ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ Β’

1. ΚΙΒΩΤΟΣ ΚΑΙ ΚΙΒΩΤΙΟ

Η κιβωτός του Νώε ήταν μια σχεδία που μετέφερε κάθε είδους ζωντανό (ανθρώπους και κτήνη) την ώρα της καταστροφής, έπλεε για τη σωτηρία της ζωής, πάνω από τα νερά του κατακλυσμού. Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, ως αντίστιξη, μετέφερε το κενό, τον θάνατο. Το κιβώτιο αποδεικνύεται άδειο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι σαράντα μαχητές που κλήθηκαν να το συνοδεύουν, λες και ήταν η σημαντικότερη αποστολή, αποδεικνύεται ότι έχουν απλώς πιαστεί στα γρανάζια ενός αμείλικτου μηχανισμού, που θα τους πολτοποιήσει, στο τέλος και ο μοναδικός επιζών, ο αφηγητής, κινδυνεύει από πολτοποίηση της νοητικής και ψυχικής του αυτάρκειας. Το μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου βασίζεται στο θέμα του κρατουμένου που δεν ξέρει που απευθύνεται, ποιοι τον κρατούν και γιατί, έτσι στο κελί του γράφει συνεχώς προς τον σύντροφο ανακριτή για την ιστορία του κιβωτίου και τη δική του διαδρομή και επειδή δεν υπάρχει ανταπόκριση, από την αντίπερα όχθη των ανακριτικών αρχών, ξαναγράφει την κατάθεσή του δίνοντας νέα στοιχεία και νέες διαστάσεις.

Αυτά μου τα θύμισαν ξανά οι δύο επιστολές του Μάρκου Μαρκοβίτη προς τον Στάλιν, που τις γράφει το 1938, μέσα στις φυλακές Μπουτίρκα. (Αρχειοτάξιο, Αθήνα, Οκτώβριος 2012, σ. 174-181). Άνθρωπος του κομμουνιστικού κινήματος, από το 1928 μέλος του Κ.Κ.Ε., ο Μάρκος Μαρκοβίτης γεννήθηκε το 1905, καταδικάστηκε σε θάνατο στην Ελλάδα -που μετατράπηκε αργότερα σε φυλάκιση,  απέδρασε από τις φυλακές Συγγρού και κατέφυγε στην ΕΣΣΔ το 1931. Δούλεψε εκεί με πίστη, όμως συνελήφθη και εκτελέστηκε το 1938, με την κατηγορία της αντικατασκοπίας. Το 1956 αποκαταστάθηκε.

Όπως σημειώνει ο Μάριος Μαρκοβίτης, στην εισαγωγή της παρουσίασης των επιστολών, οι κομουνιστικές ανακριτικές αρχές υποκινούσαν τους κρατούμενους να απευθύνονται με επιστολές τους  στον Ιωσήφ Στάλιν τον «αγαπημένο ηγέτη και στοργικό πατέρα όλων». Οι απελπισμένοι κρατούμενοι πίστευαν ότι ο μεγάλος ηγέτης θα τους δικαίωνε, όμως αυτές οι επιστολές αποτελούσαν για τις κομουνιστικές αρχές «ένα καλό εργαλείο εκμαίευσης και καταγραφής των πληροφοριών και ομολογιών που επεδίωκαν». Όπως στο Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, υπάρχει διαφορά από την πρώτη στη δεύτερη επιστολή του Μαρκοβίτη. Όταν πρωτογράφει, εκφράζει το ξάφνιασμα και την ανησυχία για τη σύλληψή του, πιστεύει ότι το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν, ή εντιμότητά του  και η αφοσίωσή  του, τον προστατεύει επαρκώς από παρεξηγήσεις και υπονομεύσεις, στο δεύτερο γράμμα, ύστερα από το τσάκισμα πολλών ανακρίσεων, υπάρχει η απελπισία και ο τρόμος, ίσως ήξερε ότι το τέλος ήταν εγγύς. Και λέει πολλά, διαπιστώνει και πληροφορεί, συσχετίζει και προβαίνει σε εκδοχές. Ένας απελπισμένος και τρομοκρατημένος άνθρωπος γράφει στον πατερούλη Στάλιν, γαντζώνεται  στην τελευταία ελπίδα, όμως οι μυλόπετρες του καθεστώτος είχαν ξεκινήσει να γυρίζουν.

Αγαπητέ σύντροφε Στάλιν, του γράφει, αγαπημένε ηγέτη και στοργικέ πατέρα όλων των εργαζομένων και του κάθε τίμιου ανθρώπου, ήμουν πάντα και εξακολουθώ να είμαι έντιμος και πιστός στο μεγάλο κόμμα που με ανέθρεψε και και στη μεγάλη υπόθεση για την οποία είμαι πάντα έτοιμος να προσφέρω ό,τι πιο πολύτιμο έχω. Δεν είμαι εχθρός του λαού, τονίζει στην επιστολή του ο Μαρκοβίτης, με σπαραγμό.

Το θέμα είναι ότι το πιο πολύτιμο που είχε δεν του το πήραν οι ταξικοί εχθροί αλλά οι σύντροφοί του και το κομμουνιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Μια σπαρακτική ιστορία από τις μυριάδες που συνέβησαν τα χρόνια των σταλινικών διώξεων. Που κάνουν την επανανάγνωση του Κιβωτίου πιο πικρή, μα αποδεικνύουν πόσο μεγάλος ήταν ο Άρης Αλεξάνδρου που  με το Κιβώτιο, από το 1975, είπε τα καίρια, όταν οι άλλοι της ελληνικής αριστεράς γλυκονανουρίζονταν με τον βουκολικό φιλοσοβιετισμό τους.

2) Οι Επιζήσαντες των Άνδεων και Το αμάρτημα της μητρός μου

Παρακολούθησα αρκετά από το έργο Οι επιζήσαντες, που γυρίστηκε το 1993 και αναφέρεται σε μια αεροπορική συντριβή του 1972. Οι επιβάτες της πτήσης, νεαροί κυρίως της ομάδας ράγκμπι Ουρουγουάης, βρίσκονται στις χιονισμένες Άνδεις, μέσα στην παγωνιά, ύστερα από την πτώση του αεροπλάνου, που τους μετέφερε για έναν αγώνα. Οι περισσότεροι επιβάτες σκοτώθηκαν. Αυτοί που σώθηκαν από την πτώση, μέσα στο τρομακτικό πεδίο της ερημιάς, της παγωνιάς και της πείνας, αναγκάζονται στο τέλος, για να επιβιώσουν, να φάνε από τους νεκρούς συνεπιβάτες τους.

Όταν έφτασε η ώρα της ανθρωποφαγίας δεν το άντεξα και έκλεισα την οθόνη. Το συζητήσαμε αμέσως μετά με τον Άρη, γνώριζε την υπόθεση, κι ότι όλοι αυτοί ένιωθαν φρικιαστικά, είχαν ενοχές και εφιάλτες για την εμπειρία τους αυτή.

Ανέφερα ότι, ύστερα από καιρό, κάποιοι διευθέτησαν και οι επιζήσαντες πήγαν από τη Λατινική Αμερική στη Ρώμη και έγινε εκεί η συνάντησή τους με τον Πάπα, που τους άκουσε, τους συμπαραστάθηκε, τους συγχώρησε και τους ευλόγησε.

Ο Άρης, όμως, ήταν αμετάπειστος αν ωφέλησε αυτό. Θα ένιωσαν κάποια ανακούφιση από τη συνάντησή τους με τον Πάπα, μου είπε, μα, όταν έφυγαν από εκεί, οι πίκρες και οι ενοχές  θα επιστρέψουν, δεν ησυχάζεις από τέτοιες εμπειρίες ό,τι και να γίνει.

Θυμήθηκα αμέσως το Αμάρτημα της μητρός μου του εξαίρετου Βιζυηνού. Η μητέρα του είχε βάλει το μικρό της στο κρεβάτι για να το θηλάσει, κουρασμένη όμως αποκοιμήθηκε με το μωρό στο βυζί, το πρωί που ξύπνησε βρήκε το παιδί πεθαμένο, γιατί το πλάκωσε, άθελά της, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ήταν πάντα γεμάτη ενοχές για το θέμα αυτό, δεν ησύχαζε ποτέ, το «αμάρτημά» της αυτό της σφράγισε κυριολεκτικά τη ζωή, ήταν ένα βαρύ και ασήκωτο μυστικό. Χρόνια πολλά μετά, ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται τη γνωριμία του με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, του μιλά για το δράμα της μάνας του και εκείνος αναλαμβάνει να της μιλήσει, να την εξομολογήσει και να την ηρεμίσει. Γίνεται η συνάντηση, ο Πατριάρχης στην εξομολόγηση, που κράτησε πολλή ώρα, κάνει το καθήκον του με θαυμαστό τρόπο και η μητέρα φεύγει από το Πατριαρχείο ανάλαφρη.  Όμως, όταν φτάνουν σπίτι, η μητέρα βυθίζεται πάλι στις σκέψεις της και παρά τις προσδοκίες του γιου της ότι τώρα λυτρώθηκε, αφού ο ίδιος ο Πατριάρχης ασχολήθηκε μαζί της και τη συγχώρεσε, εκείνη του απαντά:

«- Τί νὰ σὲ ‘πῶ, παιδί μου! ἀπήντησε τότε σύννους καθὼς ἦτον, ὁ Πατριάρχης εἶναι σοφὸς καὶ ἅγιος ἄνθρωπος. Γνωρίζει ὅλαις ταῖς βουλαῖς καὶ τὰ θελήματα τοῦ Θεοῦ, καὶ συγχωρνᾶ ταῖς ἀμαρτίαις ὅλου τοῦ κόσμου. Μά, τί νὰ σὲ ‘πῶ! Εἶναι καλόγερος. Δεν ἔκαμε παιδιὰ, γιὰ νὰ ‘μπορῇ νὰ γνωρίσῃ, τί πρᾶγμα εἶναι τὸ νὰ σκοτώσῃ κανεὶς τὸ ἴδιο τὸ παιδί του!

Οἱ ὀφθαλμοὶ της ἐπληρώθησαν δακρύων καὶ ἐγὼ ἐσιώπησα.»

Σιωπώ κι εγώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: