαξίωση για τον εθνικισμό της ελληνικής σημαίας και της προβολής της. Αν ήταν γνήσια και ειλικρινής η αντίδρασή τους, και όχι απότοκο του διατεταγμένου και κυρίαρχου ελληνικού «προοδευτισμού», θα έπρεπε στην Αμερική, τουλάχιστον, να αυτοπυρπολούνταν, να έκαναν θεαματικό δημόσιο χαρακίρι εις ένδειξη αγανάκτησης, γιατί εκεί η αμερικανική σημαία προβάλλεται και αναδεικνύεται χιλιοπλασίως παρά η ελληνική στην Ελλάδα. Οι επαρχιώτες όμως Έλληνες θεωρούν αυτό το πράγμα φυσιολογικό και απλό για τους Αμερικανούς και κάτι το αρνητικό και παρωχημένο για τους Έλληνες.

Επιστρέφω στην αρχή της συζήτησης. Οι Εβραίοι ονόμαζαν τους Έλληνες της τουρκοκρατίας βρωμιούς. (1)Στην κλίμακα της απαξίωσης η λέξη βρωμιός έχει μεγαλύτερη ένταση από το τσιφούτης. Αν λοιπόν το τσιφούτης προκάλεσε αυτόν τον ορυμαγδό θα παρακαλούσα τον φίλο Σταύρο Ζουμπουλάκη να επιστρέψουμε στα φιλολογικά, στη γλώσσα και στο λεξιλόγιο, και να κρίνει και τη χρήση της λέξης βρωμιός από τους Εβραίους


Σημ.: 1) Βλ. και Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, επιμ. P. Mackridge, εκδ. Εστία Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003, σ. 224


 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: