Η ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΑΦΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ κας ΤΣΙΠΛΑΚΟΥ

Ο Νάσος Βαγενάς το είπε με καίριο τρόπο. Στην Κύπρο έγινε εισβολή των Τούρκων από τον Βορρά και από τον Νότο έγινε απόβαση διαφόρων δήθεν προοδευτικώνυμων ακαδημαϊκών και άλλων Ελλαδιτών, οι οποίοι ταλανίζουν το ελεύθερο μέρος του νησιού με τις ιδεοληψίες τους, την ασχετοσύνη και αγραμματοσύνη τους. Ο κυπριακός ελληνισμός έγινε ένας εσμός ινδικών χοιριδίων επί των οποίων πειραματίζονται διάφοροι ιδεοληπτικοί Ελλαδίτες. Θυμάμαι  που όταν επιχειρηματολογούσαμε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, για την ανάγκη η Ε.Ρ.Τ. να καλύπτει και την Κύπρο. Μα θέλετε να έρχονται στην Κύπρο τα ελλαδικά τηλεοπτικά σκουπίδια; Ρωτούσαν και μας έλεγχαν με αγανάκτηση διάφοροι Ελλαδίτες προοδευτικοί φίλοι μας, παίζοντας τον ρόλο του κριτικού ποιότητος και ταυτοχρόνως τον ρόλο της προστασίας ημών των αγνών επαρχιωτών από την ελλαδική τηλεοπτική έκπτωση. Εμείς δεν σταθήκαμε στο επιχείρημα ότι η ΕΡΤ είναι σαφώς ποιοτικότερη και καλύτερη από το ΡΙΚ και ότι οι Κύπριοι θα έχουν το πλεονέκτημα ενός δεύτερου τηλεοπτικού καναλιού. Ρωτούσαμε απλώς κάτι άλλο: Έχετε ζητήσει να μη μεταδίδει η ΕΡΤ στην Κρήτη ή τα Δωδεκάνησα; Όχι, δεν το ζητήσατε ποτέ. Λοιπόν, ζήτω τα ελλαδικά τηλεοπτικά σκουπίδια, τα θέλουμε και στην Κύπρο.

Τελευταία επέπεσε και η γλωσσολόγος κα Σταυρούλα Τσιπλάκου, υπεύθυνη του νέου αναλυτικού προγράμματος για τη γλώσσα της κυπριακής εκπαίδευσης. Το αναλυτικό πρόγραμμα δεν κάνει ρυθμίσεις ως προς το πώς πρέπει να μιλάνε μέσα στην τάξη οι εκπαιδευτικοί και οι μαθήτριες/μαθητές. Μπορεί, με άλλα λόγια, να χρησιμοποιούν κυπριακή διάλεκτο και κοινή ελληνική.

Στην εκπαίδευση, στα σχολεία, εδώ και χιλιάδες χρόνια χρησιμοποιείται η κοινή ελληνική -αλεξανδρινή, βυζαντινή, λόγια, καθαρεύουσα, δημοτική. Οι διάφορες μορφές της κοινής ελληνικής. Ποτέ δεν δίδασκαν στις τοπικές διαλέκτους. Οι παλαιοί, σοφότεροι διαφόρων συγχρόνων γλωσσολόγων, είχαν λύσει το θέμα με καίριο και ευσύνοπτο τρόπο. Στα δημόσια περιβάλλοντα χρησιμοποιείται η πανελλήνια κοινή και στα ιδιωτικά περιβάλλοντα όπως θέλει ο καθένας, και οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν τη διάλεκτό τους. Με τον ίδιο τρόπο έλυσαν το θέμα και στις άλλες χώρες. Στην Ιταλία, στην Αγγλία, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στα δημόσια περιβάλλοντα χρησιμοποιούν την κοινή τους γλώσσα και στα ιδιωτικά τις διάφορες διαλέκτους τους. Και έχουν πολλές διαλέκτους, εκατοντάδες, και αυτοί.

