Archive for Οκτώβριος 2013

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΜΠΟΓΙΕΣ ΤΗΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ», ΑΝΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΜΠΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥ.ΡΙΖ.Α

Οκτώβριος 22, 2013


 

Η Κύπρος ήταν πάντα  η σπερματοδόχος τριών ηπείρων και πέντε θαλασσών. Στρατεύματα και πειρατές εφορμούσαν, αποβιβάζονταν, έσφαζαν, λεηλατούσαν, λειτουργούσαν ως βιαστές. Έφταναν ακόμη και άλλοι κυνηγημένοι από τις γύρω χώρες, μετανάστες και άνθρωποι πεινασμένοι, και όλοι αυτοί έσπερναν παιδιά. Η Κύπρος μεγάλωνε αυτά τα παιδιά με φροντίδα, και με ήθος, έθος και συνήθεια ελληνική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η επαρχία Πάφου όπου 7%, περίπου, του πληθυσμού έχει το στίγμα της «αταξίας του Φρίντριχ», που πολλές φορές οδηγεί στην επώδυνη ακινησία της μυοπάθειας. Τέτοια ασθένεια υπάρχει και σε μια περιοχή της Γαλλίας και όλα καταδεικνύουν ότι το στίγμα αυτό της «αταξίας του Φρίντριχ» μεταφέρθηκε από εκεί στην Κύπρο. Μεταφορείς οι Γάλλοι σταυροφόροι που στάθμευσαν κάποιο καιρό στην Πάφο και έσπειραν αρκετά παιδιά, είτε ως βιαστές κυρίως, είτε ως εραστές.

Η επαρχία Πάφου πάντοτε είχε μεγάλη συνεισφορά στους εθνικούς αγώνες του κυπριακού ελληνισμού, με αποστολές εθελοντών στους αγώνες της Ελλάδας, με νεκρούς, τραυματίες και φυλακισμένους στους αγώνες εντός της Κύπρου. Είμαστε η περιοχή της Κύπρου που είναι η πιο κοντά στην Ελλάδα, τόνιζαν με έπαρση οι Παφίτες, προς τους Κυπρίους των άλλων επαρχιών, την περίοδο της διεκδίκησης του αιτήματος της αυτοδιάθεσης, και ο Μητροπολίτης Πάφου, υποδεχόμενος περιηγητές από την Αρκαδία, τους χαιρέτησε με τη φράση: «καλωσορίζω τους μητροπολίτες». Στην παρατήρηση των Αρκάδων, γιατί τους ονομάζει έτσι αφού αυτός είναι ο μητροπολίτης, εκείνος απάντησε: Εσείς είσαστε οι μητροπολίτες, γιατί η μητρόπολη των Παφίων είναι η Αρκαδία, από εκεί ήρθαν  οι πρώτοι Έλληνες της περιοχής μας, μαζί με τον βασιλιά Αγαπήνορα.

Πού λοιπόν οι σταυροφόροι, οι εισβολείς, οι βιαστές και οι επιμειξίες μπροστά στην πολιτιστική ταυτότητα και το αίσθημα του συνανήκειν σε μια εθνότητα; Όλα πέφτουν κουρελιασμένα, και μένει η συνειδητή και καθαρή απόφαση της ένταξης και έκφρασης σε ένα γλωσσικό, πολιτιστικό και εθνικό σύνολο.

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ τόνισε εμφατικά: «Η Κύπρος είναι ένα ελληνικό νησί, εννοώ ένα νησί που η γλώσσα του και η κουλτούρα του υπήρξαν ελληνικές από τους αρχαιότερους σχεδόν χρόνους». «Τριάντα δύο αιώνες δεινά, λεηλασίες, κατοχές, κυριαρχίες, εισαγωγές ξένων γλωσσών, θρησκειών και πολιτισμών, δεν μπόρεσαν να παραμερίσουν τον πολιτισμό και τη γλώσσα της Κύπρου. Προσωπικά, βρίσκω το γεγονός εξωφρενικό, έστω και αν αυτή η συνέχεια κλονίζει ή αναιρεί ορισμένες γλωσσολογικές θεωρίες.»

Το αίσθημα του εθνικώς συνανήκειν είναι πολιτιστικό, γλωσσικό και ιστορικό και όσοι, λοιπόν, μιλούν για αιματολογική συνέχεια και για καθαρότητα της φυλής, όσοι μιλούν για «αίμα και τιμή», οπισθοδρομούν τα πράγματα στον αταβισμό, στον φυλετισμό,  τη στιγμή που οι αρχαίοι Έλληνες είχαν την πιο προωθημένη άποψη, θεωρούσαν την ταυτότητα του Έλληνα ως θέμα παιδείας και δεν έψαχναν να βρουν αιματολογικές συνέχειες και βιολογικά πρότυπα.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των λινοβαμβάκων, των κρυπτοχριστιανών της Κύπρου, που λόγω της καταπίεσης της τουρκοκρατίας δήλωναν μουσουλμάνοι. Μελετώντας το φαινόμενο αυτό βλέπουμε πόση λίγη σημασία έχει η αιματολογική συνέχεια μπροστά στην απόφαση της ένταξης σε κάποιο εθνικό σχηματισμό. Λοιπόν, οι λινοβάμβακοι επίσημα ήσαν μουσουλμάνοι, όμως στο σπίτι ήξεραν ότι ήσαν χριστιανοί, αρκετοί, μάλιστα, είχαν βαφτιστεί κρυφά στην εκκλησία. Η μητρική τους γλώσσα ήταν η ελληνική, (τουρκικά μάθαιναν όταν πήγαιναν στο τουρκικό σχολείο, κάτι που άρχισε, κυρίως, κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας), ήξεραν ακόμη ότι οι πρόγονοί τους ήσαν και επίσημα, και φανερά, Έλληνες χριστιανοί, πριν εκατόν ή εκατόν πενήντα χρόνια. Όταν ξεκίνησαν, με την υποκίνηση εκ μέρους της Άγκυρας και την ενίσχυση της αγγλικής πολιτικής, οι διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο, το 1958 και το 1963-1964, πολλοί από τους κρυπτοχριστιανούς ήσαν από τους πιο σκληρούς υπέρ των τουρκικών διεκδικήσεων, με φαινόμενα ακροτήτων και φανατισμού. Οι άνθρωποι αυτοί, την ώρα της σύγκρουσης και επιλογής, είχαν αποφασίσει και ξεκαθαρίσει ότι θα εντάσσονταν στο τουρκικό στρατόπεδο  και, ίσως, είχαν έντονη την επιθυμία να αποδείξουν (στους Τούρκους, κυρίως, αλλά και στους Έλληνες) με τεκμήρια την τελική τους επιλογή.

 Όσοι, λοιπόν, μιλούν για αίματα εθνικής καθαρότητας λένε ανοησίες, προάγουν τον πρωτογονισμό της σκέψης. Σήμερα πολλοί που έχουν ελληνική εθνική συνείδηση είναι απόγονοι ανθρώπων που πολέμησαν κάποτε τους Έλληνες και πολλοί κάτοικοι γειτονικών χωρών, που σήμερα εκφράζουν αντιπάθεια και αντιπαλότητα για την Ελλάδα, είναι απόγονοι Ελλήνων.

Με άλλα λόγια το «αίμα – τιμή» της Χρυσής Αυγής είναι ένα σύνθημα βλακώδες. Συμπληρωματικά, ως σπόνσορες της Χρυσής Αυγής, λειτουργούν και οι ανεγκέφαλοι διανοούμενοι του ΣΥΡΙΖΑ, που νομίζουν ότι κάθε αναφορά σε εθνικά θέματα θα μολύνει την ιδεολογική καθαρότητά τους, ότι αποτελεί έκφραση ρατσισμού και εθνικισμού. Η μια βλακεία συμπληρώνει την άλλη. Γιατί, αν το έθνος είναι κάτι νεκρό, πρέπει να ανασκουμπωθούμε όλοι για να το θάψουμε, δεν μπορούμε να ζούμε με τους νεκρούς. Νέκυες κοπρίων εκβλητότεροι, είπε ο μέγας Εφέσιος.

Όμως το έθνος είναι μια ζωντανή, ολοζώντανη, ιστορική κατηγορία, που ανασπειρώνεται, παράγει νέες εκφάνσεις και φαινόμενα, συντελεί στην επιλογή στάσεων,  νοοτροπιών και αποφάσεων. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε πολιτική και για το έθνος. Πολιτική που θα εδραιώσει τη δημοκρατία, την ευημερία και κοινωνική του δικαιοσύνη, την πολιτιστική του άνθηση, την αξιοπρεπή συμπόρευση και συνεργασία του με τους άλλους λαούς.  Γιατί, ως διανοούμενος, αν δεν συνδιαλέγεσαι με αυτό που είναι η ζωντανή πραγματικότητα του καιρού σου είσαι ο ίδιος νεκρός. 

Πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι σήμερα η ταυτότητα του εθνικώς συνανήκειν δεν είναι μόνο θέμα πολιτιστικής, γλωσσικής και ιστορικής ταυτότητας. Γιατί, την εποχή της πλανητοποίησης και των νέων δεδομένων, την εποχή που διακηρύσσεται η αρχή του αυτοκαθορισμού,  μπορείς να δηλώσεις Κούρδος, Πολωνός, Πετσενέγος, Γερμανός ή Αργεντινός και να γίνει αυτό αποδεκτό. Η ταυτότητα του Έλληνα είναι, λοιπόν, και μια απόφαση της συνείδησης και της ευθύνης. Δηλώνοντας Έλληνας παίρνεις στον ώμο σου ένα φορτίο και μια ευθύνη, μια Ιστορία και έναν πολιτισμό για να προχωρήσεις στην πορεία της ζωής σου. Αν το θέλεις.

Στην Κύπρο όλοι οι διεθνείς οργανισμοί, οι ΜΚΟ, επιχορηγημένα προγράμματα ξένων πανεπιστημίων, νεοκυπριακές συσπειρώσεις, ξένες πρεσβείες και οργανώσεις προωθούν και ενισχύουν τον εθνικό αποχρωματισμό των Κυπρίων, αποχρωματισμό που θα βοηθήσει και στην άδικη και ετεροβαρή λύση που μεθοδεύουν. Στην Κύπρο, η άρνηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας θα προκαλέσει τον μεγαλύτερο έπαινο και την επιβράβευση από τον διεθνή παράγοντα, την παγκοσμιοποιημένη κυρίαρχη ελίτ και όλους τους μηχανισμούς που αναφέραμε προηγουμένως, που θα μας θεωρούν, πια, ως τα καλύτερα, τα πιο προικισμένα και πειθαρχημένα παιδιά της υφηλίου.

 Όμως στην Κύπρο η πλειονότητα των κατοίκων δηλώνουν Έλληνες, σε πείσμα όλων αυτών των μεθοδεύσεων. Γιατί η συνείδησή τους δεν ανέχεται την πτώση και τη φθορά, δεν θέλουν να υποκύπτουν στον ετσιθελισμό της δύναμης και να συμμορφώνονται προς τας υποδείξεις διαφόρων κέντρων εξουσίας. Γιατί είναι αξιοπρεπείς. Δηλώνουν Έλληνες και δεν δέχονται εκπτώσεις.

Σηκώνουν στον ώμο το φορτίο και την ευθύνη της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στην Κύπρο και προχωρούν περήφανοι κι ωραίοι.

Advertisements

Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Οκτώβριος 20, 2013

Χάριτας οφείλομεν στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και στον καθηγητή κ. Πέτρο Παπαπολυβίου, για το Συνέδριο «Όψεις και πτυχές της ιστορίας του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα και στην Κύπρο». Το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, εδώ και χρόνια, συνεχίζει την πορεία εμβάθυνσης σε νέα θέματα και εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό προς την κοινωνία και να διευρύνει την επαφή του με την κοινωνία, δεν περιχαρακώνεται σε χρυσελεφάντινους πύργους και σε επιστημονικοφανείς απομονώσεις.

Όμως, νεαρός φιλόλογος μού υπέδειξε ότι η παρέμβασή μου στο Συνέδριο  για την Ιστορία του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα και την  Κύπρο (Πανεπιστήμιο Κύπρου, β’ συνεδρία, Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013, 9.30-10.50) είχε στοιχεία συναισθηματικής έντασης, που δεν προσιδιάζουν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις (ήθελε να πει για άτσαλη παρέμβασή μου, όμως είναι από τους νεαρούς και ευγενείς φιλολόγους, που χρησιμοποιούν εκλεπτυσμένο λεξιλόγιο), ακόμη μου τόνισε ότι τα επιχειρήματά μου δεν είχαν εκείνη τη νοητική αλληλουχία που χαρακτηρίζει διάφορα γραπτά μου, υπήρχαν χάσματα και νοητικά άλματα. Αποδέχομαι και τις δύο υποδείξεις/παρατηρήσεις. Αυτό, λοιπόν, που προφορικά δεν διατύπωσα ευκρινώς άμα τω πέρατι της συνεδρίας, το καταγράφω εδώ.

Οι εισηγήσεις αναφέρονταν στη διάσπαση και διαχωρισμό των κυπριακών ποδοσφαιρικών ομάδων σε ομάδες της αριστεράς και της δεξιάς, τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’40, και στην αποχώρηση των τουρκοκυπριακών ομάδων από την ΚΟΠ, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Όμως δεν μπορούμε να βλέπουμε τα θέματα αυτά της Κύπρου σαν να συνέβαιναν μέσα στις ομαλές συνθήκες μιας χώρας, π.χ. της Δανίας ή της Σουηδίας, η οποία έφτασε στη δημιουργία ενός έθνους-κράτους, που λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια του αστικού φιλελευθερισμού. Στην Κύπρο είχαμε αποικιοκρατία, κυρίαρχοι ήσαν οι Άγγλοι, αυτοί κρατούσαν το σπαθί της δύναμης, έλεγχαν και ποδηγετούσαν. Μας ενδιαφέρει, λοιπόν, και η δική τους στάση, παρεμβολή και επίδραση στην εξέλιξη του θέματος.

Ποια ήταν η στάση των Άγγλων κυριάρχων; Ενίσχυσαν αυτές τις κινήσεις, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε» που συνήθως εφάρμοζαν, τις είδαν αρνητικά μέσα στη λογική ότι η αποικία που διευθύνουμε πρέπει να είναι ήρεμη και χωρίς εντάσεις, διαπληκτισμούς και διαμάχες ή, ακόμη, τήρησαν αδιάφορη στάση ότι, δηλαδή, πρόκειται για ιδιοτροπίες και τερτίπια των ιθαγενών της Κύπρου, και ευτυχώς που το πεπολιτισμένο και πεφωτισμένο κράτος της Αγγλίας τους έχει υπό την αποικιοκρατική του διοίκηση, για να τους βελτιώσει όσο μπορούσε περισσότερο.

Τι έγραφαν οι Άγγλοι στα έγγραφα των διοικητικών τους υπηρεσιών στην Κύπρο; Τι έγραφαν οι αξιωματούχοι της αποικιοκρατίας στις αναφορές τους προς το Λονδίνο για το θέμα αυτό; Γιατί μας ενδιαφέρει και η στάση των κυριάρχων αποικιοκρατών για να δούμε συνολικά το ζήτημα. (1) Και οι τέσσερις εισηγήσεις αυτής της συνεδρίας κάλυψαν το συγκεκριμένο θέμα που διαπραγματεύονταν με σαφήνεια και ανέδειξαν πολλές επί μέρους πτυχές του. Απουσίαζε όμως η διερεύνηση της στάσης των Άγγλων αποικιοκρατών, ενδεχομένως μια πέμπτη εισήγηση, που θα κάλυπτε αποκλειστικά αυτό το θέμα, θα ολοκλήρωνε καλύτερα αυτήν τη συνεδρία. Αυτό το απλό ήθελα να πω.

Όσο για το δεύτερο σημείο: για τη μη χρήση του όρου μειονότητα στη σχετική εισήγηση για τις ποδοσφαιρικές δραστηριότητες των Τουρκοκυπρίων. Ο όρος μειονότητα δεν είναι απαξιωτικός, ούτε μειωτικός, είναι πραγματολογικός όρος, που βοηθά τον ακροατή και τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσουν καλύτερα την πραγματικότητα. Η επιστήμη προχωρεί με τις διακρίσεις εννοιών και πραγματικοτήτων κι όχι με τις ιδεοληψίες που δημιουργούν ένα καζάνι όπου συμφύρονται πρωτεύοντα και τεταρτεύοντα σε έναν πολτό. Όταν κάποιος μιλά για την αθλητική και πολιτιστική δραστηριότητα των Αρμενίων δεν μπορεί να μιλά λες και η Κύπρος είναι μια αρμενική επαρχία. Πρέπει να προσδιορίσει ότι αναφέρεται σε μια μειονότητα του 1%, διασκορπισμένη σε πολλά μέρη της Κύπρου, γι’ αυτό και οι δυνατότητές της είναι περιορισμένες. Και για την τουρκοκυπριακή παρουσία στην Κύπρο και στις προσπάθειές της επί αγγλοκρατίας να δημιουργήσει ποδοσφαιρικά σωματεία, ο μελετητής που δεν θα προσδιορίσει ότι πρόκειται για μια μειονότητα του 18%, διασκορπισμένη σε όλη την Κύπρο και τις συνακόλουθες δυνατότητες που της έδινε το πληθυσμιακό της μέγεθος, δεν βοηθά τον αναγνώστη του να κατανοήσει το θέμα.

Δεν είναι μόνο αυτό. Η μεγάλη ποσότητα μετατρέπεται, συνήθως, και σε ποιότητα. Θα ήταν ενδεικτική η παράθεση των αθλητικών περιοδικών και εφημερίδων που κυκλοφορούσαν στα ελληνικά και τουρκικά στην Κύπρο της αγγλοκρατίας. Τότε θα δούμε ότι η ελληνική έντυπη αθλητική παρουσία δεν ήταν τετραπλάσια της τουρκοκυπριακής αλλά υπερδεκαπλάσια, με αθλητικά έντυπα εκδοτικά πιο φροντισμένα, με περισσότερες σελίδες και πλουσιότερο περιεχόμενο. Ως φιλόλογος μελέτησα αυτό το θέμα στο πεδίο της ποιητικής παραγωγής των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας. Η ελληνόγλωσση παραγωγή, που συμπεριλαμβάνει τις αυτοτελείς ποιητικές συλλογές και τις ποιητάρικες φυλλάδες, που το ποιητικό τους κείμενο υπερβαίνει τον αριθμό των στίχων που έχει μια συνήθης συλλογή, ξεπερνά τους δύο χιλιάδες τίτλους. Θα περίμενε, λοιπόν, κάποιος ότι η τουρκόγλωσση ποιητική παραγωγή του 18% θα έφτανε τους 400, περίπου, τίτλους. Μια εικοσάδα όμως ήταν, περίπου, είκοσι φορές λιγότερη από αυτήν που αναμέναμε (2). Είπαμε, η μεγάλη ποσότητα μετατρέπεται, συνήθως, και σε ποιότητα όμως η μικρή ποσότητα μπορεί να σε καταβαραθρώσει εντελώς, να πέσεις πιο κάτω και από το όριο που σου δίνει η επί τοις εκατόν αναλογία σου.

Αυτά ήθελα να πω για την εισήγηση αυτή που  κάλυψε με εμπεριστατωμένο και διεξοδικό τρόπο τα της τουρκοκυπριακής ποδοσφαιρικής δραστηριότητας, χωρίς όμως να προσδιορίσει ότι μιλούσε για μια μειονότητα του νησιού.

Σημειώσεις: 

1) Χαρακτηριστικά, στην αλληλογραφία του με το Λονδίνο, το 1929, ο κυβερνήτης της Κύπρου Ρ. Στορς συμβουλεύει  να εμποδίζονται οι αγγλικές εφημερίδες από το να πληροφορήσουν το κοινό τους για την πρόσφατη, τότε, ανακάλυψη των ελληνικών αρχαιοτήτων στη Λάρνακα εκ μέρους της σουηδικής αρχαιολογικής αποστολής. Ο λόγος: για να μη ενδυναμώνεται το ελληνικό αίσθημα των Κυπρίων και το ενωτικό αίτημα του νησιού. Όταν, λοιπόν, ο ίδιος ο κυβερνήτης και οι Άγγλοι αποικιοκράτες ενδιαφέρονταν για το πως παρουσιάζονται τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ανασκαφών δεν θα σχολίαζαν και δεν θα είχαν θέση για ένα σημαντικό θέμα όπως είναι οι ποδοσφαιρικές διασπάσεις;

2) Βλ. Δελτίο Βιβλιογραφικής Εταιρείας Κύπρου, τόμος Γ’ (1990), Λευκωσία 1991, το μελέτημα του Ahmet An, Turkish Cypriot Bibliography 1878–1963, στις σ. 179-197.

 

ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Οκτώβριος 18, 2013


(Απόσπασμα από την εισήγηση «Ποίηση και ποδόσφαιρο», στο Συνέδριο ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, που οργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου (Επιστημονική Επιτροπή Συνεδρίου: Πέτρος Παπαπολυβίου, Β. Καρδάσης, Αλ. Κιτροέφ)

 

Κλείνοντας την εισήγησή  μας, μια θεωρητική εξέταση του πεδίου «ποδόσφαιρο και λογοτεχνία», πιστεύω ότι θα βοηθήσει  στον καλύτερο φωτισμό του αν δούμε τη θεωρητική συμβολή τριών ποιητών, οι οποίοι α) είναι ποδοσφαιρόφιλοι, β) έγραψαν ποιητικά κείμενα για το ποδόσφαιρο και γ) ταυτόχρονα έδωσαν και θεωρητικά κείμενα για το ίδιο θέμα. Οι ποιητές αυτοί είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Μαρκόπουλος  και ο Νάσος Βαγενάς.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο καταξιωμένος ποιητής της μεταπολεμικής εποχής,  που έδωσε στο ΥΓ τον εγκαιροφλεγή στίχο «τα άδεια γήπεδα»[1] ή, ακόμη τους καίριους και ευσύνοπτους στίχους: Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει/ τώρα έπαιζε την παράταση, μίλησε σε συνέντευξή του για τη σχέση του με το ποδόσφαιρο[2] και έδωσε συνεργασία, το 1986,  στο ειδικό ένθετο με τίτλο «Ποδόσφαιρο» στο περιοδικό του Μάνου Χατζιδάκι Το τέταρτο. Το ένθετο αυτό αποτελούσε μια από τις πρώτες σοβαρές προσπάθειες να ιδωθεί το θέμα του ποδοσφαίρου και της έλξης του πέρα από προκατ απόψεις και ιδεοληψίες. Ο τίτλος της συνεργασίας του Αναγνωστάκη ήταν: “Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου.[3] «Βαμμένος Παοκτζής, θεριό ανήμερο», χαρακτήρισε ο ίδιος τον εαυτό του κατά την περίοδο που ζούσε στη Θεσσαλονίκη, με την εγκατάστασή του στην ελληνική πρωτεύουσα  συνδέθηκε με τον Απόλλωνα Αθηνών. Από τα πρώτα χρόνια μου στο Γυμνάσιο δεν μπορώ να απομονώσω στη μνήμη μια Κυριακή μακριά από κάποιο γήπεδο, τονίζει στην ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία του και μας παραθέτει πολύτιμες μαρτυρίες για τις λογικές και συνήθειες των παλιών, τότε νεαρών, φανατικών φιλάθλων. Όμως το βασικότερο κείμενο του Αναγνωστάκη για το ποδόσφαιρο έχει τίτλο: Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ, που δημοσιεύτηκε στην Αυγή, στις 28 Οκτωβρίου 1984, με το ψευδώνυμο Αλ. Καμής, αργότερα έγινε γνωστό ότι ήταν δικό του. Ο Αναγνωστάκης χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο αυτό ως φόρο τιμής προς τον Γάλλο συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ, ποδοσφαιρόφιλο που δήλωσε ότι η παρακολούθηση του ποδοσφαίρου τον βοήθησε στην κατανόηση του κόσμου και στην εμβάθυνση των φιλοσοφικών θεωριών του.

Στο κείμενο για τον Άγιαξ, ο Αναγνωστάκης θεωρεί ότι αυτή η ομάδα μετέβαλε το ομαδικό παιγνίδι σε έργο τέχνης, έφτασε σε δυσθεώρητα επίπεδα ποιότητας, με την έμπνευση και τη γοητεία του απρόοπτου, του αυθορμητισμού που γίνεται σοφία και της σοφίας που φαντάζει σαν αυθορμητισμός. Ήταν η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων, πραγματική Κυρία κι όχι όπως οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών. Γιατί μετά ακολούθησε το αλισβερίσι των συστημάτων της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωναρίων. Με άλλα λόγια η νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς.

 

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος (γεν. το 1951), ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποιητικής γενιάς του 70, φίλαθλος της ΑΕΚ[4], μας έδωσε ένα από τα καλύτερα ποιήματα που αναφέρονται στον κόσμο του ποδοσφαίρου: Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου[5]. Το ποίημά του είναι μια ελεγεία για τον χρόνο και την πτώση, όταν ο γνωστός ποδοσφαιριστής, που συμβόλισε μια εποχή τη δόξα, την αναγνώριση και τη λατρεία των οπαδών της ομάδας του, αφήνει πια τον θρίαμβο και την αποθέωση, αποχωρεί και κρεμά τα παπούτσια των γηπέδων για να γίνει χωροφύλακας, υπάλληλος της ΔΕΗ ή του Ο.Τ.Ε., όπως συνηθιζόταν κάποτε, εκ μέρους των ποδοσφαιρικών σωματείων, η αποκατάσταση των παλαίμαχων ποδοσφαιριστών.

Διαβάζω ένα απόσπασμα από το ποίημα του Μαρκόπουλου:

Ω δεν ημπορώ να φαντασθώ το  γήρας

στα αλογίσια πόδια του παίκτου Χρήστου Αρδίζογλου.

 

Δεν ημπορώ να φανταθώ την ώρα

που τα παπούτσια του θενά κρεμάσει θα φύγει από τα

γήπεδα

θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω

και θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη.

Στην Αταλάντη και πάλι λέγω

όπου το παιδί του μη γνωρίζοντας από γήπεδα, «αστέγους»,

φιστίκια-αστέρια στα πανέρια των μικρών του σινεμά

θα γράφει στις εκθέσεις του

«Ο πατέρας μου εγεννήθη εις την Αθήνα.

Ήρθε εδώ λόγω της φύσης της δουλειάς του

προς αναζήτηση εργασίας

όπου μεγάλωσα κι εγώ»

 

Τιμή και δόξα στον παίκτη Χρήστο Αρδίζογλου

Που θα σηκώσει για άλλη μια φορά τελεσίδικα πια

όπως οι τρελοί τους επιταφίους των νεκροταφείων

την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος επιτέλεσε και μια θεμελιώδη εργασία για το θέμα μας, εξέδωσε το βιβλίο Εντός και εκτός έδρας Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση.[6] Με συνέπεια και φροντίδα μελέτησε όλα τα σχετικά και μετά λόγου γνώσεως μας έδωσε την εργασία του με καίρια θεωρητική προσπέλαση και πλούσια ανθολόγηση, με εύρυθμη και ευσύνοπτη ταξινόμηση της ποδοσφαιρικής ποιητικής θεματογραφίας, που βοηθούν τον αναγνώστη στην καλύτερη πρόσληψη του θέματος.

Η σχέση αγάπης μιας ομάδας ποιητών προς το ποδόσφαιρο μας προσέφερε στίχους εξόχως πρωτότυπους, τονίζει στον πρόλογό του και, ακόμη, ότι η μελέτη του δεν είναι παρά αποτέλεσμα λατρείας προς το ποδόσφαιρο «και προς τις μαγικές και ανεξαγόραστες στιγμές ευτυχίας που μου χάρισε από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου και εξακολουθεί να μου χαρίζει μέχρι σήμερα.» Ακόμη, ο Γιώργος Μαρκόπουλος έδωσε στην τελευταία του ποιητική συλλογή τον τίτλο Κρυφός κυνηγός[7] έναν όρο που προέρχεται από το ποδόσφαιρο. Σημαίνει τον παίκτη εκείνο που, χωρίς να είναι εξαρχής επιφορτισμένος με την υποχρέωση του σκοραρίσματος, περιφέρεται στα αντίπαλα καρέ, με ύπουλες βλέψεις, επιτήδειες κινήσεις και απρόβλεπτη συμπεριφορά, προσδοκώντας την κατάλληλη στιγμή, που θα του δοθεί η ευκαιρία να αιφνιδιάσει την αντίπαλη άμυνα επιτυγχάνοντας το πολυπόθητο γκολ. [8]

Ο Νάσος Βαγενάς (γεν. 1945), ποιητής, κριτικός και πανεπιστημιακός φιλόλογος, εκτός από τις τρεις ιδιότητες που αναφέραμε προηγουμένως: α) φίλαθλος -Δόξα Δράμας, Γιουβέντους, Αρσεναλ- β) με ποιήματα που αναφέρονται στο ποδόσφαιρο, και γ) θεωρητικά κείμενα για το ποδόσφαιρο, συνενώνει ακόμη μια ιδιότητα σχετική με το θέμα μας, υπήρξε ο ίδιος ποδοσφαιριστής όταν ήταν νέος –έπαιξε στον Εθνικό Πειραιώς και στην Εθνική Νέων της Ελλάδας. Στον αθλητικό τύπο της δεκαετίας του ’60 ο μελετητής εντοπίζει και τίτλους όπως: Ο Εθνικός με τους Αντωνάτον, Γυφτάκην και Βαγενά ηγέτας, υπέταξεν ευχερώς την Προοδευτικήν με 1-0[9] ή: Νάσος Βαγενάς Μια «χρυσή» ελπίς του Εθνικού.[10] Τα θεωρητικά κείμενα του Νάσου Βαγενά για το ποδόσφαιρο είναι τα ακόλουθα:

Α) Ποδόσφαιρο και λογοτεχνία[11]

Β) Η ομάδα και η πόλη[12]

Γ) Ένας αντιεθνικιστικός μύθος[13]

Δ) Όψεις της βίας των γηπέδων[14].

Αρκετές από τις απόψεις που διατυπώνει ο Βαγενάς στα κείμενα αυτά γονιμοποίησαν και τη δική μου εισήγηση. Θα επιμείνω στο κείμενό του «Η ομάδα και η πόλη», που αναφέρεται στην Δράμα και στην ομάδα της,[15] τη Δόξα Δράμας, η οποία, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 κατέστη κυριολεκτικά θρυλική. Αυτήν την περίοδο, που ακολούθησε τον εμφύλιο, η Δόξα Δράμας «επιτελούσε λειτουργίες πολύ περισσότερες από εκείνες που αναμένονται από μια ποδοσφαιρική ομάδα». «Η Δόξα ήταν ο συναισθηματικός κρίκος που συνέδεε τα μέλη της κοινότητας, το συνεκτικό στοιχείο του κοινωνικού ιστού της. Το γήπεδο της Δόξας ήταν ένας τόπος πράυνσης και κάθαρσης των παθών, κυρίως των πολιτικών, που ήταν ιδιαίτερα οξυμμένα τότε». Με άλλα λόγια, όλες οι πολιτικές παρατάξεις της πόλη, που διχάστηκε και μάτωσε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, συναντιούνταν και συμπορεύονταν στην κοινή αγάπη για τη Δόξα Δράμας, ταυτιζόμενες με την ομάδα της πόλης τους και περιβάλλοντάς την με την στοργή και το ενδιαφέρον τους, επούλωναν και τις πληγές της εμφύλιας σύρραξης.[16]

Τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά στην Κύπρο. Ενώ στην Ελλάδα οι τοπικές ομάδες συνένωναν τον τοπικό πληθυσμό και συντελούσαν στην υπέρβαση του εμφυλίου και των παθών του, στην Κύπρο, η διάσπαση του 1948, λόγω του ελληνικού εμφυλίου, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Δεν έχουμε τοπικές ομάδες, ομάδες της πόλης, αλλά κομματικά τοποθετημένες ομάδες. Στο κυπριακό ποδόσφαιρο σημειώνεται κάτι το εκπληκτικό, εν έτει 2013,  συνεχίζεται ο εμφύλιος της Ελλάδας, 64 χρόνια μετά τη λήξη του. Και εδώ μπορούμε να δούμε μια συνισταμένη της κυπριακής ιδιαιτερότητας και του πολιτικού επαρχιωτισμού μας, που μπορεί να συντελέσει στην κοινωνική αυτογνωσία μας. Τα κόμματα γνωρίζουν ότι οι αποφάσεις και οι πρακτικές τους μπορεί κάποτε να προκαλέσουν αγανάκτηση και απομάκρυνση των οπαδών τους, όμως αυτοί την ομάδα τους δεν την εγκαταλείπουν ποτέ. Έτσι, όταν περάσει η περίοδος της αγανάκτησης και απαξίωσης, για κάποια συγκεκριμένη κομματική στάση και πρακτική, μπορούν, από τον χώρο της ομάδας που πρόσκειται σ’ αυτά, -το κόμμα και η ομάδα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία- να επαναφέρουν πίσω τους δυσφορήσαντες και απομακρυνθέντες ψηφοφόρους τους.

Κλείνω με την παράθεση ενός ποιητικού αποσπάσματος του Νάσου Βαγενά, αφού δώσω την εξωτερική πληροφορία ότι στους ποδοσφαιρικούς κύκλους θεωρείται ότι όταν βρέχει και ο χλοοτάπητας είναι βρεγμένος η Άρσεναλ παίζει με έμπνευση και δυναμισμό, καθίσταται ακαταμάχητη: Γράφει ο Βαγενάς:

Ο χρόνος παίζει άνετα στο δέρμα μου,

όπως  η Άρσεναλ σε βρεγμένο γήπεδο

σκοράροντας ακατάπαυστα. Και το στήθος μου

γεμίζει χώμα συνεχώς.

Στο ποίημα αυτό ο Νάσος Βαγενάς συναιρεί ευσύνοπτα ένα από τα βασικά γνωρίσματα της ποιητικής ποδοσφαιρικής θεματογραφίας. Ο χρόνος – θάνατος όμως δεν κάθεται στις κερκίδες με την άνεση του παρατηρητή που παρακολουθεί σίγουρος τη φθορά και την πτώση του ποδοσφαιριστή, του παιγνιδιού και του γηπέδου. Ο χρόνος –θάνατος είναι η αντίπαλη ομάδα, που παίζει με νεύρο στο γήπεδο του κορμιού μας.

 

Σας ευχαριστώ.

 


[1] ) Βλ. και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Τα άδεια γήπεδα. Το παιχνίδι στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη», κεφάλαιο στο βιβλίο του Τα άδεια γήπεδα. Ποιητικές κριτικές δοκιμές, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1994, σ. 143-149 [όλες οι αναφορές γίνονται σε στίχους από το ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη]

[2]) Το αληθινό πρόσωπο των ποιητών. Μια συνομιλία του Μανόλη και της Νόρας Αναγνωστάκη με τον ποιητή Θέμη Λιβεριάδη στην Αθήνα το 1996, περ. Ενενήντα Επτά του Οργανισμού “Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997”, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1996, αρ. 7, βλ. και Γιάννης Η. Παππάς, Αρχίζει το ματς Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 56-58.

[3] ) Μανόλης Αναγνωστάκης, Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου, περ. Το Τέταρτο, Αθήνα, Ιούλιος 1986, αρ. 15, σ. 14-15.

[4] ) Σωτήρης Κακίσης, Ένωσις (το εγχειρίδιο του κακού ΑΕΚτζή), εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2011, σ.11

[5]) Γιώργος Μαρκόπουλος, Ιστορία του ξένου και της λυπημένης, εκδ. Υάκινθος, Αθήνα 1987, βλ. τώρα Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα (1968-1987), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 82-84.

[6] ) Γιώργος Μαρκόπουλος, Εντός και εκτός έδρας Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006. Η πρώτη μορφή του κειμένου του αυτού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η λέξη, Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 2000, αρ. 156, σ. 218-265. Βλ. και σχετικά κείμενα του Γιώργου Μάρκοπουλου:

α) Το ποδόσφαιρο και ο ποιητής. Στάσεις και ενστάσεις των Ελλήνων ποιητών. Προσπάθεια καταγραφής, εφ. Η Καθημερινή, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1998, ένθετο 7 Ημέρες, σ. 21-22.

β) Ω τι στιγμές μου χάρισες και μου χαρίζεις, εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα, 26 Ιουνίου 1998 (ένθετο: Βιβλιοθήκη)

 

[7]) Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2010

[8]) Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Τα νέα ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου, [Βιβλιοθήκη] Ελευθεροτυπία, Αθήνα, 2 Οκτωβρίου 2010

[9]) Κείμενο του Δ. Χαμπάλογλου δημοσιευμένο στην εφ. Το φως των σπορ, Αθήνα 19 Απριλίου 1962.

[10]) Κείμενο του Άρη Μελισσινού, εφ. Το φως των σπορ, Αθήνα, 22 Μαρτίου 1962. Για τα δημοσιεύματα που σχετίζονται με την ποδοσφαιρική δραστηριότητα του Νάσου Βαγενά και δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες Η Φωνή του Εθνικού, Το Φως των σπορ, Αθλητική Ηχώ, Τα Νέα του Εθνικού, βλ. Σάββας Παύλου, Βιβλιογραφία Νάσου Βαγενά, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 2010, σ. 193-194.

[11]) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 31/7/1994 [= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 132]

[12] ) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 27/10/1996 [= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 228)

[13]) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 11/7/2010[= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 273-277)

[14] ) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 27/2/2011[= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 286-289) Η ποδοσφαιρική βία «εξελίχθηκε στη σημερινή βαρβαρότητα από τη στιγμή που το επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπήκε στην τροχιά μιας νέας, και κεντρικής, βαρβαρότητας: στον μηχανισμό της νεοφιλελεύθερης λειτουργίας της αγοράς».

[15] ) Το κείμενο του Ν. Βαγενά γράφτηκε με αφορμή την έκδοση του λευκώματος Δόξα Δράμας 1918- 1965, Δράμα 1996.

[16] ) Τη συμβολή της Δόξας Δράμας στην υπέρβαση των παθών του εμφυλίου, με τη λειτουργία της ως δεσμού συνεργασίας και ομόνοιας, τονίζει και ο Βασίλης Τσιαμπούσης στο κείμενο του: Οι μαυραετοί του Βορρά, εφ. Η Καθημερινή, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1998, ένθετο 7 Ημέρες, σ.19

Εδώ παπάς, εκεί παπάς… πού ήσουν Χριστόφια;

Οκτώβριος 14, 2013

Ο φιλόλογος κ. Σωτήρης Χαραλάμπους υπέβαλε εύστοχα ερωτήματα στον υπουργό κ. Σ. Χάσικο, σε κείμενό του στον Φιλελεύθερο (14 Οκτωβρίου 2013, σ. 22), με τίτλο: Εδώ παπάς, εκεί παπάς… πού ήσουν Χάσικε;

Τα ερωτήματα αναφέρονταν στο που βρισκόταν ο κ. Χάσικος στις 15 Ιουλίου και στις 20 Ιουλίου 1974.

Όμως ο κ. Σωτήρης Χαραλάμπους, μένει στη μέση, δεν προχωρεί τα ερωτήματά του για να δώσει ευρύτητα στο κείμενό του, παραμένει μονόπλευρος. Κάποιος κακεντρεχής φίλος μού ψιθυρίζει ότι ο κ. Χαραλάμπους είναι γνωστός αιπόλος στο κομματικό ποιμνιοστάσιο, όμως εγώ θεωρώ ότι μεγάλη είναι και η ευθύνη των επιθεωρητών φιλολογικών μαθημάτων, που δεν βοηθούν στην εξέλιξη και βελτίωση ανθρώπων με καλές προθέσεις όπως ο κ. Χαραλάμπους. Αν σου τύχει καλός επιθεωρητής μπορείς να βελτιωθείς και να διευρύνεις τους ορίζοντές σου, δεν του έτυχε του φιλόλογου κ. Χαραλάμπους και έτσι μένει πάντα στη μέση.

Γιατί κοιτάζοντας τα βιογραφικά του κ. Χάσικου διαπιστώνω ότι το 1974 ήταν μαθητής του Γυμνασίου (πέμπτη ή έκτη τάξη), δεν είχε πάει στρατό. Για να είμαστε δίκαιοι  ο κ. Χάσικος πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα. Είναι πολιτικό πρόσωπο και πρέπει να μιλήσει, όχι με τη λογική αίθουσας διακστηρίου, αλλά για να μας αναφέρει ποια συναισθήματα, σκέψεις, προβληματισμοί και επιλογές τον χαρακτήριζαν έφηβο, τότε, μαθητή και γιατί. Να δώσει, με άλλα λόγια, μια απλή μαρτυρία που θα συντελέσει στην ιστορική και κοινωνική αυτογνωσία μας και θα βοηθήσει στην κατανόηση της κρίσιμης εποχής του ’74. 

Από την άλλη και ο κ. Χαραλάμπους πρέπει να ρωτήσει και για άλλους, για μένα π.χ. ή για τον κ. Χριστόφια, που τότε, το 1974, ήταν 28 χρονών. Λοιπόν, Εδώ παπάς, εκεί παπάς… πού ήταν ο κ.  Χριστόφιας; Στις 15 Ιουλίου ήταν στα οδοφράγματα της Αντίστασης εναντίον του πραξικοπήματος ή κάπου αλλού; Στις 20 Ιουλίου ο κ. Χριστόφιας πολεμούσε εναντίον του Τούρκου εισβολέα ή βρισκόταν κάπου αλλού;

Πρέπει ο κ. Χαραλάμπους να μάθει να ρωτά και για άλλους, για μια συνολική εποπτεία της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της Κύπρου, στην τραγική περίοδο του καλοκαιριού του 1974. Λοιπόν, αφού ρώτησε για τον τότε μαθητή  Σ. Χάσικο, θα τολμήσει να ρωτήσει που βρισκόταν ο 28χρονος, τότε, κ. Χριστόφιας στις 15 και 20 Ιουλίου 1974;

ΚΑΠΟΙΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Οκτώβριος 14, 2013

Θα παρατεθεί σιγά σιγά, σε συνεχή μορφή, το κείμενο για τον ισοπεδωτικό φιλοσημιτισμό. Σήμερα ξεκινούμε με δύο από τα οκτώ κεφάλαια που εξετάζουν το θέμα και θα φτάσουν στις 70, περίπου, σελίδες βιβλίου

Πριν προχωρήσουμε για να κλείσουμε, όσο μπορούμε, το θέμα, αισθάνομαι την ανάγκη για μερικές διευκρινίσεις. Για να αποφευχθούν κάποιες παρεξηγήσεις και παρανοήσεις, που μερικά σημεία του κειμένου ίσως δημιουργήσουν. Για να δοθούν συμπληρωματικά στοιχεία και επεξηγήσεις.

α) Η εκμετάλλευση του ολοκαυτώματος χρόνια πολλά μετά

Συμπλέοντας κάποτε με τον Φίνκελστάιν δέχτηκα κι εγώ τον όρο «βιομηχανία του ολοκαυτώματος».(1)  Ότι, δηλαδή, μετά τον πόλεμο των έξι ημερών, το 1967, και την κατάκτηση μεγάλων εκτάσεων γης, εκ μέρους του νικητή Ισραήλ, ήταν επιτακτική ανάγκη η ενίσχυση με ιστορίες από το εβραϊκό ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Οι περιπλανώμενοι και κυνηγημένοι Ιουδαίοι βρέθηκαν ξαφνικά, ύστερα από χιλιάδες χρόνια, με κράτος, στρατό και εξουσιαστικούς μηχανισμούς, το σημαντικότερο βρέθηκαν να έχουν υπό την κυριαρχία τους έναν υπόδουλο λαό, τους Παλαιστινίους. Οι συγκινήσεις που θα δημιουργούσαν αυτές οι ιστορίες από τα  προηγούμενα χρόνια του ολοκαυτώματος, θα έδιναν ένα συναισθηματικό άλλοθι στο Ισραήλ, που πια είχε κατεχόμενα εδάφη και κατεχόμενους πληθυσμούς, δηλαδή πράγματα που θα άρχιζαν να δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα γι’ αυτό, όπως για κάθε καταχτητή που έχει σκλάβους λαούς.

Το πράγμα ενίσχυε και το ότι δεν κυνηγήθηκαν οι ναζί που μετακόμισαν στην Αμερική, μάλλον μεταφέρθηκαν από τους Αμερικανούς, με σχέδιο ευλογημένο και οργανωμένο από την αμερικανική κυβέρνηση, για να ενισχύσουν την κοινωνία της Αμερικής με την τεχνογνωσία τους και την εθνικιστική τους ιδεολογία. Μιλάμε για πέραν των είκοσι χιλιάδων στελεχών του γερμανικού ναζιστικού κόμματος. Δεν κυνηγήθηκαν ακόμη οι ναζί της Γερμανίας. Δεν έγιναν αυτά αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όταν τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις ήταν νωπές.

Το Ισραήλ, που γνωρίζει άριστα την τακτική επιτυχίας των στόχων του, εκείνο τον καιρό ήθελε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και την εδραίωσή του στη συνείδηση των ανθρώπων και οι μεγάλοι συνεργοί για τον στόχο αυτό ήταν οι Η.Π.Α. και η Δυτική Ευρώπη. Δεν ενοχλούσαν, λοιπόν, τους εκλεκτούς συμμάχους, με το κυνήγι των ναζί, που αποτελούσαν πια ευυπόληπτα μέλη της δυτικοευρωπαϊκής και αμερικανικής μεταπολεμικής κοινωνίας και συνέτειναν στην αντιμετώπιση του νέου μεγάλου εχθρού, δηλαδή του σοβιετικού στρατοπέδου. Η μεγάλη επιτυχία τους ήταν ο Άιχμαν, που κατέφυγε στη Λατινική Αμερική, αμφιβάλλω αν αυτός κατέφευγε στις Η.Π.Α. ότι οι Ισραηλίτες θα τον διεκδικούσαν, ή ακόμη θα τον απήγαγαν από αμερικανικό έδαφος, για να τον μεταφέρουν στο Ισραήλ για δίκη.

Αυτά είναι χρήσιμες επισημάνσεις, όμως αγνοούμε το κυριότερο, που είναι η ψυχολογία των ίδιων των θυμάτων. Για να μιλήσεις για μια εκθεμελιωτική τραγική εμπειρία όπως ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κυνηγητό των Εβραίων από τους ναζί, πρέπει να περάσει καιρός πολύς, να δέσει λίγο η πληγή, για να μπορέσεις να ψελλίσεις κάτι από την προσωπική σου τραγωδία. Όσοι περίμεναν από τους Εβραίους- θύματα της ναζιστικής θηριωδίας να έχουν τη συμπεριφορά  του τύπου «Ελάτε, τώρα, να σας διηγηθούμε ιστορίες από τις εκτελέσεις και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης» δεν γνωρίζουν από ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία.

Εδώ ας μου επιτραπεί να αναφέρω μια σχετική προσωπική εμπειρία. Ψάχνοντας, αμέσως μετά τον πρώτο γύρο της τουρκικής εισβολής του ’74, για τον αδελφό μου -έφεδρο στρατιώτη, που άκουσα ότι ήταν στο νοσοκομείο τραυματισμένος, τριγύρισα όλους τους θαλάμους, γεμάτους από τραυματίες. Έβλεπα τις πληγές και τα τραύματά τους, στους διαδρόμους σωροί από πτώματα, οι νεκροί ο ένας πάνω στον άλλο σκεπασμένοι με σεντόνια, που εκεί που δεν σκέπαζαν καλά αποκάλυπταν σωθικά έξω και μυαλά ανοιγμένα. Απελπισμένος, γιατί δεν τον βρήκα, πήγα να φύγω και τότε μια νοσοκόμα μου είπε ότι υπάρχει ακόμη ένας σε ένα καμαράκι κάτω από την σκάλα, που παλιά έβαζαν τα σύνεργα καθαρισμού, σκούπες και κουβάδες. Ευτυχώς ο αδελφός μου ήταν εκεί, με τους ορρούς, ελαφρά τραυματισμένος γι’ αυτό και τον έβαλαν στο πιο πρόχειρο μέρος. Το μυαλό μου έσβησε αυτή την εμπειρία, δεν τη θυμόμουνα καθόλου, μόνο κάποτε αμυδρά θυμόμουν που έφευγα απελπισμένος και μια νοσοκόμα με οδηγούσε στο καμαράκι κάτω από τη σκάλα.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, σε μια επετειακή εκπομπή του Δημήτρη Κοσμόπουλου, μιλούσα από την Κύπρο με το τηλέφωνο, στον ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδας, για την τουρκική εισβολή, μιλούσα για την εμπειρία του καλοκαιριού του ’74, και ξαφνικά όλη η απωθημένη μνήμη επανήλθε απρόσμενα. Ξέρεις, είπα τότε σοκαρισμένος, έχω δει όλους τους τραυματίες και τους νεκρούς της εισβολής του Ιουλίου. Λύθηκα σε λυγμούς, η εκπομπή διακόπηκε.

Είκοσι πέντε χρόνια δεν μπορούσα να κουβαλώ το βάρος των τραυματιών και των νεκρών με τα ανοιγμένα μυαλά και τα σωθικά έξω, τα απώθησα σαν να μη τα έζησα. Όταν το υποσυνείδητο κατάλαβε ότι, είκοσι πέντε χρόνια μετά, ήμουνα έτοιμος να αντέξω το βάρος τους, μου τα επέστρεψε. Κατανοώ, λοιπόν, γιατί οι μνήμες, τα χρονικά, οι αναμνήσεις, οι συνεντεύξεις και οι αφηγήσεις Εβραίων για το ολοκαύτωμα άρχισαν είκοσι και περισσότερα χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου παγκοσμίου Πολέμου. Για να μιλήσεις για τη δοκιμασία, τον πόνο και τον εξευτελισμό, θέλει χρόνια προετοιμασίας, να επουλωθούν, έστω λίγο, τα τραύματα, να μπορέσεις να αντέξεις την εκδίπλωση των σχετικών αναμνήσεων και συναισθημάτων. Άλλοι Εβραίοι μίλησαν ύστερα από είκοσι χρόνια, στην αρχή σε συγγενείς ή σε ομόθρησκους φίλους που είχαν ανάλογες εμπειρίες, πιο αργά εμφανίστηκαν σε ένα δημόσιο λόγο. Άλλοι άφησαν να περάσουν περισσότερα χρόνια, μερικοί άνοιξαν την καρδιά τους σε βαθειά γεράματα, μίλησαν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης λίγο πριν πεθάνουν.

Κι άλλοι δεν μίλησαν ποτέ. Πήραν μαζί τους την πίκρα των βιωμάτων, τον φόβο και τον τρόμο αυτής της περιόδου, τον εξευτελισμό και την απανθρωπιά της. Αυτούς φέρνω στο μυαλό μου με τη μεγαλύτερη συγκίνηση.

Σημείωση: 1) Νorman Finkelstein, «Η βιομηχανία του Ολοκαυτώματος, σκέψεις σχετικά με την εκμετάλλευση της εβραϊκής οδύνης», «Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου», Αθήνα 2001.

2) Αρμενικό και εβραϊκό ολοκαύτωμα ή το απόλυτο κακό

Τονίστηκε, αρκετές φορές, το θέμα της κινηματογραφικής βιομηχανίας για το εβραϊκό ολοκαύτωμα, που παράγει εκατοντάδες,   κυρίως μέτριες, ταινίες. Τονίστηκε ακόμη ότι το χολιγουντιανό σινεμά ενώ έχει ταξιδέψει τους θεατές του σε όλες τις χώρες του κόσμου και έχει μιλήσει για χίλια δυο παγκόσμια προβλήματα (Χιλή, Νικαράγουα, Θιβέτ) αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι το αρμενικό ολοκαύτωμα. Μήπως πάρει μερίδιο από τη συμπάθεια για το εβραϊκό ολοκαύτωμα, μήπως χαλάσει τις σχέσεις του με την Τουρκία κ.λπ. Στα προηγούμενα τονίστηκε ότι  το αρμενικό ολοκαύτωμα έχει πλευρές χειρότερες από το εβραϊκό (έγινε σε ανοικτό χώρο κι όχι σε κλειστά στρατόπεδα από ειδικό μηχανισμό, στη σφαγή των Αρμενίων συμμετείχαν λαϊκά τουρκικά στρώματα κ.λπ.)

Όμως η  σύγκριση εβραϊκού και αρμενικού ολοκαυτώματος έχει όμως κάτι που κάνει το εβραϊκό να υπερέχει ως απόλυτο κακό:

α) Ο ψυχρός, γραφειοκρατικός σχεδόν, τρόπος διεκπεραίωσής του. Μιλάμε για μια παράνοια που διεκπεραίωνε την εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών λες και προωθούσε, πακέταρε και διευθετούσε βιομηχανικά προϊόντα.

β) Οι μειονότητες συνήθως εξοντώνονται

1) για να οικειοποιηθούν οι επιτιθέμενοι τον χώρο τους

2) γιατί είναι επικίνδυνες για την εξέλιξη ενός πολέμου, μπορούν να ενισχύσουν την πολεμική προσπάθεια των αντιπάλων, να δημιουργήσουν θύλακες με αντίπαλες λογικές.

Οι Εβραίοι, όμως, δεν ήταν συγκεντρωμένοι σε ένα χώρο που θα γινόταν π.χ. γερμανικός αν εξαφανίζονταν, ήταν διασπαρμένοι σε όλοι την Ευρώπη και δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου.

Το πιο σημαντικό, που αποδεικνύει επιβολή του ενστίκτου του θανάτου εναντίον της λογικής, και εννοώ εδώ της λογικής που υποδείκνυε το συμφέρον της Γερμανίας εν πολέμω, ήταν ότι η προσπάθεια για εξόντωση των Εβραίων διεκπεραιωνόταν εις βάρος της πολεμικής επιχείρησης των Γερμανών. Έξοδα, μηχανισμοί, χαμένες εργατοώρες, απασχόληση στρατευμάτων, διαδρομές τρένων, σπατάλη φαιάς ουσίας, για την εξόντωση των Εβραίων, αντί για τις πολεμικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, η μεγαλύτερη εξόντωση εβραϊκών πληθυσμών έγινε την περίοδο 1943-1945, μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ, όταν πολλοί ναζιστές κατανοούσαν ότι ο πόλεμος χανόταν, όμως αυτοί, σε μια τρέλα θανατοφιλίας, μόνο για την εξόντωση των Εβραίων ασχολούνταν.

Κυνηγώντας, λοιπόν, τους Εβραίους ζημίωνε η πολεμική υπόθεσή τους, όμως αυτοί συνεχώς εκεί, ο παραλογισμός, η θανατοφιλία, ο ανορθολογισμός, η παράνοια, σε όλο τους το μεγαλείο. Με άλλα λόγια, η αντιεβραϊκή μανία, λύσσα και φανατισμός έφταναν στο σημείο, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δέχονται αυτή τη θέση: να ηττηθεί η Γερμανία, να καταστραφεί και να βρεθεί υπό κατοχή, να χαθεί, αλλά εμάς το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να χαθούν και οι Εβραίοι.

Ένας, ακόμη, μύθος του μονοδιάστατου φιλοσημιτισμού ή οι δυνατότητες του Ισραήλ

Ο μονοδιάστατος φιλοσημιτισμός παράγει ιδεοληπτικούς και υποβιβάζει το επίπεδο σκέψης και συζήτησης της κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος αντιμετώπισης των επιχειρημάτων που αναφέρονται στην ισραηλιτική εμπλοκή, για διάφορες αποφάσεις και εξελίξεις, περιφερειακής ή και παγκόσμιας εμβέλειας. Μόλις αναφέρεις κάτι τέτοιο, σε μια βιομηχανία που παράγει προ-κατ στάσεις και συμπεριφορές, θα αρχίσουν εν χορώ να μιλούν για τους εμμανείς, φανατικούς και ύποπτους, που βλέπουν παντού σιωνιστικό δάκτυλο ή εβραϊκή συνομωσία, παράγοντας την εικόνα ότι το Ισραήλ είναι ένα αδύνατο κρατίδιο που κινδυνεύει και αν προχωρεί και σε μερικές απαράδεκτες ενέργειες το κάνει για λόγους επιβίωσης.

Όσο είναι ιδεοληπτικοί και στενοκέφαλοι όλοι αυτοί οι συνομωσιολόγοι, που αποδίδουν τα πάντα σε μυστικοσυμβούλια Εβραίων και σχέδια δρομολογηθέντα  από σκοτεινούς και ύποπτους σιωνιστικούς κύκλους, άλλο τόσο είναι ιδεοληπτικοί και στενοκέφαλοι όσοι δημιουργούν την εικόνα ενός άσπιλου, άχραντου και άμωμου Ισραήλ και των κύκλων πέριξ αυτού, ότι αποτελούν αφελή αρνάκια και αθώες περιστερές.

Το Ισραήλ δεν είναι η Μάλτα, ούτε το κράτος της Ανδόρας, ούτε το Κιριμπάτι του Ειρηνικού ωκεανού. Ακόμη, από την άλλη πλευρά, δεν είναι η Κίνα, οι Η.Π.Α ή η Ρωσία. Οι δυνατότητες παρέμβασης, ενός κράτους ή ενός σχηματισμού, στις εξελίξεις είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Στην περίπτωση του Ισραήλ πρέπει να συνυπολογιστεί η πληθυσμιακή του δύναμη, οι συνεκτικοί δεσμοί που έχει, η στρατιωτική του ισχύς, πόσο στενοί και δυνατοί είναι οι συμμαχικοί του δεσμοί, ποια η ισχύς των συμμάχων του (π.χ. Η.Π.Α.), οι οικονομικές του δυνατότητες και η τοποθέτηση σε κομβικά σημεία ανθρώπων φίλα προσκειμένων προς αυτό.

Αυτά τα πράγματα έχουν μελετηθεί και αναλυθεί από την εποχή του Θουκυδίδη, οι ιδεοληπτικοί όμως δεν μελετούν Θουκυδίδη, γι’ αυτό δεν ανάλυσαν τα προηγούμενα για να αποδειχτεί σε πιο επίπεδο βρίσκεται το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του, άρα να κατανοήσουμε καλύτερα ποιες είναι οι δυνατότητες παρέμβασής του στο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον. Ποιες, λοιπόν, είναι σήμερα οι δυνατότητες του Ισραήλ και των συμμάχων του; Ας μιλήσουμε σοβαρά, χωρίς ιδεοληψίες.

Η επέλαση της μόδας για τους εβραϊκής καταγωγής

Όλοι οι Αυστριακοί είναι ελληνικής καταγωγής. Το επιχείρημα αυτό μπορεί να το τεκμηριώσει ένας απλός μαθηματικός τύπος. Αν υπολογίσουμε την ελληνική παροικία στην επικράτεια της Αυστροουγγαρίας, κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, τη γονιμότητά της και τις 12 γενιές που έχουν περάσει από τότε ίσαμε σήμερα, όλοι, μα όλοι, οι Αυστριακοί, είναι ελληνικής καταγωγής, θα έχουν κάποιο πρόγονο Έλληνα, που συνδέθηκε με κάποιο αυστριακό σόι, πριν εκατόν ή διακόσια χρόνια. Κι αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Αυστροουγγαρία προηγουμένως ή αργότερα. Παραμένουμε στα μέλη της ελληνικής παροικίας του 18ου αιώνα.

Ανέφερα το παράδειγμα αυτό για να αναδειχτεί το μέγεθος της διαστρέβλωσης που επιχειρείται με τη συνεχή ανάδειξη της εβραϊκής ρίζας και αιματολογικής συνέχειας για πολλούς και διάφορους, που κατάντησε πια μια βιομηχανία. Ακόμη και για τον Τσάρλυ Τσάπλιν χύθηκαν τόνοι μελανιού για το αν είναι ή όχι εβραϊκής καταγωγής.

Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Σ΄ όλες τις χώρες του κόσμου όλοι οι κάτοικοι έχουν προσμείξεις από διάφορες φυλές και έθνη, το ίδιο και στην Ελλάδα και την Κύπρο. Σημασία έχει η πολιτιστική σου ένταξη, η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας, η μετοχή σου στην Ιστορία, η επιλογή του «συνανήκειν».

Μελετώντας το φαινόμενο των λινοβαμβάκων, των κρυπτοχριστιανών της Κύπρου, που λόγω της καταπίεσης της τουρκοκρατίας δήλωναν μουσουλμάνοι, βλέπουμε πόση λίγη σημασία έχει η αιματολογική συνέχεια μπροστά στην απόφαση της ένταξης σε κάποιο εθνικό σχηματισμό. Λοιπόν, οι λινοβάμβακοι επίσημα ήσαν μουσουλμάνοι, όμως στο σπίτι ήξεραν ότι ήσαν χριστιανοί, αρκετοί, μάλιστα, είχαν βαφτιστεί κρυφά στην εκκλησία. Η μητρική τους γλώσσα ήταν η ελληνική, (τούρκικά μάθαιναν όταν πήγαινα στο τούρκικο σχολείο, κάτι που άρχισε, κυρίως, κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας), ήξεραν ακόμη ότι οι πρόγονοί τους ήσαν και επίσημα, και φανερά, Έλληνες χριστιανοί, πριν εκατόν ή εκατόν πενήντα χρόνια. Όταν ξεκίνησαν οι διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο, το 1963-1964, πολλοί από τους κρυπτοχριστιανούς ήσαν από τους πιο σκληρούς υπέρ των τουρκικών διεκδικήσεων, με φαινόμενα ακροτήτων και φανατισμού. Οι άνθρωποι αυτοί, την ώρα της σύγκρουσης και επιλογής, είχαν αποφασίσει και ξεκαθαρίσει ότι θα εντάσσονταν στους τουρκικό στρατόπεδο  και, ίσως, είχαν έντονη την επιθυμία να αποδείξουν (στους Τούρκους, κυρίως, αλλά και στους Έλληνες) με τεκμήρια την τελική τους επιλογή.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται εδώ, στα απλά αυτά λόγια. Βρίσκεται στη στάση των Ελλαδιτών προοδευτικών διανοούμενων που αν κάποιος προσπαθήσει να αποδείξει την ελληνική καταγωγή πολλών και διαφόρων, με τα ίδια μέτρα και κριτήρια που τόσοι πολλοί ανακηρύσσονται με εβραϊκή καταγωγή, είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν τους μύδρους τους για τα φαινόμενα αυτά της εθνικιστικής έξαρσης, να εκφράσουν το σαρκασμό τους για το φαινόμενο. Όταν όμως σημειώνεται αυτό για τους λεγόμενους εβραϊκής καταγωγής, με μια απύθμενη επαρχιωτική νοοτροπία, τα αποδέχονται και τα παρακολουθούν με σεβασμό. Δεν είναι, λοιπόν, και οι Εβραίοι ιστορική πολιτιστική κατηγορία, που υπακούει σε νόμους της Ιστορίας και της κοινωνίας, είναι κάτι υπεράνω, άσπιλο, άχραντο και άμωμο σώμα;

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω σε Ελλάδίτες προοδευτικούς ένα παραμύθι για την εβραϊκή καταγωγή μου, ότι κάποιος πρόγονός μου ήταν Εβραίος από τον Λίβανο, που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο τον 19ο αιώνα για εμπόριο. Εν τέλει συζούσε με μια ελληνοκύπρια χριστιανή, προ-προγιαγιά μου, με την οποία έκανε δύο κόρες. Όμως αρρώστησε και για να μην μείνουν έκθετα και ανυπεράσπιστα τα δυο του κορίτσια έπρεπε να δοθεί λύση. Λοιπόν, λίγο πριν πεθάνει, βαφτίστηκε χριστιανός και παντρεύτηκε την σύντροφό του και μητέρα των θυγατέρων του. Σε μία ώρα από Εβραίος έγινε χριστιανός, από ελεύθερος παντρεμένος, από ζωντανός νεκρός, η σύντροφός του από ελεύθερη έγινε παντρεμένη και από παντρεμένη χήρα και οι κόρες τους από νόθες έγιναν νόμιμα τέκνα και αμέσως μετά ορφανές, τονίζω με δραματικότητα και διαπιστώνω με τρόμο ότι, αυτό το παραμύθι της εβραϊκής καταγωγής μου, τους κάνει να με βλέπουν ευνοϊκά, με διάθεση αναγνώρισης και αποδοχής μου.

Προηγουμένως τους είχα αναφέρει ότι διαβάζω τον Όμηρο από το πρωτότυπο, ότι έχω αποστηθίσει όλα τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου, ότι έχω κάνει ειδικές σπουδές στον βωβό κινηματογράφο, ότι ακούω κάθε μέρα Μπαχ, ότι είδα όλες, μα όλες, τις ταινίες των Κουροσάβα, Ταρκόφσκι, Φ. Λανγκ, Βέντερς, Πέκινπα, ότι διάβασα όλον τον Σαίξπηρ και τον Έ. Ά. Πόε.  Καμία συγκίνηση γι’ αυτά, και είμαι βέβαιος ότι δεν θα συγκινούνταν ακόμη και αν τους έλεγα ότι μπορώ να περπατήσω ανάποδα στο ταβάνι, μόλις, όμως, τους είπα ότι είμαι εβραϊκής καταγωγής, με είδαν με συμπάθεια και θαυμασμό. Κύριε ελέησον τους Ελλαδίτες προοδευτικούς!

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της δήθεν καταγωγής των Εβραίων και της αιματολογικής τους συγγένειας από τη φύτρα του Αβραάμ και Ισαάκ. Ότι αυτούς έχουν για προπάτορές τους όλοι οι Εβραίοι. Ψέμα, μια ανιστόρητη κατασκευή. Η πλειοψηφία των Εβραίων, που ζουν σήμερα, είναι αποτέλεσμα  προσηλυτισμού από διάφορες φυλές και έθνη. Την αιματολογική συγγένεια και καθαρότητα, που καταγγέλλουν οι Έλληνες προοδευτικοί όταν, σε διάφορες περιπτώσεις, τη διακηρύσσουν πολλοί ανιστόρητοι και πολλά ρατσιστικά κινήματα, την αποδέχονται όταν αναφέρεται στη σημερινή εβραϊκή παρουσία. Δυο μέτρα και δυο σταθμά, αποτέλεσμα του ισοπεδωτικού φιλοσημιτισμού.

Πάντως η βιομηχανία της ανεύρεσης εβραϊκής καταγωγής καλά κρατεί. Για διάφορους διανοούμενους, λογοτέχνες, ζωγράφους και σκηνοθέτες, π.χ. του 18ου, 19ου  και 20ού αιώνα, που ζούσαν σε διάφορες χώρες, γίνονται έρευνες για να βρεθεί και να τονιστεί η εβραϊκή ρίζα τους. Καλώς αν αυτό επηρέαζε την πρόσληψη του κόσμου, επιδρούσε στην καλλιτεχνική και θεωρητική τους δουλειά. Το εβραϊκό στοιχείο αποτελεί σημαντικό έρεισμα για να κατανοήσουμε το έργο και την προσωπικότητά τους και αποτελεί μεγάλο λάθος αν το αγνοούμε.

Όμως η εβραϊκή συσχέτιση τονίζεται ακόμη και αν η οικογένεια τους είχε προσχωρήσει στον Χριστιανισμό, ακόμη και αν οι γονείς τους ή και οι ίδιοι δήλωναν άθεοι ή αδιάφοροι θρησκευτικά ή αγνωστικιστές, απέφευγαν, ή βρίσκονταν σε αντίθεση με, τους ραβίνους και  τις συναγωγές, ακόμη και αν οι ίδιοι αγνοούσαν τις παλιότερες εβραϊκές ρίζες της οικογένειάς τους και τα οποιαδήποτε εβραϊκά πολιτιστικά στοιχεία δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στη ζωή και το έργο τους. Ζούσαν, π.χ. το 1850, μέσα στο πολιτιστικό και θεωρητικό συγκείμενο της γαλλικής ή της ιταλικής, αγγλική, ρωσικής κοινωνίας, η μητρική τους γλώσσα ήταν η γαλλική, (ή ιταλική, αγγλική, ρωσική), είχαν προγόνους από προσμείξεις με άλλα έθνη και φυλές, ποτέ δεν οραματίστηκαν ή σκέφτηκαν ίδρυση κράτους εβραϊκού, ήθελαν, απλώς, να είναι επιτυχημένοι πολίτες στην κοινωνία όπου ζούσαν,   δρούσαν ως π.χ. Γάλλοι ή Γερμανοί πολίτες και συγγραφείς, όμως όλα αυτά ξεχνιούνται και μένει να λάμπει το εβραϊκό παρακλάδι, και αρχίζουν τα: ο εβραϊκής καταγωγής συγγραφέας χ και ψ. Είναι, ως ανάλογο παράδειγμα, σαν να γράφαμε σήμερα ο χριστιανός Καρκαβίτσας ή  ο χριστιανικής καταγωγής Καραγάτσης, ο χριστιανός Ζολά ή ο χριστιανικής καταγωγής  Πόε και ο χριστιανός Μαρξ. Θα άρεσε αυτό;

Όμως το Ισραήλ, με θρησκευτικό φανατισμό, που υπερβαίνει ιστορικά δεδομένα, εθνικές και γλωσσικές ταυτότητες, πίστη και αθεΐα, μαζεύει τα παιδιά του -συγχρονικά και διαχρονικά.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

 

Όλα ξεκίνησαν από μια λέξη. Μια προοδευτικιά βγήκε στην τηλεόραση και κατηγορούσε τους Έλληνες ότι είναι αντισημίτες, γιατί χρησιμοποιούν τη λέξη «τσιφούτης». Ήταν ευδιάκριτο ότι ήθελαν να φορτώσουν ακόμη μια ενοχή στο δοκιμαζόμενον ημών γένος, κάτι που απέδιδε κέρδη σε όσους ήταν από την πλευρά των επιτιμητών. Αντέδρασα με το πρώτο σημείωμα στη Νέα Εστία. Ο διευθυντής του περιοδικού μού είπε ότι θα το δημοσίευε με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθούσε και δική του απάντηση στο κείμενό μου.

Απάντησα ότι από τη στιγμή που δημοσιεύω κάποιο σημείωμά μου, θεωρώ ότι η απάντηση σ’ αυτό, και ο διάλογος που μπορεί να προκαλέσει, αποτελούν κάτι το ευκταίο και το αναμενόμενο, αν λοιπόν απαντούσε ο ίδιος ο διευθυντής του περιοδικού, ακόμη καλύτερα. Όμως, επί του προκειμένου, στην απάντηση του διευθυντή του περιοδικού δεν υπήρχε αναφορά στη φιλολογική ταμπακέρα, δεν πήρα απάντηση αν οι Έλληνες γνωρίζουν τη σύνδεση με τους Εβραίους  της τουρκοκρατίας όταν χρησιμοποιούν τη λέξη τσιφούτης. Η θέση μου ήταν απλή, οι σημερινοί Έλληνες λένε τσιφούτης και απλώς εννοούν τσιγκούνης και σπαγκοραμμένος, όμως   και αν ακόμη γνωρίζουν την εβραϊκή σύνδεση προς τι ο πόνος και ο αλληλοσπαραγμός, όταν κάθε μέρα στην ελληνική κοινωνία ακούμε τόσα ανέκδοτα  που αποδίδουν ευήθεια στους Πόντιους και τσιγκουνιά στους Σκωτσέζους; Δεν αναφέρθηκαν και δεν σχολιάστηκαν αυτά.

Όλα αυτά μου θυμίζουν τους Έλληνες, που σπουδάζουν στην Αμερική και όταν επιστρέφουν στην Ελλάδα μιλούν με απαξίωση για τον εθνικισμό της ελληνικής σημαίας και της προβολής της. Αν ήταν γνήσια και ειλικρινής η αντίδρασή τους, και όχι απότοκο του διατεταγμένου και κυρίαρχου ελληνικού «προοδευτισμού», θα έπρεπε στην Αμερική, τουλάχιστον, να αυτοπυρπολούνταν, να έκαναν θεαματικό δημόσιο χαρακίρι εις ένδειξη αγανάκτησης, γιατί εκεί η αμερικανική σημαία προβάλλεται και αναδεικνύεται χιλιοπλασίως παρά η ελληνική στην Ελλάδα. Οι επαρχιώτες όμως Έλληνες θεωρούν αυτό το πράγμα φυσιολογικό και απλό για τους Αμερικανούς και κάτι το αρνητικό και παρωχημένο για τους Έλληνες.

Επιστρέφω στην αρχή της συζήτησης. Οι Εβραίοι ονόμαζαν τους Έλληνες της τουρκοκρατίας βρωμιούς. (1)Στην κλίμακα της απαξίωσης η λέξη βρωμιός έχει μεγαλύτερη ένταση από το τσιφούτης. Αν λοιπόν το τσιφούτης προκάλεσε αυτόν τον ορυμαγδό θα παρακαλούσα τον φίλο Σταύρο Ζουμπουλάκη να επιστρέψουμε στα φιλολογικά, στη γλώσσα και στο λεξιλόγιο, και να κρίνει και τη χρήση της λέξης βρωμιός από τους Εβραίους


Σημ.: 1) Βλ. και Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, επιμ. P. Mackridge, εκδ. Εστία Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003, σ. 224


 

ΟΡΘΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΟΡΘΙΚΗ

Οκτώβριος 9, 2013

 

 

Επειδή η εξ Αμερικής μόδα του πολιτικώς ορθού (politically correct) είναι μια μόδα ιδεοληψίας και προ-κατ σκέψης, μια μόδα εναντίον της διεισδυτικής νόησης και του ορθώς σκέπτεσθαι. Επειδή αυτή η μόδα άρχισε να κατακτά τους επαρχιώτες της Ευρώπης και τους ιθαγενείς της Ελλάδας. Και επειδή σε εξαιρετικό κείμενο-μελέτη που διάβασα σήμερα είδα την απαξιωτική χρήση του όρου «ορθοπολιτικοί» αναλυτές και «ορθοπολιτική» ανάλυση, πιστεύω ότι είναι καλύτερα, επειδή το ορθόν είναι το τελευταίο μέρος του παχέος εντέρου πριν από τον πρωκτό, ο όρος να αντικατασταθεί: πολιτικοορθικός αναλυτής και πολιτικοορθική κριτική, δηλαδή κριτικός και κριτική του ορθού ή του απευθυσμένου, του πρωκτού πράγματα με άλλα λόγια, ή ακόμη καλύτερα του εντέρου: αέρια και πορδές. Κι ας τρέχουν με χαρά να μυριστούν οι διάφοροι προοδευτικώνυμοι αυτήν την αμερικανική αύρα σοφίας. Νομίζοντας ότι ποιούν το: εις οσμήν ευωδίας πνευματικής.