Archive for Ιανουαρίου 2013

Η κοστολόγηση της δολοφονίας του Τρότσκι

Ιανουαρίου 27, 2013

Ο Λέων Τρότσκι                                 και ο Ιωσήφ Στάλιν

Η κοστολόγηση της δολοφονίας του Τρότσκι

 

Έχει κάνει  κανένας την αποτίμηση της δολοφονίας του Τρότσκι;  Ποιες οι συνέπειές της στο διεθνές εργατικό κίνημα, στους αντιπάλους του εργατικού κινήματος, στις αναμεταξύ σχέσεις των μελών των αριστερών επαναστατικών οργανώσεων; Συνέβη κάτι το απρόσμενο. Ο Τρότσκι, ο αρχάγγελος της Επανάστασης, ο θεωρητικός νους του μαρξιστικού κινήματος, ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, ο άνθρωπος που το άκουσμα του ονόματός του προκαλούσε φρικίαση στους αστούς και τους οπαδούς τους, δολοφονείται από τον Στάλιν, τον αρχηγό του σοβιετικού καθεστώτος. Δολοφονείται με τον πιο φρικιαστικό τρόπο, ο πράκτορας του Στάλιν τού ανοίγει το κεφάλι με μια αξίνα.

Ποιες οι συνέπειες αυτής της δολοφονίας;

Α) Πολλοί αγνοί ιδεολόγοι, που πίστευαν στην κοινωνική δικαιοσύνη, κρυώνουν και οπισθοχωρούν στο θέμα της ένταξής τους στα κομμουνιστικά κόμματα, γιατί βρίσκουν αυτές τις πράξεις αποτρόπαιες, φοβούνται αυτούς τους μηχανισμούς που εκκαθαρίζουν παλιούς και νέους συντρόφους τους. Έτσι τα κομμουνιστικά κινήματα στερούνται από τη στελέχωσή τους με αγνά, και έτοιμα για αγώνες και θυσίες, στελέχη.

Β) Στα ήδη μέλη των κινημάτων αυτών δημιουργείται μια τάση πειθαρχίας και υποταγής στην ηγεσία. Ή θα φύγουν από τα κινήματα αυτά, πράγμα που δεν το τολμούν και δεν το θέλουν, γιατί το θεωρούν προδοσία της επανάστασης ή θα παραμείνουν, πιο υπάκουοι στις αποφάσεις του συγκεντρωτικού κινήματος, χωρίς πια αμφισβήτηση και κριτική. Τη δολοφονία του Τρότσκι μπορεί οι περισσότεροι να την εξέλαβαν και να τη δικαιολόγησαν ως ατυχές γεγονός της επαναστατικής διαδικασίας, ή ως αδήριτη αναγκαιότητα που προωθούσε τη μονολιθικότητα του εργατικού κινήματος ή, ακόμη, αρκετοί πίστεψαν τις προπαγανδιστικές ηλιθιότητες του Στάλιν ότι ο Τρότσκι ήταν εχθρός της επανάστασης, , όμως, στο βάθος, έμεινε ο φόβος μεταξύ των στελεχών, η κρυψίνοια μήπως και κάτι παρεξηγηθεί, έτσι εδραιώθηκε η τυφλή υπακοή, η έλλειψη κριτικής και ελεύθερης συζήτησης στη θεωρία και πρακτική του κινήματος.

Η δολοφονία του Τρότσκι μετέβαλε, ακόμη, σε σκληρότερα και πιο άτεγκτα, τα στελέχη απέναντι στους απλούς συναγωνιστές τους. Αφού η ηγεσία, που υπολήπτονταν και σέβονταν όλοι, έκανε τέτοια, όπως η δολοφονία του περιώνυμου Τρότσκι, κι αυτοί, σε μικροκλίμακα, μπορούσαν να κάνουν παρόμοια σε ατίθασους και αμφισβητίες συντρόφους τους.

Γ) Ενίσχυσε τον αμοραλισμό και τον κυνισμό στον τρόπο που η αστική τάξη και τα όργανα καταστολής της αντιμετώπιζαν το εργατικό κίνημα και τα στελέχη του. Γιατί πολλά στελέχη του κατασταλτικού μηχανισμού είχαν μια αμφιθυμία, ήσαν αντίπαλοι μα είχαν και ένα θαυμασμό ή και έλξη προς τα αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης που εξέφραζαν οι αντίπαλοι κομμουνιστές, θαύμαζαν την αγωνιστικότητά τους και την αγνότητά τους, τη διάθεσή τους για θυσία. Η δολοφονία του Τρότσκι τους κάνει πιο σκληρούς και κυνικούς. Όταν αντιμετωπίζουν τα μέλη των κομμουνιστικών κινημάτων που όλα, σχεδόν, ήταν σε σύνδεση με τη σοβιετική εξουσία,  δεν βλέπουν αγνούς ιδεολόγους αλλά και ανθρώπους που ακόμη, με τον πιο σκληρό τρόπο, μάχονται τους δικούς τους, δολοφονούν και τους ομοϊδεάτες τους. Είναι δηλαδή αποτρόπαιοι όσο και η αστική εξουσία που οι ίδιοι υπηρετούν, ως στελέχη του αστικού μηχανισμού -δεν ευαγγελίζονται κάτι άλλο οι κομουνιστές που κυνηγούν. Και αυτό κάνει, ακόμη και τα απλά στελέχη του μηχανισμού καταστολής, πιο σκληρούς εναντίον τους.

Στον ισολογισμό της δολοφονίας του Τρότσκι ας συνυπολογιστεί, λοιπόν, ότι αύξησε την σκληρότητα των αντιπάλων, γιατί οι κομουνιστές που αυτοί κυνηγούσαν θεωρούνταν πια αδίστακτοι και αποτρόπαιοι, ακόμη και στις σχέσεις με τους ομοϊδεάτες συντρόφους τους.

Φίλος, που διάβασε το σημείωμα, τόνισε ότι, όπως εκδιπλώνεται η επιχειρηματολογία του, αναπαράγει το αίσθημα ότι αυτά τα αρνητικά (μονολιθικότητα, φόβος, απομάκρυνση  ανθρώπων και μη ένταξή τους στην αριστερά, έκπτωση και φθορά του κομμουνιστικού κινήματος κ.λπ) είχαν ως αφετηρία τη δολοφονία του Τρότσκι, ενώ αναπτύσσονταν συνεχώς και προηγουμένως από άλλα, παρόμοιας φύσης, γεγονότα. Η παρατήρηση δεκτή, ας διαβαστεί το σημείωμα ότι απλώς μελετά «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» από τη δολοφονία του Τρότσκι, δηλαδή τι επαύξησε σε όλα αυτά η συγκεκριμένη ενέργεια.

Το θέμα έχει και άλλες παραμέτρους. Περιμένω και τη δική σας συμβολή, κρίσεις και τονισμό άλλων σημείων και επιδράσεων που συνυπάρχουν.

 

 

Advertisements

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ιανουαρίου 17, 2013

Ο τάφος του ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη

Στα νοικοκυρεμένα κοιμητήρια

ταφόπετρες κρατούν τη μνήμη εκείνων

που έζησαν καθώς περαστικά μερμήγκια

Φοίβος Σταυρίδης[1]

Χάριτας οφείλουμε στους διοργανωτές της ημερίδας «Βασίλης Μιχαηλίδης: 95 χρόνια από τον θάνατό του»,[2]  που διεκπεραίωσε τις εργασίες της πριν από λίγες μέρες. Ακούοντας τους ομιλητές, από την Ελλάδα και την Κύπρο, να επανατονίζουν την αξία της ποίησής του και να φωτίζουν από νέες πλευρές τη ζωή και το έργο του ποιητή της «Ανεράδας», στάθηκα με πίκρα στο θέμα της άγνοιας του τάφου του. Ο μεγάλος ποιητής της Κύπρου δεν έχει τάφο, αγνοούμε που είναι θαμμένος, δεν υπάρχει ένας σταυρός που να γράφει το όνομά του, μια ταφόπλακα μπροστά στην οποία να σταθούμε με σεβασμό και να αφήσουμε ένα λουλούδι, αγάπης και τιμής ένεκεν, για αυτόν που έγραψε τους στίχους της περηφάνιας του κυπριακού ελληνισμού και της ποιητικής ποιότητας.

539780_329476030467531_245750681_n

 Φωτογραφία του ποιητή, σε επεξεργασία που έχει κάνει ο σχεδιαστής Άκης Ιωαννίδης, για τους σκοπούς της έκδοσης του ψηφιακού δίσκου- βιβλίου του Λάρκου Λάρκου  με τίτλο Το πρώτο ‘δώ βασίλειο είχαν θεοί το κτίσει– μελοποιημένη ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη (φιλολογική επιμέλεια Κυριάκος Ιωάννου)

Κι’ όμως στον ελληνικό χώρο, από τα αρχαία χρόνια, το μνήμα που μνημείωνε το πέρασμα ενός ανθρώπου από τη ζωή ήταν βασικό στοιχείο του πολιτισμού μας. Γράφοντας για το βιβλίο της Ρήνας Κατσελλή, Κώστας Μοιράνθης τάφος άγνωστος,[3] σημείωνα και τα ακόλουθα: «Χωρίς μνήμα, χωρίς δηλαδή μνήμη, τάφο που να μνημειώνει την τελευταία κατοικία του. Κι όμως ο σεβασμός στους νεκρούς και η φροντίδα για τον τάφο τους αποτελεί θεμελιώδες ήθος της ελληνικής κοινωνίας. Στα ομηρικά έπη είναι έκδηλο, προβάλλεται έντονα. Χαρακτηριστικά ο νεκρός Ελπήνορας παρακαλεί τον Οδυσσέα να φροντίσει για την ταφή του. Να με θυμηθείς, του λέει, μη φύγεις και με εγκαταλείψεις άταφο, άκλαυτο. «Μη μ’ άκλαυτον άθαπτον ιών όπιθεν καταλείπειν». Σήμα να ανυψώσεις για χάρη μου στο περιγιάλι της θάλασσας να βλέπουν οι μελλούμενοι και να με μνημονεύουν, του τονίζει.

Από τις αρχές του ελληνικού πολιτισμού, το μνήμα, ο τύμβος και η επιτύμβια επιγραφή σημείωναν το πέρασμα του νεκρού από τη ζωή και τον τόπο ανάπαυσής του. Ο Ελπήνορας ζητά να τοποθετηθεί στον τάφο του ένα κουπί, ως μνημείωση μιας ύπαρξης που κωπηλατούσε όταν ήταν ζωντανός. Στην εξέλιξη, με τη διάδοση της γραφής, καθιερώνεται η επιτύμβια επιγραφή που μας άφησε σπάνια σε ποιότητα και συμπύκνωση κείμενα για το θέμα του θανάτου, μα και κείμενα φιλοσοφικής εγκαρτέρησης και περηφάνιας.

Και ο χριστιανικός κόσμος συνέχισε τη συνήθεια των επιτυμβίων επιγραμμάτων, γιατί ο χριστιανισμός ανέδειξε τη φροντίδα περί των κεκοιμημένων, η περιποίηση των τάφων τους και η τέλεση μνημοσύνων και λειτουργιών για τους προσφιλείς νεκρούς αποτελεί θεμελιώδες ήθος και της χριστιανικής ζωής.

Χαρακτηριστικά, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, όταν επισκεπτόταν μια πόλη της Ελλάδας, παρατηρούσε τη συμπεριφορά των κατοίκων όσον αφορά τη φροντίδα και περιποίηση του κοιμητηρίου και ανάλογα με την κατάστασή του έβγαζε συμπεράσματα για την πνευματικότητα της τοπικής κοινωνίας.»[4]

Αυτά γράφτηκαν με αφορμή τον συγγραφέα Κώστα Μοιράνθη και την άγνοιά μας για τον τάφο του. Όμως ο Μοιράνθης σκοτώθηκε στην περιοχή Κερύνειας το 1974, από σφαίρα Τούρκου εισβολέα και ρίχτηκε από τους κατακτητές σε κάποιο τάφο στα κατεχόμενα. Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης πέθανε το 1917 στη Λεμεσό και θάφτηκε στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου. Ο Κωστής Κοκκινόφτας, που ερεύνησε τον τύπο της εποχής, ανέφερε στην ημερίδα ότι η κηδεία του τελέστηκε “μεγαλοπρεπώς” και τον νεκρό αποχαιρέτησαν τα πρώτα ονόματα της πολιτικής, εκπαιδευτικής και πνευματικής ζωής. Ακόμη, δυο εβδομάδες μετά την κηδεία του, στις 23 Δεκεμβρίου 1917,  οργανώθηκε φιλολογικό μνημόσυνο γι’ αυτόν, στο θέατρο Χατζηπαύλου της Λεμεσού, στο οποίο παρευρέθηκε πλήθος κόσμου και υποβλήθηκε η πρόταση για τη συγκρότηση επιτροπής που θα διενεργούσε έρανο για την κατασκευή μαρμάρινου σταυρού για τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Όπως ανέφερε στην εισήγησή του ο Κοκκινόφτας “η επιτροπή αυτή, όμως, έμεινε ανενεργός, με αποτέλεσμα στο πέρασμα του χρόνου να ξεχαστεί η ακριβής θέση του τάφου του Μιχαηλίδη και στις μέρες μας κανείς να μη γνωρίζει σε ποιο σημείο του κοιμητηρίου του Αγίου Νικολάου είναι θαμμένος.” Γιατί, όμως; αναρωτιέμαι. Τι πήγε στραβά;[5]

Έτσι νιώθω το αίσθημα του κενού, της έλλειψης. Η μη γνώση του χώρου ταφής του ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη αποτελεί μια μαύρη τρύπα στη συλλογική μνήμη της Κύπρου. Ο άνθρωπος που το 1913, στο ποίημά του «Εις τον ηρωικώς πεσόντα Χρ. Σώζον», θρηνεί γιατί δεν γνωρίζει που είναι ο τάφος του Σώζου, που έπεσε στο Μπιζάνι, και έτσι δεν μπορεί να πάει στο μνήμα του και να κλάψει, βρέθηκε και ο ίδιος με άγνωστο τόπο ταφής κι ας θάφτηκε στη Λεμεσό, σε ειρηνική περίοδο.

Ακόμη: Στη Λεμεσό, το 1924, αρχίζει ένας κύκλος διανοουμένων να εκδίδει το αξιόλογο περιοδικό Αβγή. Στο περιοδικό αυτό ο Βασίλης Μιχαηλίδης είναι ο αναγνωρισμένος, είναι ο σημαντικότερος ποιητής. Εκτός από ένα εκτενές, έξι σελίδων, σημείωμα με τίτλο «Η 9η Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη»,[6] στο τεύχος αρ. 8 (Νοέμβριος 1924), αναφέρεται η προσπάθεια του «Συλλόγου των 12» Λεμεσιανών φίλων του ποιητή,  με τη συνεργασία της Αυγής, για την έκδοση των απάντων του Μιχαηλίδη, και υποβάλλεται η ιδέα για τη διενέργεια παγκύπριου εράνου για να μαζευτεί «ποσόν αρκετό ώστε να βγει ο τόμος στην Αθήνα καλαισθητικώτερος». Ο Τατάκης αναφέρει ότι η προσπάθεια ξεκινά από το 1923, πιο κοντά, δηλαδή, στον θάνατο και την ταφή του Μιχαηλίδη.

Πώς δεν είπε κάποιος να βρούμε και τον τάφο του,  πού θάφτηκε πριν από επτά χρόνια, να βάλουμε μια επιτάφια πλάκα; Προσπαθώ να καταλάβω γιατί.

Οι άνθρωποι που ανασκουμπώθηκαν για να βγάλουν τα Άπαντά του πώς δεν αναρωτήθηκαν που είναι ο τάφος του; Φίλος μού υποδεικνύει ότι η πολιτική ριζοσπαστική στράτευση του κύκλου αυτού και ο αντικληρικαλισμός τους δεν τους έστρεφε σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Όμως πριν ξεκινήσει τη διαδρομή της η Αβγή πεθαίνει ο Λένιν, που τάχιστα μπαίνει σε μαυσωλείο στην Κόκκινη Πλατεία, ταριχευμένος μάλιστα σαν τοτέμ πρωτογόνων, για προσκύνημα από τους πιστούς. Αυτοί, που δέχονταν, ή έστω έβλεπαν με συμπάθεια, τον τοτεμικό πρωτογονισμό της Κόκκινης Πλατείας, τους περίσσευε να βάλουν μια επιτάφια πλάκα στον ποιητή;

Ακόμη: Ο Ιντιάνος, που αποτελεί συνδετικό κρίκο στις δύο καλύτερες φιλολογικές προσπάθειες της Κύπρου (Αβγή και Κυπριακά Γράμματα) και αναζητεί τον τάφο του Κάλβου, παράλληλα με τον αρχιμανδρίτη Ιάκωβο Βίρβο και τον Κ. Σολδάτο, στο μακρινό Λάουθ της Αγγλίας, δεν μπορούσε να ερευνήσει για να βρει τον τάφο του Βασίλη Μιχαηλίδη στη διπλανή Λεμεσό; Αναρωτιέμαι.

«Από το 1924 χρονολογείται η έρευνά μου για τον τάφο του [Κάλβου]» γράφει ο Ιντιάνος που επισκέπτεται τον τάφο του ποιητή των Ωδών στις 4 Ιουλίου 1938, σχεδόν 70 χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο Μιχαηλίδης για τον κύκλο της Αυγής σαν να πέθανε χτες, ξεκινούν την εκδοτική προσπάθεια το 1924, ο ποιητής πέθανε επτά χρόνια προηγουμένως. Οι ζωντανές μαρτυρίες είναι πολλές. Γιατί δεν τις εκμεταλλεύτηκαν, να μάθουν που είναι ο τάφος του; Και στη ζωή του Ιντιάνου, ο Βασίλης Μιχαηλίδης ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του, ήταν ο άξιος ποιητής, και αυτό αποτυπώνεται έντονα και στο αρχείο του και στα γραπτά του. Ο ίδιος, σε δύο δημοσιεύματά του, τονίζει το θέμα της άγνοιας του τάφου του Βασίλη Μιχαηλίδη και μιλά αρνητικά για τους υπεύθυνους αυτής της κατάστασης: «Κανένα σημάδι δε φανερώνει τον τάφο του» γράφει στο πρώτο[7] και στο δεύτερο «δεν υπάρχει σήμερα κανένα σημάδι στον Άγιο Νικόλαο της Λεμεσού, που να φανερώνει τον τάφο του».[8]

Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου ανέφερε στην Ημερίδα ότι στο αρχείο του Ιντιάνου, με αφορμή τη δρομολόγηση αφιερωματικού τεύχους των Κυπριακών Γραμμάτων στον Βασίλη Μιχαηλίδη, υπάρχει επιστολή υπαλλήλου του κτηματολογίου Λεμεσού, που πρότεινε να ετοιμάσει σχεδιάγραμμα με την ακριβή τοποθεσία του τάφου του στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου.«Ο τάφος του είναι άγνωστος, τον ξέρουν μόνο μερικοί- ο Πάνος Φασουλιώτης κι άλλοι παλιοί. Ύστερ’ από λίγα χρόνια που αφτοί και μεις δε θα ζούμε πια, θα χαθεί ολότελα, κι ίσως τότες να τον χρειάζονται για να του στήσουν καμιά πέτρα, κανένα άγαλμα» γράφει σε επιστολή του ημερομηνίας 14 Μαϊου 1936.[9] Πώς δεν αξιοποιήθηκε αυτή η πληροφορία; Αναρωτιέμαι. Μα δεν βρίσκω απάντηση.[10] Η καθυστερημένη έκδοση του αφιερωματικού τεύχους που πραγματοποιήθηκε ύστερα από τέσσερα χρόνια (1940); Η διακοπή της κυκλοφορίας του περιοδικού για δύο σχεδόν χρόνια (1937 -1939); Οι δυσκολίες που προέβαλλαν και τα προβλήματα που δημιουργούσαν στο περιοδικό οι Άγγλοι αποικιοκράτες την περίοδο της παλμεροκρατίας; Η αναχώρηση (1937) του Ιντιάνου στο εξωτερικό, με υποτροφία, αυτή την περίοδο; Η τρικοιρανίη του περιοδικού (Κ. Προυσής, Ν. Κρανιδιώτης, Α. Ιντιάνος), που μπορεί να προκαλούσε ασυνεννοησία και έλλειψη συντονισμού; Ή, μήπως, αξιολογήθηκε η μαρτυρία και δεν κρίθηκε επαρκής; Αγνοώ.

Πάντως νιώθω ότι ο εντοπισμός του τάφου του Βασίλη Μιχαηλίδη ήταν κοντά, μια δρασκελιά δρόμο, μα πάντα κάτι συνέβαινε και απομακρυνόταν η ανεύρεσή του και η τοποθέτηση σταυρού και εντάφιας πλάκας. Σκεφτόμενος συνέχεια το θέμα κατέληξα ότι το βασικότερο ήταν η ανυπαρξία στενών συγγενών, τουλάχιστον κάποιου «μακροδικού» στη Λεμεσό, που να αναλάμβανε τον τάφο, το καντήλι, τη δέηση επί του μνήματός του.

Έτσι συμβαίνει πάντα όταν η σχέση σου δεν είναι η σχέση η συγγενική, του οικείου, του εξ αίματος δεσμού που μένει στην κοινότητα δίπλα από το νεκροταφείο, αλλά σχέση που βασίζεται στην εκτίμηση για το ποιητικό έργο ή και την πολιτική στάση του θαμμένου. Πήγα στις κηδείες των Δώρου Λοϊζου, Ιάκωβου Κουμή, Θεόφιλου Γεωργιάδη, Σολωμού Σολωμού. Με συγκίνηση, με αγάπη και σεβασμό για τη θυσία τους. Αν πήγαινα ύστερα από δυο-τρία χρόνια και δεν υπήρχε ο σταυρός με το όνομά τους δεν θα  εντόπιζα τον χώρο ταφής τους μέσα στα νέα και παλιά μνήματα. Κι ας ήμουνα κοντά την ώρα της ταφής.

Μόνο η συγγενική σχέση κρατά τη συνέχεια και συνάφεια. Κι εδώ εντοπίζουμε τη μεγάλη μοναξιά του ποιητή. Μακριά από τη γενέτειρά του, το Λευκόνοικο, για σαράντα χρόνια μονήρης στη Λεμεσό. Χωρίς οικογένεια, γυναίκα και παιδιά, που θα φρόντιζαν τον τάφο και το καντήλι του, χωρίς στενούς συγγενείς, μια αδελφή, ένα μικροθείο, ένα μικροανεψιό, μια ξαδέλφη. Χωρίς ακόμη την κρυφή αγαπημένη, όπως εκείνη στο εξαιρετικό ποίημα του ομότεχνού του Δημήτρη Λιπέρτη με τίτλο «Βούττημαν ήλιου», που καλείται να πάει, σχεδόν κρυφά, και να ανάψει κερί στον τάφο του άντρα που την αγάπησε, να πει το όνομά του και να κλάψει.

«Θεέ μου τζιαι να πέθανα το Σάββατον το βράδυ» έγραψε ο Βασίλης Μιχαηλίδης, για να κατέβει την Κυριακή στον Άδη όταν οι παπάδες βρίσκονται σε σχόλη και οι λυγερές με τα καλά τους ρούχα, οι λυγερές που θα μαζεύονταν για να κλάψουν ξεχωριστά γι’ αυτόν. Πράγματι ο ποιητής πέθανε Σαββάτο και θάφτηκε Κυριακή, όμως καμιά λυγερή δεν έκλαψε, φαίνεται, γι’ αυτόν.

Ο μοναχικός Βασίλης Μιχαηλίδης, εξαρτημένος πλήρως από το ποτό και τοποθετημένος στο πτωχοκομείο Λεμεσού τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μπήκε στον τάφο με τιμές, ως καταξιωμένος ποιητής, μα δεν υπήρξε η λυτρωτική συνέχεια που δίνει η οικογένεια και οι στενοί συγγενείς. Και έτσι, μαζί με επιπολαιότητες και παραλείψεις του κύκλου των λογίων, δημιουργήθηκε αυτό το χάσμα στη συλλογική μνήμη της Κύπρου, αγνοούμε που είναι ο τάφος του μεγαλύτερου ποιητή της, που έκανε τη διάλεκτό της να αστράψει με τόσα πολύτιμα διαμάντια στίχων.

 


[1] ) Οι στίχοι είναι από το ανέκδοτο ποίημα του Φοίβου Σταυρίδη με τίτλο: Ληξιαρχικά,  που αναφέρεται στην άγνοια των τάφων του Μότσαρτ και του Βασίλη Μιχαηλίδη, τη στιγμή που μνημειώνονται οι χώροι ταφής τόσων άλλων που δεν πρόσφεραν οτιδήποτε. Ενώ ο Μότσαρτ και ο Μιχαηλίδης βρίσκονται σε άγνωστο μέρος ταφής:

 Όμως οι δυο, στους μυστικούς τους τάφους

ελεύθεροι από εύκαιρη φροντίδα

συνεχίζουν το τραγούδι τους

ως τη συντέλεια της ζωής κι όντας ο κόσμος λείψει.

Ευχαριστώ τον Λευτέρη Παπαλεοντίου που έθεσε υπ’ όψιν μου το ποίημα αυτό του Φοίβου Σταυρίδη

[2])  Οι ανακοινώσεις της ημερίδας έγιναν στις 8 Δεκεμβρίου 2012, στην αίθουσα τελετών Ιεράς Μονής Κύκκου «Αρχάγγελος». Οργανωτική Επιτροπή: Ιωάννης Θεοχαρίδης, Μιχάλης Κτίστης, Κωστής Κοκκινόφτας, Αιμιλία Στυλιανού.

[3] ) Σάββας Παύλου, Κώστας Μοιράνθης. Τάφος άγνωστος. Το νέο βιβλίο της Ρήνας Κατσελλή, περ. Ενατενίσεις, Λευκωσία, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2009, αρ. 9, σ. 150 – 153

[4] ) Βλ. και Νικόλαος Α. Ματσούκας, Το θεολογικό περιεχόμενο της νεκρὠσιμης ακολουθίας, στον τόμο   Χριστιανική Θεσσαλονίκη Ταφές και κοιμητήρια, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 37-38.

[5] ) Παραθέτοντας την αναφορά του Ν. Ξιούτα ότι ο τάφος του ποιητή στο κοιμητήρι του Αγίου Νικολάου είναι άγνωστος και αδύνατο να ανακαλυφθεί πια που ευρίσκεται και τον αποδοκιμαστικό σχολιασμό του Γ. Λεύκη ότι αν και λήφθηκε απόφαση για σταυρό στον τάφο του εν τέλει δεν μπήκε «ούτε ένα σημάδι, ένα μάρμαρο, ένα ξύλο τουλάχιστον», ο Κώστας Βασιλείου σχολιάζει ότι δεν υπάρχει τάφος του Βασίλη Μιχαηλίδη ή αν υπάρχει είναι άδειος γιατί, όπως στην ευαγγελική περικοπή της Αναστάσεως, ο Άγγελος πληροφορεί ότι «ουκ έστιν ώδε» [Κώστα Βασιλείου, Εισαγωγή, στον τόμο Βασίλη Μιχαηλίδη, Ποιήματα η έκδοση του 1911, εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2007, σ. 61]. Όμως αυτά αποτελούν εκθειαστικά σχόλια αγάπης και εκτίμησης για το έργο του Μιχαηλίδη, διατυπωμένα με ευρηματικό τρόπο -η μεγάλη ποίηση είναι συνεχώς εν αναλήψει και εν αναστάσει-, όμως  εδώ δεν μιλάμε για το έργο του ποιητή αλλά για το λείψανό του.

[6] ) περ. Αβγή, Λεμεσός, Ιανουάριος 1925, αρ. 10, σ. 234-239. Το κείμενο γραμμένο από τον Α. Ιντιάνο.

[7] ) Α. Ιντιάνος, Από τη ζωή και το έργο του Κύπριου βάρδου. Ο λυρικός κι αισθηματικός Βασίλης Μιχαηλίδης. Μια αγάπη- ένας θάνατος- μια απογοήτευση. Οι τελευταίες ημέρες της ζωής του (εφ. Πρωινή, Λευκωσία, 3 Σεπτεμβρίου 1933, σ. 3): Ετάφηκε στο νεκροταφείο «Άης Νικόλας» της Λεμεσού. Κανένα σημάδι δε φανερώνει τον τάφο του.

Τον θάψανε «δημοσί δαπάν», που, είτε έτσι είτε αλλιώς, θα ’ταν να το κάνουν, και με μεγάλη πομπή. Του έκαναν φιλολογικό μνημόσυνο και διορίστηκε επιτροπή για να συλλέξει εράνους για μια προτομή του, αλλά δεν έγινε τίποτα. Ο φίλος Αλιθέρσης έγραψε σ’ ένα ελεγείο καυστικούς στίχους ενάντια της πόλης Λεμεσού που την ονόμασε «την πόλη των αστοχάστων και των χυδαίων την πόλη». Οι στίχοι του μου φαίνεται πως μιλάνε για τες ντροπές όχι μονάχα της Λεμεσού μα κι όλου του νησιού από τη μια ώς την άλλη άκρη.

[8] ) Α. Ιντιάνος, Η έκδοση των Απάντων του Βασίλη Μιχαηλίδη, περ. Κυπριακά Γράμματα, Λευκωσία, Αύγουστος 1940, αρ. 62, σ. 110-112

[9] ) Το θέμα της προτομής του ποιητή θίγει και ο Κώστας Χατζητσαγκάρης σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα Αλήθεια (Λεμεσός), 11 Δεκεμβρίου 1929, με τίτλο: Για την ανέγερσι προτομής στο ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη. Είναι χαρακτηριστικό του  πνεύματος της εποχής το ακόλουθο απόσπασμα από το δημοσίευμά του, στο οποίο τονίζει ότι αν ο κυπριακός ελληνισμός θέλει Ελευθερία πρέπει να αποδείξει ότι είναι άξιός της και ότι τη νοιώθει «και ο μόνος τρόπος γι’ αυτό είνε να σεβαστούμε τη μνήμη των ηρώων και τραγουδιστάδων της [Ελευθερίας], έτσι έκαμαν όλοι οι δούλοι λαοί που ελευθερώθησαν, έδειξαν προ παντός ψυχή

[10]) Βλ. και Λευτέρης Παπαλεοντίου-Κυριάκος Ιωάννου, Επιστολές από το αρχείο του Αντώνη Κ. Ιντιάνου (1876-1966), στο Επετηρίδα ΧΧΧΙΙΙ, του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2007, σ. 116 [ επιστολή Αντ. Γεωργιάδη, Λεμεσός  14 Μαϊου 1936]. Βλ. και Λ. Παπαλεοντίου, Ψηφίδες για τον Βασίλη Μιχαηλίδη, περ. Νέα Εποχή, Λευκωσία, άνοιξη 2012, αρ. 312, σ. 59.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΟΠΕΔΩΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΗΜΙΤΙΣΜΟ

Ιανουαρίου 12, 2013

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΟΠΕΔΩΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΗΜΙΤΙΣΜΟ

ΣΗΜΕΡΑ, Ο ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΟΣ ΦΙΛΟΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ Ε’

Έχω γράψει για ασκημομούρηδες Ισπανούς, για κοντόχοντρες γύφτισσες και χοντροπόδαρες Πολωνέζες, για Έλληνες με βρομερή αναπνοή και για  τις κακοντυμένες –σκέτο κιτσαριό- γυναίκες τους, για άπλυτους Μεξικανούς και λωποδύτες Ιταλούς, για κακούς Γερμανούς και υποκριτές Αμερικανούς.

Όμως, όταν γράφω για Εβραίους, τους παρουσιάζω αγγελικούς, γεμάτους αρετές, όμορφους και καλοσυνάτους. Όλους, άντρες και γυναίκες, μικρούς και μεγάλους. Τρελός είμαι να γράψω κάτι αρνητικό και να  μου δώσουν τη ρετσινιά του αντισημίτη; Όπως καλή ώρα  κάποιος μελετητής στη Νέα Εστία (Απρίλιος 2012, αρ. 1853, «Τόμας Μαν και αντισημιτισμός», σ. 478–511), που καταλογίζει, στον Τόμας Μαν, αντισημιτισμό για περιγραφές όπως η ακόλουθη: «η σύζυγός του ήταν απλώς μια άσχημη, μικροκαμωμένη Εβραία μ’ ένα γκρίζο φόρεμα ακαλαίσθητο. Στ’ αυτιά της λαμπύριζαν μεγάλα μπριλάντια» [από το έργο του Τόμας Μαν «Η βούληση για ευτυχία» (1896)].

Με τους Εβραίους τα βόλεψα, το πρόβλημα είναι ότι τα προοδευτικά πατριωτάκια μου τώρα θεωρούν ότι και κάθε κριτική αναφορά για Τούρκους έχει κι αυτή αρνητικά πρόσημα. Με τη θεωρία της «ετερότητας» και του «βλέμματος του Άλλου» [προσοχή: το α του Άλλου πάντα κεφαλαίο], επελαύνουν και κρίνουν κείμενα και λογοτεχνήματα όλων των εποχών. Και επειδή ο τίτλος του προοδευτικού, όχι του ειλικρινούς και ταλαντούχου, συγγραφέα, είναι πιασάρικος και κερδοφόρος, τι να κάνω, θα το καταπιώ κι αυτό, κι ας κινδυνεύω από ασφυξία,  και θ’ αρχίσω κάθε αναφορά μου για Τούρκους θα είναι σαν να καταγράφω μια αγγελική παρουσία.

Για να προχωρήσουμε με σοβαρότητα: Σημεία των καιρών, σημεία και τέρατα.

Συνήθως κάθε ρεύμα  σκέψης μπολιάζει θετικά το θεωρητικό και πνευματικό  πεδίο της κοινωνίας μέχρι το κίνημα αυτό να γίνει  εκκλησία και ιερατείο  με τα συμπαρομαρτούντα οφέλη στα στελέχη του (= ομάδα πίεσης, αλιείς ψήφων και ιμάντες μεταφοράς τους στα πολιτικά κόμματα που ανταποδίδουν για την προσφορά αυτή, νομή εξουσίας και προβολής, έμμεση ή άμεση κερδοφορία από επιδοτήσεις ερευνητικών προγραμμάτων, χρηματοδοτήσεις σχετικών εκδόσεων και εκδηλώσεων κ.λπ.).

Έτσι έγινε με τον φεμινισμό, τους ομοφυλόφιλους, το οικολογικό κίνημα, τον αντιρατσισμό κ.λπ. Μπόλιασαν θετικά την κοινωνία μέχρι που έγιναν βασική συνισταμένη της κυρίαρχης σκέψης και τα στελέχη τους, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους, δεν μένουν στα βασικά και θεμελιώδη, που πάντα θα είναι θετικός ο επανατονισμός τους, αλλά αρχίζουν να ανακαλύπτουν λεπτομέρειες και ανθυπολεπτομέρειες για το θέμα τους, τις οποίες ανάγουν σε μείζον θέμα και για το οποίο προτάσσουν τα στήθη τους και καλούν όλους σε συστράτευση υπό την ηγεσία τους.  Επιβάλλουν, ακόμη, κανόνες, στάσεις και συμπεριφορές, τις οποίες παρακολουθούν ως αστυνομία, ως ιδεολογικός μηχανισμός εξουσίας και στο τέλος γίνονται αφόρητοι, καταπιεστικοί και  αποπνικτικοί.  Ο Εφέσιος το είπε πολύ επιγραμματικά: Ξυνόν αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας.

Όπως έγραψα σε παλαιότερο σημείωμα για το θέμα του μονοδιάστατου φιλοσημιτισμού «σήμερα, μετά την εξαντλητική θεματογραφία του ολοκαυτώματος της χιτλερικής περιόδου και ειδικά μετά την κατάρρευση του σοβιετικού στρατοπέδου και τη χρονική απομάκρυνση από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχει μια ανέλιξη που χαρακτηρίζεται από δύο κύριες κατευθύνσεις,  μία διαχρονική και μία συγχρονική, Η πρώτη κατεύθυνση: τώρα είναι ο εντοπισμός του αντισημιτισμού στη διαδρομή  κάθε χώρας και σε κάθε εθνική ιστορία. Συνέδρια, εκδόσεις, άρθρα, επιχορηγούμενα ερευνητικά προγράμματα, ταινίες και ιστορικά σίριαλ παρουσιάζονται συνεχώς, ξεσκονίστηκε κάθε σελίδα και εξετάστηκε κάθε πτυχή της  εθνικής ιστορίας κάθε χώρας με βάση τις στάσεις και συμπεριφορές απέναντι στο θέμα της εβραϊκής παρουσίας.

Ακόμη, σε συγχρονικό επίπεδο, εντοπίζονται και καταγγέλλονται κάθε εκδήλωση που χαρακτηρίζεται ως αντισημιτική. Συγκροτήθηκαν παρατηρητήρια, οργανώσεις, εκδίδονται έντυπα και διοργανώνονται συνέδρια. Η δουλειά τους: Σαρώνονται τα πάντα, εκθέσεις ζωγραφικής, εκδηλώσεις, ταινίες, βιβλία, δημοσιεύματα της σημερινής ζωής, για να εντοπιστεί κάθε αρνητική αναφορά και να στηλιτευθεί για αντισημιτισμό. Όλος ο πλανήτης ζει στο ρυθμό του ελέγχου αυτού, ενός ελέγχου διαχρονικού και συγχρονικού. Η ιστορική έρευνα για το θέμα, και ο κριτικός έλεγχος για φαινόμενα αντισημιτισμού της σύγχρονης ζωής, είναι ένα γεγονός που αξίζει να χαιρετιστεί αφού έρχονται στο φως τεκμήρια για την αποτρόπαιη καταπίεση των Εβραίων, για τις καταδιώξεις, τα πογκρόμ και το κυνηγητό που υπέστησαν σε διάφορες χώρες. Έτσι φωτίζονται άγνωστες πτυχές της ιστορίας και συντελείται η ιστορική αυτογνωσία μας. Ταυτόχρονα  υπάρχει σήμα κινδύνου για σύγχρονες εκφράσεις και νοοτροπίες αντισημιτισμού, που πρέπει να εντοπίζονται και να καταγγέλλονται.

 Η εργώδης αυτή  προσπάθεια συνεισέφερε αρκετά όμως χαρακτηρίζεται από εμμονές, περιορισμούς και ιδεοληψίες, που υπονομεύουν  την αντικειμενικότητα και επιστημονική αμεροληψία της, μα και την πολιτική της εμβέλεια.»

Λοιπόν, ένα ρεύμα σκέψης, που εντοπίζει τις αντισημιτικές αναφορές σε λογοτεχνικά έργα, και καλά κάνει, θα πρέπει, αν δεν είναι ιδεοληπτικό ιερατείο, να δει τρεις βασικές συνισταμένες  που θα κάνουν πιο σφαιρική την ερμηνεία του.

Το πρώτο είναι  πως αντιμετώπισε και τις άλλες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες ο υπό εξέτασιν συγγραφέας.  Γιατί αν ο εν λόγω συγγραφέας έχει πιο αρνητικές αναφορές για άλλους, πιο έντονες από αυτές που αποδίδει στους Εβραίους, και εμείς περιοριζόμαστε μόνο στις εβραϊκές αναφορές, σημαίνει ότι λειτουργούμε μεροληπτικά, ιδεοληπτικά και όχι με ειλικρίνεια. Έχω διαβάσει, παλιά, τρία βιβλία του Τόμας Μαν, το Μαγικό βουνό με μάγεψε. Θυμάμαι που έχει πιο έντονες αρνητικές αναφορές σε μέλη άλλων εθνοτήτων και απορώ και εξίσταμαι γιατί ο μελετητής δεν στέκεται και σ’ αυτές. Παράγοντας έτσι ένα λόγο διάκρισης, ο Τόμας Μαν μπορεί να κρίνει όλες τις ράτσες της γης, όχι όμως τους Εβραίους.

Δεύτερο να δει αν οι αρνητικές αναφορές είναι δικαιολογημένες, αν τις επιζητεί η οικονομία του έργου, αν στηρίζονται στην πραγματικότητα και αν λέγονται όχι από κακέμφατο και ιδεοληπτικό λόγο.

Τρίτο να δει τι έγραφαν την ίδια περίοδο οι Εβραίοι συγγραφείς για τις άλλες μη εβραϊκές ομάδες. Εκεί θα δούμε και τη μαγκιά του μελετητή.[1]

Για να τελειώνουμε, θα κλείσω με την τελική μου θέση. Την ανέφερα κάποτε σε έναν εκπρόσωπο αυτών των υπό κρίσιν απόψεων.

Ύστερα από έντονη συζήτηση, στην οποία υποστήριξε διάφορα ισοπεδωτικά φιλοσημιτικά, ανάμεσα σε άλλα  ότι η μοίρα της ανθρωπότητας θα κριθεί από τη στάση της απέναντι στους Εβραίους (κι όχι και απέναντι στους Λαζούς, Κούρδους, Πομάκους και άλλους λαούς), του λέω κοφτά:

-Εγώ για τους Εβραίους έχω την πιο σκληρή θέση, και θα με αναγκάσεις να την πω.

-Λέγε, μου είπε ανήσυχος.

-Θες να στην πω, είσαι έτοιμος να την ακούσεις;

-Πες την, είπε σφιγμένος και κουμπωμένος, περιμένοντας να ακούσει τα χειρότερα αντιεβραϊκά, ίσως για φούρνους και σαπούνια.

-Λοιπόν, αν είσαι έτοιμος, άκουσε την: Οι Εβραίοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως κάθε άνθρωπος.

Η θέση αυτή εκτός από την υπονόμευση στα ιδεολογήματα του ισοπεδωτικού φιλοσημιτισμού, εκτός από την ειλικρίνεια και την ισότητα, είναι και η πιο φιλοεβραϊκή θέση αφού βλέπει τους Εβραίους ως πρόσωπα, ως ανεπανάληπτες υπάρξεις, και όχι ως ισοπεδωτικό πολτό τον οποίο αντιμετωπίζουμε με εκ των προτέρων συγκατάβαση, δικαιολόγηση και θετική αναφορά.

Το θέμα είναι ότι αυτές οι κατευθύνσεις του ισοπεδωτικού φιλοσημιτισμού έχουν υποστεί αλλού ανελέητη κριτική, και από Εβραίους θεωρητικούς, όμως στην Ελλάδα, περιφερειακό κέντρο της διεθνούς θεωρητικής ζύμωσης, θα περάσουν χρόνια για να το αντιληφθούμε αυτό, γιατί είμαστε ευπειθείς και υπάκουοι στα διάφορα κέντρα ιδεολογικής εξακτίνωσης – ο επαρχιωτισμός στην Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Οι  Έλληνες (οι  Έλληνες!) απλώς να ακολουθούν,
«μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο.»

Το θέμα είναι ότι αρκετοί Εβραίοι συγγραφείς σκιαγραφούν και με αρνητικά χαρακτηριστικά αρκετούς Εβραίους ήρωές τους και έτσι δίνουν πολυσύνθετο και πιο διεισδυτικό κείμενο, όμως ουδείς τους εγκαλεί για αντισημιτισμό γιατί είναι Εβραίοι, εμείς όμως, που δεν είμαστε Εβραίοι, με τέτοιες ιδεολογικές αστυνομίες εξαναγκαζόμαστε να γράφουμε προσεκτικά, μουδιασμένοι και επιφυλακτικοί, και να διατυπώνουμε ανοησίες μέσα στα πλαίσια του πολίτικαλλυ κορέκτ. Έτσι χάνει η λογοτεχνία.

 

 


[1]) Για το θέμα αυτό πρωτοέγραψα στο περιοδικό Ένωσις, (Λευκωσία ) πριν από 21 χρόνια:

Θέση 91. Φασιστικά και ρατσιστικά

Φασισμός σήμερα είναι η προβολή εκατοντάδων ταινιών, σ’ όλες τις τηλεοράσεις του κόσμου, για το εβραϊκό ολοκαύτωμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κι ούτε μια ταινία για το ελληνικό και αρμενικό ολοκαύτωμα της Μικρασίας με τα τρία εκατομμύρια νεκρούς.

Ρατσισμός σήμερα είναι σε χιλιάδες ταινίες και βιβλία να περιγράφονται λωποδύτες Ιταλοί, απατεώνες Έλληνες και εκβιαστές Τούρκοι κι όπου παρουσιάζονται Εβραίοι να ’ναι χωρίς ψεγάδι.

περ. Ένωσις, Λευκωσία, Μάιος 1991, αρ. 4-5, σ. 23

ΑΝΟΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΡΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Ιανουαρίου 4, 2013

Κυρία Πρέσβειρα

Φαίνεται ότι στην Αίγυπτο δέρνουν πολύ. Ανώτερα, μεσαία και κατώτερα στελέχη του μηχανισμού εξουσίας επιπίπτουν επί του ταλαιπώρου αιγυπτιακού λαού. Οι δημοσιογραφικές μαρτυρίες είναι άπειρες, το γεγονός επιβεβαιώνει ότι και σεις προσπαθήσατε να μεταφέρετε μια «φέτα» Αιγύπτου και στην Κύπρο, χαστουκίζοντας μια εργαζόμενη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, η οποία προσπαθούσε απλώς να κάνει σωστά τη δουλειά της. Όμως η Κύπρος δεν είναι τριτοκοσμικό κράτος, η χειροδικία  απαγορεύεται για όλους, ακόμη και για τα παιδιά του Δημοτικού.

Το θέμα είναι ότι αυτή τη στάση την εκδηλώσετε στην Κύπρο. Είμαι σίγουρος ότι, αν ήσασταν στο αεροδρόμιο της Μόσχας, του Παρισιού ή της Νέας Υόρκης, δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό σας να δείξετε την ίδια συμπεριφορά, όπως αυτή στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Είμαι μισθοσυντήρητος, όμως αναλαμβάνω ευχαρίστως τα έξοδα για μετάβασή σας, μαζί με δύο άλλα δικά σας πρόσωπα, για να πάτε όλοι μαζί, στο αεροδρόμιο της Μόσχας π.χ., και να προσπαθήσετε να επιβάλετε τη θέλησή σας και εκεί  όπως στο κυπριακό αεροδρόμιο. Θα περνούσα μια από τις πιο ευχάριστες μέρες της ζωής μου όταν, είμαι σίγουρος, θα ήσασταν τύπος και υπογραμμός, θα προχωρούσατε σύμφωνα με τις οδηγίες και τους κανονισμούς.

Δυστυχώς είμαστε στην Κύπρο. Και εδώ είναι οι ευθύνες της διακυβέρνησης Χριστόφια. Που γελοιοποίησε κάθε θεσμό. Οι θέσεις του για το Κυπριακό, το Μαρί, η οικονομική καταβαράθρωση, οι στάσεις και οι νοοτροπίες του, έκαναν την Κύπρο ανυπόληπτη, προς την οποία ο καθένας μπορεί να συμπεριφέρεται όπως θέλει, χωρίς να σκέφτεται οποιαδήποτε συνέπεια. Κινδυνεύουμε όλοι από αυτή την καθίζηση που προκάλεσε σε όλα τα θέματα η διακυβέρνηση Χριστόφια. Αύριο, στο Μεξικό ή στην Ουκρανία ή σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, οι αρχές και ο διοικητικός μηχανισμός τους  μπορεί να μας συμπεριφέρονται με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο, «Κύπριοι είναι», θα λένε, δηλαδή μπορείς να τους συμπεριφερθείς όπως θέλεις, κανείς δεν τους λαμβάνει υπόψη.

Είναι, πιστεύω, καιρός να προχωρήσουμε στην ανασυγκρότηση της αξιοπρέπειας και σοβαρότητας.

Υπάρχει και ένα άλλο σημαντικό ζήτημα. Η κοπέλα που χαστουκίστηκε ανήκει σε κάποιο κλάδο εργαζομένων. Που είναι οι συνδικαλισταράδες μας, που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους για τόσα άλλα θέματα, να τοποθετηθούν και στο ζήτημα αυτό. Μπορεί, για λόγους δικούς της, η κυβέρνηση Χριστόφια να ζήτησε συγγνώμη, εσείς όμως είσαστε ανεξάρτητο συνδικαλιστικό σωματείο και έχετε τη δική σας αυτόνομη φωνή. Ποια είναι η θέση σας, θα υποστηρίξετε το μέλος σας που υπέστη την πιο εξευτελιστική μεταχείριση ή αποδέχεστε ότι τα μέλη σας μπορεί κάποιος να τα χαστουκίζει. [Η προηγούμενη παράγραφος, που τώρα είναι με πλάγια, ακυρώνεται. Γράφτηκε πριν πληροφορηθώ την τοποθέτηση του υπεύθυνου των εργαζομένων στην αστυνομία, που με καίριο και αξιοπρεπή τρόπο, υπερασπίστηκε τα μέλη του τμήματος ελέγχου στο αεροδρόμιο. Ζητώ συγγνώμη για την τοποθέτηση αυτή, που αποδείχτηκε, ευτυχώς, λανθασμένη].

Δεν γνωρίζω την κοπέλα που χαστουκίστηκε τόσο ξεδιάντροπα. Τη διαβεβαιώνω ότι το χαστούκι εναντίον της το εισέπραξα και στο δικό μου μάγουλο. Κάνω έκκληση προς αυτή να απευθυνθεί αμέσως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Να μη λυγίσει σε πιέσεις και σκοπιμότητες. Να ζητήσει το δίκαιό της λέγοντας τα απλά και καίρια: «Είμαι μια εργαζόμενη σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προσπάθησα να κάνω τη δουλειά μου καλά, σύμφωνα με τις οδηγίες ασφαλείας των ευρωπαϊκών αεροδρομίων. Αντί επαίνου χαστουκίστηκα με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Ζητώ το δίκαιό μου.»

Θα έχει την αγάπη, τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη όλου του κυπριακού ελληνισμού.