Το σχολείο αποτελεί δημόσιο περιβάλλον.

Η κα Τσιπλάκου δεν αισθάνεται την ανάγκη να επιχειρηματολογήσει γιατί καταστρατηγεί μια θεμελιώδη διάταξη της κυπριακής παιδείας, ή οποία διακηρύσσει ευθέως ότι η γλώσσα της παιδείας είναι η κοινή ελληνική. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να τεκμηριώσει γιατί ακυρώνει τη θεμελιώδη τακτική και λογική της ελληνικής παιδείας, εδώ και χιλιάδες χρόνια, ότι στα σχολεία διδάσκουμε την κοινή ελληνική. Γιατί ένας επιστήμονας που εισάγει κάτι καινούργιο επιχειρηματολογεί για την προηγούμενη κατάσταση, εκδιπλώνει τις σκέψεις του, γιατί κάνει μια καινοτομία. Τίποτα δεν μας λέει γι’ αυτά η κα Τσιπλάκου. Μπήκε σε μια επιτροπή και με κάποια πολιτική κάλυψη επέβαλε τα ανιστόρητα και απαράδεκτά της με τον πραξικοπηματικό τρόπο που δουλεύουν οι Επιτροπές των κυπριακών υπουργείων.

Το πιο σημαντικό. Επιχειρηματολόγησε, απέστειλε υπομνήματα, αλληλογράφησε με Θεσσαλούς, Κρητικούς, Δωδεκανησίους, Ηπειρώτες, Μανιάτες, να υιοθετήσουν το παράδειγμά της και στα σχολεία τους να χρησιμοποιούν την διάλεκτό τους; Γιατί, αν δεν το έκανε, πιστεύω πως αισθάνεται ότι κάνει κάτι απαράδεκτο επί των κυπριακών ινδικών χοιριδίων και δεν τολμά να το προτείνει σε άλλους. Ακόμη: Επιχειρηματολόγησε να σταματήσουν οι Γερμανοί, οι Ρώσοι, οι Γάλλοι κ.λπ. εθνότητες της Ευρώπης να χρησιμοποιούν στα σχολεία τους την κοινή τους γλώσσα και να αρχίσουν να διδάσκουν στις διάφορες διαλέκτους τους ή μόνο την Κύπρο καλύπτει η γλωσσική μεγαλοφυΐα μας; Περιμένουμε, λοιπόν, εκ μέρους της, την κοινοποίηση αναλόγων προτάσεων προς Γάλλους, Άγγλους, Ρώσους, Κρητικούς, Μανιάτες κ.λπ.

Θα συνεχίσουμε με το θέμα αυτό, καθώς και με την ανυπόστατη επιχειρηματολογία της κας Τσιπλάκου, με δεύτερο σημείωμα.

Όλη η έκπτωση της κυπριακής παιδείας, η πτώση του επιπέδου της και διάφορα άλλα προβλήματα έχουν τη ρίζα τους στο γεγονός ότι δεν έχουμε λύσει το θέμα της γλώσσας, ταλανιζόμαστε και μετεωριζόμαστε στο θέμα της γλώσσας -διάλεκτος και κοινή ελληνική. Μια μπρος και μια πίσω.

Η γλώσσα της κυπριακής παιδείας είναι η κοινή ελληνική. Αν θέλουμε ανάπτυξη της επιστημονικής ζωής στην Κύπρο, εμβάθυνση σε θέματα θεωρίας και πολιτισμού, πρέπει να έχουμε στόχο οι μαθητές μας, τελειώνοντας το Λύκειο, να γνωρίζουν την κοινή ελληνική, το ίδιο και καλύτερα από τους Ελλαδίτες συνομήλικούς τους. Και βασική συνισταμένη για την επιτυχία αυτού του στόχου είναι οι διδάσκοντες (δάσκαλοι και καθηγητές) στην τάξη να μιλούν απταίστως την πανελλήνια κοινή. Για όσους δεν μπορούν, υπάρχει μια εύκολη λύση. Υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους και η κυπριακή εκπαίδευση στελεχώνεται με αυτούς που γνωρίζουν τέλεια την κοινή ελληνική. Έτσι θα προχωρήσει η παιδεία στην Κύπρο σε μια εποχή που η επιστημονική γνώση καθίσταται απαραίτητο στοιχείο ανάπτυξης μιας κοινωνίας. Οι γραφικοί γλωσσολόγοι, οι οποίοι δεν έχουν την τόλμη να δουν τη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία και τις απαιτήσεις που επιβάλλουν οι νέοι καιροί, ας σταματήσουν τα αγροτοποιμενικά σκηνικά.

Advertisements

3 Σχόλια to “Η ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΑΦΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ κας ΤΣΙΠΛΑΚΟΥ”

  1. Sotiris Raptopoulos Says:

    …Η χρήση της ιδιωματικής γλώσσας χρήζει ειδικού περιβάλλοντος, όπως έχει ξεκάθαρα αποδείξει ο Γ. Σκαρίμπας -μία ανάγνωση του «Ο Θείος μου απ’ τη Γκιώνα» ή του «Καπετάν Γκρή» θάχε πολλά να προσφέρει στους έχοντες σχετικές απορίες… Έχω πάντα την τάση να μιλώ Ρουμελιώτικα (και να συγκόπτω μέχρι και διφθόγγους!) όταν επιστρέφω στους Δελφούς και συναντώ τους φίλους μου, μετά από 12ετή παραμονή στον τόπο -κι’ ας μην είμαι Ρουμελιώτης… Είναι κάτι αυθόρμητο -κι’ όχι προσποιητό -όμως κι’αυτοί οι (πολλές φορές τοπικιστές ή τοπικίζοντες) Ρουμελιώτες φίλοι, θα με «πρόγκηζαν» αν μ’ άκουγαν να τα χρησιμοποιώ στις διαλέξεις μου…. Ας είμαστε, λοιπόν, σοβαροί,

  2. Δάλκος Χρίστος Says:

    Ἀγαπητέ Σάββα,
    Δέν ἔχω τήν παραμικρή ἀμφιβολία ὅτι ὅσα καταμαρτυρεῖς στήν κα Τσιπλάκου –τήν ὁποία δέν γνωρίζω ἀπ᾿ ἀλλοῦ- εἶναι σωστά καί τεκμηριωμένα. Ἄλλωστε, καί στόν ἑλλαδικό χῶρο κάπως ἔτσι λειτουργοῦν τά πράγματα, ὅπως τό ᾿δειξε καί ἡ ἱστορία τῆς κας Ρεπούση ἤ ἡ «συγχρονική» προσαρμογή τῆς Γραμματικῆς τοῦ Δημοτικοῦ τῶν μαθητευομένων τῆς κ. Φιλιππάκη: ἐπιλέγουν μέ «ἐπιστημονικά» κριτήρια μιά ἐπιτροπή πού παπαγαλίζει τίς μεταμοντέρνες ἀνοησίες, βάζουν πιθανόν καί ἕναν δυό «ἀντίθετους» γιά τά μάτια τοῦ κόσμου, καί μετά φοροῦν «δημοκρατικώτατα» στήν ἐκπαίδευση ἕνα τεράστιο καπέλλο ἐρήμην τῆς κοινωνίας καί τῆς ἐκπαιδευτικῆς κοινότητας.
    Αὐτή ἡ τελευταία καλεῖται ἀδιαμαρτύρητα νά συμμορφωθῇ «πρός τάς ὑποδείξεις», κι ὅταν τολμήσῃ κάποιος νά διαμαρτυρηθῇ γιά τό περιεχόμενο τῶν «ἐπιστημονικῶν» διευθετήσεων ἤ καί γιά τό ὄργιο αὐθαιρεσίας τῶν «δημοκρατικῶν» μεθοδεύσεων, εἴτε ἀποσιωποῦν τίς ἀπόψεις του εἴτε, ἄν τό πρᾶγμα πάρῃ δημοσιότητα, βάζουν σέ ἐνέργεια τήν φάμπρικα τῶν ὑπογραφῶν 140 κατασκευαστῶν ἐκπαιδευτικῶν πλυντηρίων πού κατακεραυνώνουν τίς ἑκάστοτε «housewives». Στίς περιπτώσεις αὐτές, ὁ ἀφανής ἐκβιασμός στούς ὑπογράφοντες ἐκκολαπτόμενους μεταμοντέρνους νεοσσούς τῆς «ἐπιστήμης» εἶναι προφανής: Ἤ ὑπογράφετε ἤ δέν ἔχει πανεπιστημιακή καριέρα.
    Κάπως ἔτσι ἀναπαράγεται, στό ὄνομα πάντα τῆς «ἐπιστήμης», ἀκόμα καί τῆς «δημοκρατίας», ἡ μεταμοντέρνα πανουργία ἤ ἠλιθιότητα, διαλέγετε καί παίρνετε. Ξέρουν ὅμως αὐτοί, ὅτι καί στούς κόλπους τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητας ὑπάρχουν συγκρούσεις καί διχογνωμίες καί ὅτι ἑπομένως δέν δικαιοῦται κάποιος νά ἐπιβάλλῃ τίς ἀπόψεις του μέ τήν ἁπλῆ ἐπίκληση τῆς «ἐπιστημονικῆς» του ἰδιότητας. Εἶναι γνωστό, λόγου χάριν, ὅτι καί στούς δικούς τους κόλπους σοβεῖ μία σύγκρουση μεταξύ τῶν ὀπαδῶν τῆς ρύθμισης καί τῶν νεοφιλελεύθερων ἀρνητῶν τῆς ὁποιασδήποτε «ρυθμιστικῆς» παρέμβασης, ἀκόμα κι ὅταν πρόκηται γιά λάθη (ἄσχετα ἄν, στό πλαίσιο τῆς «ἀντιρρυθμιστικῆς» τους δραστηριότητας, προβαίνουν πονηρότατα σέ ἕνα σωρό ρυθμίσεις).
    Τούς λέω νεοφιλελεύθερους γιατί στήν οὐσία, μέ τήν «ὑπόκλιση μπροστά στό αὐθόρμητο» πού ἔλεγε κι ὁ Λένιν, μεταφέρουν καί ἐφαρμόζουν στό πεδίο τῆς γλώσσας τήν βασική ἀρχή τοῦ φιλελεύθερου καπιταλισμοῦ: laissez faire, laissez passer. Εἰκάζω ὅτι καί ἡ κα Τσιπλάκου σέ μιά τέτοια ὁμάδα ἀνήκει καί συμφωνῶ βέβαια ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ρυθμιστική διδασκαλία τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς γλωσσικῆς ἐπικράτειας τοῦ ἑλληνισμοῦ (ἐκτρώματα ὅπως «τον διευθύνων σύμβουλο» ἤ «τον Ξένιο Ζευ» πού παρελαύνουν στην τηλεόραση δείχνουν πόσο ἐπιτακτική ἀνάγκη εἶναι κάτι τέτοιο).
    Ἔχω, ἐν τούτοις, μιά μικρή ἐπιφύλαξη γιά τό κατά πόσον εἶναι ἀνέφικτη μιά συνδυαστική πρακτική –καί δέν μιλῶ μόνο γιά τήν Κύπρο ἀλλά γιά τό σύνολο τοῦ ἑλληνισμοῦ- πού θά ἐξοικείωνε τούς μικρούς μαθητές, ἤδη ἀπό τό Δημοτικό, σέ μιά, ἔστω, διδακτική ὥρα ἑβδομαδιαίως, μέ τόν τεράστιο πλοῦτο τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καί ἰδιωμάτων.
    Στίς μέρες μας, πού οἱ ἰλιγγιώδεις οἰκονομοτεχνολογικές ἐξελίξεις ὁδηγοῦν σέ ἐξαφάνιση τόν πολιτισμό τοῦ ἡσιόδειου ἀρότρου ὑπάρχει κίνδυνος νά ἐξαφανισθοῦν καί τά διόλου εὐκαταφρόνητα πολιτισμικά συμπαρομαρτοῦντα αὐτοῦ τοῦ τρόπου παραγωγῆς. Ἀντί νά παρακολουθοῦμε ἀδιάφορα τά παιδιά μας νά χάνουν καί τήν ἐλάχιστη ἐπαφή μέ λέξεις ὅπως ἀλέτρι καί ἁλώνι, ρόκα καί ἀδράχτι, εἶναι καιρός ἡ παιδεία μας νά ἀναλάβῃ τό ἔργο τῆς ἀναβάπτισης τῶν μικρῶν μαθητῶν στό γλωσσικό καί πολιτισμικό ἦθος αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού τότε μόνο θά χαθῇ, ὅταν θά πάψῃ νά ζῇ στίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων.
    Προσφορώτερο ὄχημα γιά τήν μεταλαμπάδευση αὐτοῦ τοῦ ἤθους ἀπό τό τραγούδι δέν ὑπάρχει, καί σκέφτομαι πώς δέν εἶναι τελικά καί τόσο δύσκολο –οὔτε, βεβαίως, καί τόσο εὐκαταφρόνητο- οἱ μαθητές νά ἀποφοιτοῦν ἀπό τό Δημοτικό διαθέτοντας τήν πολύτιμη πνευματική περιουσία, γλωσσική καί πολιτισμική, μιᾶς ἑκατοντάδας τραγουδιῶν ἀπ᾿ ὅλες τίς γωνιές τῆς Ἑλλάδας κι ἀπ᾿ ὅλες τίς περιοχές τῆς πολιτισμικῆς ἔκφρασης.
    [Θυμᾶμαι σέ μιά τάξη, ὅπου, ἀναφερόμενος στό «τζαί μιτσίν» τῆς Τηλλυρκώτισσας, βρῆκα τήν εὐκαιρία νά τό συνδέσω μέ τό δωρικό μικκός (= μικρός) καί νά τούς μιλήσω γιά τό φαινόμενο τοῦ τσιτακισμοῦ (κυλῶ καί τσουλῶ κ.τ.τ.). Ἄσε πού ἐπειδή μερικοί εἰρωνεύτηκαν τό «τζαί» καί τό «μιτσίν» (ὡς «βλάχικο», φαντάζομαι), πῆρα φόρα καί τούς ἔδειξα ὅτι οἱ Ἐγγλέζοι, τούς ὁποίους ἐξ ὁρισμοῦ, δυστυχῶς, θαυμάζουν, εἶναι κατ᾿ αὐτήν τήν λογική χειρότεροι βλάχοι, γιατί λένε «ἔϊντζελ» καί «τσέρτς», σά νά λέμε «ἄτζελλος» καί «Τσυριατσή».]
    Ἀλλά ὑπάρχει κι ἕνας ἄλλος λόγος γιά τόν ὁποῖο θά ἔπρεπε καί τοῦτο ποιεῖν κἀκεῖνο μή ἀφιέναι. Μέ τήν πεισματική μας ἄρνηση νά ἀναζητήσουμε τίς ρίζες τῆς γλώσσας μας (καί) στό ἐσωτερικό τῆς νέας ἑλληνικῆς (ἄν μία λέξη δέν ἀπαντᾷ στά ἀρχαῖα ἀμέσως προσφεύγουμε στίς ξένες γλῶσσες) ἔχουμε καταδικάσει σέ ἀχρηστία τό πολύτιμο -καί ἄγνωστο ἐν πολλοῖς- λεξιλόγιο τῆς ἀγροτοποιμενικῆς ζωῆς, πού κατά τήν γνώμη μου μνημειώνει τά πρῶτα ψελλίσματα ὄχι ἁπλῶς τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλλά τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
    Πῶς θά μᾶς φαινόταν αἴφνης ἄν, προκειμένου περί τῆς κοινῆς λέξης «μπουνιά», παρακάμπταμε, ἔστω καί πειραματικά, τά ὁπωσδήποτε συγγενῆ βενετ. bugna, λατ. pugna, καί ἀνασύραμε ἀπό τά βάθη τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς πολυδιάσπασης τά ἠχοποίητα μπουμπουνιά (= βροντή, πλῆγμα, μπουνιά), bουbνιά, bουμνιά, π-πουνιά, bούφλα, bουφλιά, bουχνιά ἤ bουbνῶ, bουφνιάζου, bουχλίζω, bουχνίζω, bουχίζω (= γρονθοκοπῶ);
    Ἴσως τότε νά ἀρχίζαμε νά ὑποψιαζώμαστε ὅτι ἔχουμε ἀφήσει στά ἀζήτητα ἕναν ἀμύθητο πλοῦτο καί ὅτι ὑπάρχουν καί ἄλλα μονοπάτια, καίτοι λογγωμένα καί ἑλικοειδῆ, πού μποροῦν νά μᾶς ἀναγάγουν ἀπό ἐναλλακτικές διαδρομές στά ἀρχαῖα βομβῶ καί βόμβος καί βομβαλοβομβάξ.
    Ἀπό μιά τέτοια ἄποψη δέν θά ἤμουν ἀντίθετος στόν συνδυασμό τῆς διδασκαλίας τῆς κοινῆς νέας ἑλληνικῆς –πού ἀσφαλῶς πρέπει νά ἀποτελῇ τόν κύριο κορμό τῆς γλωσσικῆς διδασκαλίας- μέ τήν ἐξοικείωση πρός τίς διαλέκτους καί τά ἰδιώματα τῆς νέας ἑλληνικῆς. Ἀρκεῖ μιά τέτοια παραπληρωματική διδασκαλία νά μήν ἐνίσχυε ἀνομολόγητες χωριστικές τάσεις -ὅπως ὡρισμένοι, φοβοῦμαι, ἐπιδιώκουν- ἀλλ᾿ ἀντίθετα ἀναδείκνυε μέσα ἀπό τήν ὑπαρκτή πολυδιάσπαση μιά βαθύτερη καί θαυμαστή ἑνότητα.
    Χρῖστος Δάλκος

  3. Wh Says:

    Αγαπητέ συνάδελφε καλησπέρα και καλή χρονιά! Ούσα ελλαδίτισσα, δεν μπορώ και δεν πρέπει να έχω άποψη για ένα θέμα που αφορά την πολυαγαπημένη μας νήσο της Κύπρου. Ωστόσο, ως φοιτήτρια της κυρίας Τσιπλάκου, οφείλω να σας καταθέσω την γνώμη μου. Δεν πιστεύω πως οι αιτιάσεις που της προσάπτετε, αντανακλούν την αλήθεια. Η δρ Τσιπλάκου δεν είναι η τυπική ανεύθυνη που μπαίνοντας σε μία κρατικοδίαιτη επιτροπή, θα επιβάλλει τις απόψεις της επειδή έτσι. Το αν θα επιχειρηματολογήσει, είναι σχετικό. Πως επιχειρηματολογεί ένας ερευνητής αν όχι με το ερευνητικό του έργο και τις θεωρητικές του βάσεις; Με ποιον θα επιχειρηματολογήσει ο ερευνητής; Με τους θαμώνες καφενείου; Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; Ελπίζω να κατανοείτε τι εννοώ.

    Σε κάθε περίπτωση, νομίζω πως αντιμετωπίζετε άδικα και ανεπίτρεπτα την κυρία Τσιπλάκου υπό το πρίσμα μίας μονομερούς και άδικης κριτικής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: