Archive for Οκτώβριος 2012

Ο κ. Γιανναράς και η ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΥΜΝΟΥ

Οκτώβριος 31, 2012

«Αθήνα 1991. Ένα ταξιδιωτικό.

α) Όλοι προσφωνούν και προσφωνούνται: Μαλάκα και Μεγάλε.

Εκ περιτροπής. Κάποτε οι προσφωνήσεις τους εναλλάσσονται για το ίδιο πρόσωπο, μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Εντέλει ένας ανυπόφορος ζελές μετριότητας απλώνεται σόλη αυτή την πόληροχάλα στο λεκανοπέδιο.

β) Μια ενημερωμένη θεούσα περιφέρει τον Μεγάλο Ανατολικό, προχτές άκουσα κάποιους συνδικαλιστές να χρησιμοποιούν την

Έρημη Χώρα στις κριτικές τουςσυζήτηση για προαγωγές.

Το Φιλί του Ροντέν έγινε κοινόχρηστο, τον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας τον φέρνει σε κάθε γιορτή ένας φιλόλογος

παρακοιμώμενος του διευθυντή. Αν πεις για κάποια του Σεφέρη και του Ρίτσου

Μόνο το Σε γνωρίζω από την κόψη αντιστέκεται ακόμη

Ο γιος του Ριμακό, Λευκωσία 1992, σ. 54

.

Μόνο το «Σε γνωρίζω από την κόψη αντιστέκεται ακόμη». Γιατί, παρά το κοινή αναφορά και τη συνεχή ανάκρουσή του -είναι ο εθνικός ύμνος των Ελλήνων- όμως αντιστέκεται στη μετατροπή του σε κάτι ακίνδυνο και εύπεπτο, την ώρα που κείμενα, τα οποία υποβλήθηκαν ως ρηξικέλευθα, επαναστατικά και ανατρεπτικά, έχουν λειανθεί και  ενσωματωθεί στο αγοραίο και το κοινόχρηστο. Αντιστέκεται ακόμη, γιατί θέλει όψη που θεωρεί με αποφασιστικότητα, έτοιμη και θαρραλέα και, ακόμη, κόψη. Κόψη του σπαθιού. Είναι ο ύμνος στην Ελευθερία και η στράτευση του δεν είναι διατεταγμένη από κάποιο επιτελείο, είναι ελεύθερη επιλογή του συλλογικού αγώνα από το πρόταγμα του ελεύθερου προσώπου.

Έχετε διαβάσει τα λόγια από τους εθνικούς ύμνους άλλων χωρών; Ο υποφαινόμενος κατάφερε να εντοπίσει και να διαβάσει τους στίχους πάνω από εκατόν άλλων εθνικών ύμνων. Σ’ αυτούς  έντονα τονίζεται ότι: Ο λαός τους είναι ο πιο σημαντικός, Το έθνος τους είναι γενναίο, Να μας φοβάστε, Η χώρα μας είναι η καλύτερη, Ο Θεός σώζοι τη βασίλισσα, Ο Θεός ευλογεί τον σουλτάνο, Ο Θεός είναι μεγάλος, Θεέ υπερασπίσου τη χώρα, Η χώρα μας είναι υπεράνω όλων, Αλλοίμονο σε όσους τολμήσουν να μας αντιπαραταχθούν, Είμαστε ο στρατός του θεού και της χώρας. Αυτά και άλλα παρόμοια. Ο Εθνικός Ύμνος των Ελλήνων παραμένει αξεπέραστος με τα πιο καίρια και ευσύνοπτα λόγια, είναι  Ύμνος στην Ελευθερία.

Ο κ. Χρήστος Γιανναράς, μέσα στο πνεύμα των καιρών, την εποχή των λάιτ τροφίμων και σοφτ προϊόντων, προτείνει μια λάιτ και σοφτ εκδοχή εθνικού ύμνου, το Τσάμικο των Χατζηδάκι-Γκάτσου.[1] Θυμάμαι το σχόλιο που γράφτηκε όταν αναρτήθηκε για πρώτη φορά  η κυπριακή σημαία στη νεοσύστατη Κυπριακή Δημοκρατία, πριν από πενήντα χρόνια περίπου: Να μια σημαία για την οποία κανένας δεν πρόκειται να θυσιαστεί. Και πράγματι ουδείς έπεσε γι’ αυτή. Αν, λοιπόν, υπάρχουν ακόμη συλλογικά οράματα στους Έλληνες και προσδοκίες, προτάγματα και αξίες που επιβάλλουν συστράτευση, αγώνες και θυσίες, τότε θα έλεγα παρομοίως: Αυτό που προτείνει ο κ. Γιανναράς είναι ένας εθνικός ύμνος για τον οποίο κανένας δεν πρόκειται να θυσιαστεί.

Όλες οι ουσιώδεις αλλαγές στη ζωή των λαών έγιναν όταν οι άνθρωποι ήσαν σίγουροι για μερικά πράγματα, τα οποία πίστευαν με θέρμη και ήσαν έτοιμοι να αγωνιστούν γι’ αυτά, και την ίδια ώρα απέρριπταν άλλα, που ήθελαν να κατεδαφίσουν και να εξαφανίσουν. Όλες οι μεγάλες αλλαγές έγιναν μέσα σε μια εκδίπλωση ψυχών και κινημάτων υπέρ κάποιων θέσεων και εναντίον άλλων. Γιατί όταν όλα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά εκείνος που κερδίζει είναι η εξουσία και όταν όλα είναι υπό ακύρωση εκείνος που κερδίζει είναι πάλιν η εξουσία αφού έχει το μόνο αμετακίνητο, σε όλη αυτή την έκπτωση και φθορά:  τη δύναμη και τον πλούτο.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες της πλήρους διάλυσης των πάντων, προστρέχει και ο κ. Γιανναράς για να χτυπήσει και ένα από τα τελευταία στηρίγματα της συλλογικής συνείδησης στην Ελλάδα: τον Εθνικό Ύμνο. Γιατί πια και ο κ. Γιανναράς, παρά τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, δεν είναι παρά μέρος του προβλήματος. Γιατί η μαγκιά σήμερα είναι να πεις κάποια πράγματα χιλιοειπωμένα, να τονίσεις κάποια απλά πράγματα, έστω και αν φαίνεσαι ανιαρός. Να λες τα ίδια, ξανά και ξανά, τα ίδια απλά πράγματα, που είναι αλήθεια όμως, η αλήθεια της εποχής και του τόπου μας. Ναι, η Ελλάδα θα βοηθηθεί αυτή την περίοδο κρίσης αν οι καθηγητές και οι δάσκαλοι αφιερώνουν μια ώρα την ημέρα περισσότερο για να προετοιμάσουν καλύτερα τα μαθήματά τους για το σχολείο, αν επισκέπτονται τα βιβλιοπωλεία και αγοράζουν δύο νέα βιβλία τον μήνα, αν οι γονείς αφιερώνουν μια ώρα την ημέρα στα παιδιά τους, αν αφήσουν τα λάιφ στάιλ πρότυπα και τις ηλίθιες καταναλωτικές μανίες. Αν οι πανεπιστημιακοί της Ελλάδας μελετήσουν λίγο παραπάνω και αφήσουν τις ιδεοληψίες και την επαρχιώτικη και άκριτη παραδοχή κάθε εκπορευόμενης από αμερικανικά πανεπιστήμια θεωρίας. Αν οι Έλληνες κόντρα στις αλλεπάλληλες μόδες που θέλουν πάντα καινούργια «προϊόντα», μνημονεύουν συνεχώς Όμηρο και προσωκρατικούς, τραγικούς και Θουκυδίδη, τη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής και τη λειτουργία της Αναστάσεως, Σολωμό και Κάλβο, Παπαδιαμάντη και Καβάφη. Αυτά και άλλα απλά πράγματα είναι τα σημαντικά, όμως ο κ. Γιανναράς, μέσα στη μόδα που διέλυσε τα πάντα, θέλει να πει κι αυτός την ατάκα του, το πιασάρικο, το εκκωφαντικό, το εντυπωσιακό, να πετάξει το πυροτέχνημά του και ο ίδιος, όπως μας συνήθισαν στις εκπομπές-τηλεοπτικά σκουπίδια οι γνωστοί εμφανιζόμενοι. Γιατί όχι, σε διάφορες χώρες χιλιάδες δηλώνουν οπαδοί της θρησκείας «Ιππότες Τζεντάι», από την ταινία Ο πόλεμος των άστρων του Τζ. Λούκας, αύριο θα γίνει και άλλη θρησκεία με τίτλο «Οι φύλακες του τζουράσικ παρκ». Ένας εκβρεφισμός σκέψεων και αισθημάτων με κέντρο τα τηλεοπτικά και ηλεκτρονικά παράγωγα.

Μέσα σ’ αυτά τα δεδομένα και ω της εκλάμψεως! ο κ. Γιανναράς διατυπώνει τη θεωρία της ανανέωσης και της σωτηρίας, βγάζει από τη τσέπη του τη συνταγή: Να αλλάξουμε τον Εθνικό Ύμνο. Ρηξικέλευθη και πρωτότυπη ιδέα!!! Σε λίγο θα ακολουθήσουν και άλλοι, με παρόμοιες προτάσεις. Οι ομιλούντες θα κάνουν την εισηγητική τους πιρουέτα, αυτοθαυμαζόμενοι για τα έξυπνα και πρωτότυπα που προτείνουν, τα βεγγαλικά που εκτοξεύουν.   Γιατί να λέγεται η χώρα Ελλάδα; Όλα θα πάνε καλύτερα αν την ονομάσουμε Γραικία, ή Δαναϊδα, η Βαλκανιστάν. Κι άλλοι θα προτείνουν Ρωμανία, ή Αιμική, ή Γλου-γλου. Πρωτότυπες πράγματι ιδέες, και οι Έλληνες τι ωραία αν αλλάξουν κι αυτοί όνομα και λέγονται Γιουνανιστές, ή Δάρδανοι, ή Γλου-γλουιστές! Πρωτόφαντα πράγματα, απορείς κανείς πως δεν τα είχαμε σκεφτεί τόσον καιρό. Μα και η σημαία. Τι είναι αυτό το σύμβολο, και πόσο καιρό το ίδιο; Θα ήταν πιο πρωτότυπη αν είχε έναν υπολογιστή στη μέση, η έναν πύραυλο (μια πράγματι καινοτόμος ιδέα που μας συνδέει με τους σύγχρονους καιρούς) ή ακόμη και πολλά άλλα όλα μαζί, το μισοφέγγαρο και το άστρο του Δαβίδ και το σπαθί άλλων χωρών, να σωθούμε μέσα στον πολυπολιτιστικό πολτό.

Τον εθνικό ύμνο τον έψελναν μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, άφοβα, λίγα δευτερόλεπτα πριν ακουστεί το «πυρ» των κατακτητών, πολλοί μελλοθάνατοι στη γερμανική κατοχή, ή οι ήρωες του κυπριακού έπους (1955-59) ενώ οι Άγγλοι αποικιοκράτες ετοίμαζαν τις θηλιές της αγχόνης, τον τραγουδούσαν μυστικά οι υπόδουλοι, τον είπαν άτομα και συλλογικές εκφράσεις σε τελετές και κηδείες, σε γιορτές και ώρες αγώνα και ψυχικής ανάτασης.  Ενάμιση αιώνας εθνικής ζωής και συλλογικού βίου, ταυτισμένων και αδιάλυτα δεμένων με τον Ύμνο στην Ελευθερία είναι ένα μηδενικό μπροστά στη ιδιοτροπία του Αθηναίου διανοουμένου που θέλει να τον αλλάξει, και πατά το κουμπί της διαγραφής, αλλιώς  delete.

Η συνεισφορά του κ. Γιανναρά ήταν σημαντική όταν έκρινε εκδηλώσεις του νεοελληνικού βίου, του μιμητισμού και των καταναλωτικών προτύπων, της ημιμάθειας και του λάιφ στάιλ, όμως κάποια στιγμή κατίσχυσε στη σκέψη του η εικονική πραγματικότητα των ηλεκτρονικών τεχνημάτων. Όπως οι νεαροί μεγαλώνουν εικονικά ηλεκτρονικά ζώα και αξιολογούνται αν φέρθηκαν σωστά, όπως οργανώνουν και οργώνουν περιβόλια και φυτείες στη ξεραΐλα της ηλεκτρονικής εικονικής πραγματικότητας, όπως ζουν μια δεύτερη ζωή, μια ψεύτικη  ζωή μέσα από το ιντερνέτ, με εικονικές σχέσεις, ψεύτικα επαγγέλματα και δήθεν σπίτια, έτσι και ο Γιανναράς πάτησε το delete στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για την ιστορική πραγματικότητα που βίωσε ο ελληνισμός τα τελευταία διακόσια χρόνια και δημιουργεί μια άλλη, εικονική. Χωρίς εθνικό κράτος, χωρίς Κοραή, χωρίς Εκκλησία της Ελλάδας, λες και βρισκόμαστε στο 1760 μ. Χ.

Όμως ο διανοούμενος πρέπει να απευθύνεται σε πραγματικούς ανθρώπους και στις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής τους, να προτείνει για το παρόν και το μέλλον με βάση τα υπάρχοντα, συγκεκριμένα και χειροπιαστά, σύμφωνα με την ιστορική διαδρομή που διένυσε ένας λαός. Η ατμομηχανή της Ιστορίας ήθελε εθνικά κράτη, οι Έλληνες τα κατάφεραν, έστω και κουτσουρεμένα, και αλλοίμονο τους αν δεν τα κατάφερναν να επιβιβαστούν στην αμαξοστοιχία της Ιστορίας, θα είχαν την τύχη των Λαζών, των Πομάκων, των Σαμαρειτών και εκατοντάδων άλλων εθνοτήτων. Η σημερινή ατμομηχανή της Ιστορίας οδηγεί στη δημιουργία υπερεθνικών ενοτήτων, οι Έλληνες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα είναι το ζητούμενο, πως θα πορευτούν, με ποια προτάγματα και αξίες, πως θα φερθούν και συνδιαλεχθούν και τι θα ενισχύσουν ή απορρίψουν, είναι τα ερωτήματα. Και οι απαντήσεις είναι απλές και χειροπιαστές, φτάνει να τις εννοούμε και να τις πραγματοποιούμε.

Μέσα σ’ όλο αυτόν τον κυκεώνα, τη στιγμή που  κατακλυζόμαστε από θέαμα και προϊόντα και μόδες και πιασάρικα πράγματα η μόνη απάντηση είναι η επιμονή, το πείσμα και το γινάτι σε μερικά χειροπιαστά πράγματα, σε μερικές απλές αλήθειες και σε μερικά θεμελιώδη προτάγματα. Γιατί η ιστορία της μεταπολιτευτικές Ελλάδας χαρακτηρίζεται από το εξής εκπληκτικό: Αναρίθμητοι οι μάγκες που δεν σήκωναν μύγα στο σπαθί τους, ο κατά τετραγωνικό χιλιόμετρο αριθμός των αμφισβητιών, των ανατρεπτικών, των ανανεωτών, των επαναστατών, των ρηξικέλευθων, των πρωτότυπων, των κινηματιών, ήταν ο μεγαλύτερος από όλες τις χώρες του πλανήτη. Και όλοι αυτοί δεν έφτιαξαν παρά το μεταπολιτευτικό έλος. Τον χορό σέρνει τώρα με το Τσάμικο και ο κ. Γιανναράς, κι αυτός με μια ρηξικέλευθη ιδέα μας βυθίζει περισσότερο στο μεταπολιτευτικό βούρκο.

Σάββας Παύλου


[1] ) Χρήστος Γιανναράς, Ποια τα σημάδια του καινούργιου, εφ. Η Καθημερινή, Αθήνα, 17 Ιουνίου 2012

Advertisements

扬 帆 远 航

Οκτώβριος 31, 2012

 Armenizontas, a novel, was published in Athens, in 1992

作者:  SAVVAS PAVLOU

翻译: 王晓宇

 

作者,萨瓦斯·帕乌罗先生,塞浦路斯人。新闻及文学专业毕业。出版过很多部哲学研究及散文书籍。

“爷爷”

“我的耶万”

这是下午5点钟,家属探望病人的时候。护士们为一位病入膏肓的患者忙前忙后。躺在另一张病床上的爷爷对远道而来探望他的孙子,拥抱着,激动地叫着他的名字。 耶万为了不让爷爷的眼泪在眼眶里打转转,扶着爷爷往上躺了躺,并岔开话题,开始问爷爷,那些曾经非常熟悉的乡亲们的下落:  阿嘎乌霓太太,咯喏科先生都很好,瓦行已经离开人世了,特茹赫霓小姐也已经生儿育女带着一家老小去了亚美尼亚,依拉克利,呐萨都还在。。。。。。。。。.

爷爷一边回忆,一边回答着孙子的问题。

爷爷不停的说着,想要在此刻,把分别12年,要和孙子说的话都说出来似的。爷爷和他的小孙子在一起共同生活了12 年,每天和孙子形影不离.接下来的12年,生活所迫,爷爷不得不背景离乡,来到法国这个遥远的国度。从此两个人没有再见过面。爷爷来法国,本想投靠他的叔叔玛西阿,但是叔叔玛西阿,却跑到更远的万里之外的美国去了。现在爷爷对小孙子回忆着像发生在昨天的往事,似乎自己已融合在追忆的情景中,感到被往事旋转的不知道方向了,又像不时的被坚硬的手臂抓住,接着又被释放了似的。。。。.

爷爷还是像以往一样,对他的故事谈起来津津有味.开着玩笑,傻笑着,但有时候,又突然奇怪的中断谈话,保持几分钟的沉默。“塞浦路斯当时很难生存下去,我不得不来到这里。”   “耶万,你必须把我从这里带走, 他们不会让我们这些退休的人有好日子过的。说真的,我们当中1000个人少活10年的话,可以给他们节省12万份月退休补贴,相当于上百万的开支呢。 我还不是本地人,就更惨了。”

“ 耶万,如果我死了,你会记得我吗?”

“ 你说呀,你会记得我吗?”爷爷着急地问着耶万。

“当然, 爷爷.”

“你能肯定,会记得我?” 爷爷追问孙子。

“ 就像你还记得你的爷爷阿让一样。”耶万肯定地答应.

耶万知道所有关于阿让的事。他从小就听爷爷讲关于他的祖父阿让的事。譬如说阿让到俄罗斯的时候,与一群叫那若地原苏联革命者的人相遇的事情; 与一个在斯诺必蹲过监狱的,叫科若伯德的人相识的事; 和波地欧斯人打交道的事,还有那前所未有的*亚美尼亚大屠杀的经历:

瘫痪的爷爷阿让,总是眯着眼睛,从村庄往下眺望,向着黑海的深处望去。他尽力想和新的环境相融合。他的病使他的腿全瘫痪了。一个在外做生意的舅舅曾经来看望过他,提到在国外有一种轮椅,说要给他一辆。但是他却说,已经有很多东西都是国外货了,为什么我们不自己做呢?于是,坐在院子中央,就开始自己做起来了。虽然阿让动不了,却能够带动所有周围的人。让周围玩耍的孩子们喊着,叫着,把红母鸡刚刚下的蛋拾起来; 给渴极的马喂水喝; 听着鸟儿受惊的骚动和惊叫,叫孩子们提防着远在几米外的蛇;给他们在地里干活的父兄送水喝。就这样,爷爷阿让感觉并知晓所有的事情,似乎用无形的线把周围的事情都联络在他的控制之下。他向着平原的方向眺望,十分担心的侧耳倾听,忧心的消息传上来, 土耳其人的势力逐日逼近,窒息地让人喘不上气来。

*亚美尼亚与土耳其东部接壤,是一个位于外高加索南部的内陆国家,历史上曾受奥斯曼土耳其帝国统治。“亚美尼亚大屠杀”是指1915年至1918年奥斯曼帝国统治时期,强迫非土耳其的少数民族同化。信奉天主教的亚美尼亚人被穆斯林统治者列为需特别严厉对付的对象。自奥斯曼土耳其帝国在第一次世界大战中加入德国一方后(奥斯曼帝国之外的亚美尼亚人和 俄国站在一边),对150万亚美尼亚人进行屠杀的事件。

唯一的办法就是逃到苏联去,村里的人们议论着,担心现在撤离是否还来得及。那天晚上刚刚做好爷爷阿让的轮椅,第一次听到他的歌声,唱着长腔,脸上浮现出成功中带有苦涩的微笑;中间夹杂短调和酸苦的味“A-RA-RA-T, A-RA-RA-T。” 第二天,爷爷阿让拒绝别人帮他坐到轮椅上,也不让别人跟着,他手握一把生了锈的枪,把轮椅推到了和院墙并排,正对着坡口的地方。决定与那些准备和土耳其侵略者对抗到底的战士们留在村里。爷爷阿让在打发准备撤走的亲戚朋友们之前,问他们要了杯水,并把水放到了他的旁边。 爷爷回忆着,他记得很清楚,当他在随着乡亲们撤走的时候,回过头来环视着养育他的土地,找寻到留下来要和鬼子一拚到底的爷爷阿让.只见爷爷阿让,在用枪瞄准——这村口大道,接着看到他——在用手轻摸着这盛满水的水杯,他愤死之战前的这杯水,爷爷阿让也非常珍爱生命啊,爷爷心里这样想。

大概过了一个多小时吧,乡亲们听到第一次开火的声音。

接着,大概三四十年后,有一个从希腊叫彼利阿的地方来的船员路过塞浦路斯.在利马索港口停歇时,曾经和爷爷一起喝过咖啡,打过牌。他坐在咖啡馆的小桌子上翻着杂志,对其中的一篇文章 <<狱中生活 >> 开始了评论,他把杂志一摊,向咖啡馆里的人们解释着,这些亚美尼亚人在狱中的生活,他告诉大家,这些抓来的亚美尼亚人在狱中用一种特殊的语言,可以彼此交流又可以防止他人的偷听。这是随时掉脑袋的亚美尼亚人之间的暗语。爷爷一边听着,脑际里浮现出那凶狠的土耳其士兵屠杀亚美尼亚人的场面,带着穆斯林无边红塔帽,穿着没有丝毫灰尘制服,拿着步枪的土耳其士兵,站在皮开肉绽的尸体堆当中,其中似乎能辨认出爷爷阿让的尸体,肿胀的嘴唇,半张的眼睛似乎永远盯着一个地方。。。。爷爷从恐怖的回忆中惊醒,怒吼了一声,把杂志一扔,从那以后就再也没提到关于大屠杀的事了。

耶万从病房里出来,准备抽根烟。在楼道里,人很多,他站在一个满是灰尘和烟灰的垃圾筒旁边,抽着烟。

一个病人,在护士的搀扶下,拄着一个带着三个角的铁拐棍,上面还挂着一个尿液瓶,尿液瓶的导管一直通向他的肚子。 这个病人跟他旁边的护士说了些什么,但是两个人似乎彼此无法沟通。站在一旁的耶万也是急得帮不上忙。耶万的法语知道的很少。亚美尼亚语和希腊语也已经遗忘到脑后了,他的英语却已经有纯正的美语发音,正如刚才爷爷说耶让一样,他现在已经非常美籍化了。

耶让靠着墙,盯着那个柱着拐棍,吊着瓶子的病人,思量着这个身体,和旁边这个挂着的尿瓶的拐棍之间的联系,不知道从哪里算起,是属于这个病人身体的一部分。 接着联想到自己,从哪里算是结束过去,开始新的自我呢?

耶万获得了一年的高中三年级美国中学的奖学金,去了美国。原打算住在一个条件很好的美国人的家庭里,并且在那里学习下去。但在年底的时候,这个心中一直认为的模范家庭却解体了。一天男主人像往常一样去上班却再也没有回来。带走了银行存折。美国女主人在无限的悲痛中生活,把所有的精力,爱,快乐都寄托在耶万身上,跟他住一起,帮助他,照顾他,要命的粘住了他,压的他喘不过气来,想要逃离这种被控制的生活。精神都要崩溃了的女主人非要他住下不可,这样又忍受了3年,后来他到了另外一个城市找到了份工作。这个美国姑娘,像是块激怒公牛的红布,来招引他回去,每次带着很多礼物来,又歇斯底里的走。

耶万在国外飘了这么多年,没有过上理想中在国外能够多赚点钱,享受日子的生活。现在,工作单位组织一次到西班牙旅游的机会。耶万现在很需要一点打破惯例的生活,所以就把所有的家底掏空了,参加了这次旅游。到了西班牙,给在法国的爷爷打个电话,了解到爷爷正准备做手术。和同行的人商量了一下,都说既然已经大老远的从美洲来到了欧洲,不看一下爷爷,真是太可惜了。所以,买好去法国的火车票,耶万跟旅游团同行的人商量好了,按照周密的旅行计划,在下一个要到的城市的酒店里和同行人会合。过了边境,耶万来到法国。到了爷爷所住的城市,按照地址找到了爷爷家。但是住在邻居的一对老夫妻告诉他,爷爷在另外的一个城市的专科医院里。他们拿着钥匙为耶万开了门,让他住在爷爷的房间里。第二天,还要帮着耶万找到医院的地址,电话,让他跟爷爷通个电话,去看他。这样就改变了耶万的原计划。如果去另外一个城市的话,就意味着要和一道来西班牙旅游的同行人在回程的机场上会合了。

住在爷爷房间的那个晚上,耶万根本没有睡着觉,抽着烟,翻着旧书,老照片,回忆着过去的岁月,直到天亮。早上把那张买好的回西班牙的火车票扔了,又买了张到爷爷所住医院城市的火车票。

抽完了烟, 耶万回到了爷爷的病房,刚进去,就听爷爷说道: “ 耶万,我们到外面会客厅里坐。” 一点都不容分说。“ 三天后要做手术, 没有什么大碍,胆囊小手术. 到了医院开始撵探视的人的时候了,在会客厅我们还能在一起多待一会。”爷爷一面说着,一面下床

耶万小心地帮着爷爷拿着输液架,慢慢地来到走廊。

爷爷扶着耶万的胳膊, 突然用力地捏了一下耶万的胳膊上的肌肉,“真结实啊!” 爷爷说,“你不会想到,你小时候真让人操心呐。” 耶万还从不知道自己小时候的这段经历;“你两三岁的时候,身体不好,四处求医,大家以为肯定过不了这一关了呢,为了救孩子,所有的邻居朋友们都劝耶万的妈妈,无论如何要试一试塞浦路斯的土方法。最后没有办法,只好同意了。嘎丽哦碧太太让她的两个儿子,把你放到一个筐里,提着这个筐四处到邻居家去敲门。喊着:请随便施舍点吧。大家有的往筐里扔面包,有的扔奶酪,有的给硬币,大家都把爱心献了出来 。”

“ 如国你爸爸还活着的话, 绝对不允许这样做,肯定会说这很荒谬,但是, 一个月后, 你却开始恢复健康了。”

“哎, 我们是怎么活过来的呀!屠杀刚开始并不明显。军队中的亚美尼亚人被解除武装,然后被分配去做体力活。他们得不到食物和栖身之处,也不给休息,好多人因此劳累而死;也有的是被直接杀死。土耳其人还命令乡村亚美尼亚人中的成年男子集合,缴出武器,然后把他们押走,或是枪杀或是用刀刺死。女人、孩子和老人则被迫爬大山、穿沼泽、过沙漠,长途跋涉数百英里,最后被送到叙利亚和美索不达米亚的集中营。一路上她们不断遭到押送队伍和当地居民的强奸和抢劫。好多人死于饥饿、干渴和曝晒,或是土耳其人的杀人游戏。”输液管缠到一起去了,输液管中的液体弄疼了爷爷,但爷爷仍接着说: “ 应该由我们自己组织武装来防御。”

来到会客厅, 耶万找了个座帮爷爷坐下,把输液瓶挂在了靠墙的钩子上,继续唠着他们的嗑 。探视的人都呼啦啦从病房里出来了。这时候,突然一个带眼镜的人来到他们跟前,透过厚厚的眼镜片像看一本怪书,又像是看动物园里的珍贵动物一样,看着爷爷和耶万。接着他向爷爷和耶万一一道别,临别还说明天早上还要来,到时候一起好好聊聊。

当他从走廊里刚一消失,爷爷噗哧一声笑道“刚才你在病房外,他问我,我们说的是哪种语言。我也不知道是错了哪根筋,逗他说这个语言是我们村里讲的一种语言。我们村位于靠近克什米尔的巴基斯坦。村里所有的人都死光了,只剩下我们两个幸存下来。他一直往上抬着他的眼镜,不停的说,他对我说的很感兴趣,并且还连连问了我很多问题。他是大学的语言学家,明天他还要来,因为有个他的熟人在病房里。你瞧,我把他引进了沼泽,他是越陷越深呀,他说他还要问我很多相关的问题呢。我给他编了一个很不错的故事。是不是?”说完,爷爷和耶万一同忍不住放声大笑。突然,爷爷问:“ 耶万, 你有钱用吗?你还过得去吗?如果我还能再活两天的话,到下月初,你就可以拿到我这些年的全部的退休金,你一定要去领呀。”耶万还没等爷爷说完, 赶紧想阻止爷爷的话。但是爷爷还在坚持,继续说道:“你只要拿着我的身份证就可以取,身份证在我的床头柜里。”

当天晚上,耶万踱来踱去,思前想后。最后,数了数口袋里的钱,定了个最便宜的旅馆准备过夜,买了个三明治和一杯咖啡。接着,又从旅馆里出来,走到街上,边踱着步子,边想着接下来该怎么办:无论如何也不能把爷爷丢在这里,爷爷后天做手术,至少需要15天的时间才能出院。但如果决定留下来的话,必需要找一份工作,越快越好。明天,或后天就开始工作,这样就可以天天来看爷爷了。耶万这样想着,走在一条很窄的路上,冷风吹着他的脸,眼睛里浮现出塞铺路斯和妈妈的影子。耶万把领子竖了起来,把手揣到口袋里,吹着Ararat, Araratma 的口哨, 才不感觉那么冷了。来到桥上,低头看着脚下的流水,把回美国的机票从口袋里拿了出来,松开了手,机票掉到了打着转的水里。

第二天,起了个大早,耶万焦急地等待着到中午探视病人的时间,好跑去告诉爷爷自己打算留下来陪他的计划。他意不可待一路小跑来到医院爷爷的病房,但是爷爷的病床却被一个屏障拦住了,透着一个缝隙望进去,看到爷爷一动不动,鼻子上全插着是管,手被放到了肚子上。只听有人在旁边说:“是病情恶化了,早就应该立刻做手术的,肿瘤已经扩散了,半小时前刚刚去世。”

耶万听着这突如其来的噩耗,一下子摊在地上。站在耶万一旁,那个昨天临走时向他们道别的眼镜先生,赶快把他扶到了椅子上,他不停的安慰耶万.临别时,还让耶万无论如何一定要和他联系,千万不要就此消失掉.还要耶万的住址,但是耶万不清楚具体住址.所以,眼镜先生说一定要打电话给他,还从他的口袋里拿出了名片,强调来强调去,一定要跟他联系。

下午,把爷爷安葬完,耶万跪在爷爷的坟前。耶万心里直为爷爷难受,爷爷怎么就这样去了,被人扔在病床上,肚子上还带着三个塑料管,手上插着两根输液管,心脏上插着探针,怎么这样就去了,特别是像这样的,钉在了床上。要知道这样,就应该把爷爷带回他山脚下的家里,热热的壁炉,院子里马厩中钟爱的马儿们,周围美丽宁静的村庄,和山脚下那望不到边际的大海。那才真是人间天堂啊。。。。。。。。。。。。。。。。。。。。。。

耶万在街上漫无目地的四处闲荡,累了,就坐在街道旁的椅子上,然后不知不觉来到了广场中心,这已是爷爷去世后的第四天了,耶万又饿又累,靠着一个电话亭边上的栏杆歇息。电话亭里穿着一套宽大衣服的青年,因为没能打通电话,狠劲的把听筒愤愤地挂了,返回的硬币啪啪地响着,只见此人急匆匆地走了.

这使耶万突然想起了眼镜先生 ,进到电话亭,不等细想,塞进了硬币,给眼镜先生挂了电话。两个小时后,衣服满是皱褶,拖着一条极度疲乏的身体,睁着通红眼睛的耶万,敲开了眼镜先生的办公室,耶万受到非常热情的接待,接着被介绍给了眼镜先生的同事芳苏认识,芳苏对他也格外的热情,他们立刻把耶万带到教授跟前,看到他,教授就开门见山的说:听他的助手说在靠近克什米尔的巴吉斯坦,有一个小村庄,饥饿和流行病使这个村庄的人口大大减少.又因为持续的战争,使村庄的人民处在水深火热之中。1946 年的战争,全村人,只有他一家活了下来,由于很多原因,后来家里也只剩下爷爷和耶万了,村里即使还有活下来的一两个人的话,也都流落在巴基斯坦或是印度了。因此,现在也只有爷爷和耶万两个人知道即在狱中用的一种特殊语言,爷爷在这个村庄从小到大生活了大半辈子,是此种语言的真正的使用者,不幸的是刚刚去世了.耶万也在童年时代,在家里使用过这个语言.现在他虽然背景离乡,却给科学家一个在他帮助下研究此语言的机会,他们对此事非常重视,希望耶万给予极大的帮助.知道爷爷的过世对他打击很大,所以不必立刻开始,可以先休息十来天.还说他们十分理解耶万此时的心情,大老远的来看望做手术的爷爷,没有工作,经济也很拮据。但是教授却非常肯定的向他解释了耶万对他们的价值:大概十年前,在班达尼亚岛上发现了一群有着自己独特语言的部落后,美国的一所大学,专门派一名教授和两个帮手实地进行研究考察活动,耗资上百万美金。 现在这种情况,天赐良机,学校肯定不会放弃的,学校会提供一间宿舍给他,立刻由语言系给他发工资,并且马上向大学申请丰厚的科研费,说他的工作不仅是对他们的语言不至于有消失的危险,而且对他人民的一大贡献,是对科学家发现新领域的重大贡献。还说知道爷爷是他在世上唯一的亲人,所以先节哀一段时间.有什么需要的,全部由芳苏全权负责等等。说完了这些,芳苏把耶万带到了他的宿舍,房间很舒适,在桌子上放着一个装着钱的信封,芳苏告诉他,这些先是他头几天的生活费,直到一切都走上正轨。漂亮甜甜的芳苏笑着向他解释,并劝说着让耶万安心地住下。

耶万因这个荒唐的故事,受到如此热情的款待而感到很难为情,难受得说不出话来。芳苏却舒服的坐在沙发上,兴致勃勃地谈论着,耶万注意到芳苏那漂亮的腿交叉的搭着,一条影子从膝盖往上,越来越深。

芳苏不停地感叹着这个语言的价值!没有人知道的语言,还没有一名语言学家研究过!芳苏对耶万说,她们学校碰见他真是太幸运了。她原来有自己另外一个课题,但是有这么一个令人振奋的项目,在教授和眼镜先生的许可下,先把自己的课题暂且放到一边,要一起先研究这个新的课题。

芳苏对语言达到了痴迷的地步,这是她的生命。这一年工作非常辛苦,在对全国各地的婴儿的语言进行研究,课题叫<<婴儿语言>>, “婴儿用你的语言怎么说?”耶万被芳苏突如其来的问题,感到有点不知所措,慢慢的吸了口烟,胡乱说了一个词。 接着又胡乱的回答了芳苏的追问,老人,男人,和女人在所谓他的语言中的说法。芳苏向耶万介绍说,他们这位教授是语言学界的权威,很受人尊重.另外,那个眼镜先生也是非常有前途的年轻人,她自己强烈要求在他们的队伍中工作,这样对自己的事业前途是非常大的帮助。还说干她们语言研究这行的,是非常辛苦的。在一个多小时的谈话过程中,当耶万几次被问到某个词,如何用他的语言说的时候,耶万恨不得从地缝中钻进去,十分为难。

当芳苏向耶万道了晚安离开后,耶万立刻下了楼,买了一盒烟,并且想找一个餐馆,先填填饥肠辘辘的肚子。当饱餐一顿后,耶万点上了一支烟,盯着空盘子,想着自己刚刚编的7个单词,这可是他的衣食来源。但危险的是,他怕连自己发明的词都忘记了。一旦被问到同一单词,又说的和以前的不一致,那可露馅了。想到这,耶万赶紧追忆,把那几个单词写到了烟盒上。决定回家找张纸,重新写上,再编些新的单词,把它们都记住,以备后用。想好了,明天一看到他们,第一个单词要说的是 “MANTIK”。耶万打算再等两三天后,等自己彻底休息过来后就离开法国。

十五天过去后,耶万改变了当初的想法,想留下来了 。从芳苏开始的几天来宿舍看他,他们在沙发上促膝长谈各自生活,和对社会的看法,发展到后来,他们在公园的小路上,喷泉边的长椅上,安静的小酒吧出没的影子。他们快乐地谈论着ME-NI-ZO-NAL,之所以耶万这样称呼自己的语言,是因为记得爷爷说过关于A-R-ME-NI-ZO-NAL,* (扬帆远航的意思) 所以就这样,按照同样的原理,删剪字母,重组单词,慢慢的不知不觉之中,编成了50 个以上的单词,当被逼急了的时候,还可以造成些句子呢。

耶万开始喜欢上了这个荒唐的玩笑,时不时的向芳苏蹦出些他发明的单词。一天下午,芳苏邀请耶让到家里喝咖啡,当时正好眼镜先生也路过,眼镜先生被芳苏如此熟悉的招呼耶万到橱房里帮忙的举动,十分的惊讶。接着他们开始谈话,当谈到关于MANIZONAL的时候,眼镜先生难住他几次。眼镜先生是那么的专业,和芳苏一起,耶万更是难以对付。

他们连连不断地问着问题,为了让耶万能够更好的理解,还从法语翻成了英语。这样也给耶万提供了一个思考和回答的机会。直到眼镜先生从沙发上起来,耶万已经满手心都是汗了。眼睛先生说有人在家等他,却没有指明言外之意的妻子。 芳苏建议星期四他们再聚一聚,继续谈没有谈完的话题。

星期四的早上,耶万在家里真是忐忑不安,实在是无法想像今晚的又一轮的轰炸。这时有人敲门,“TSESELANT MERANTA ”芳苏刚进门,向耶万生硬地打着招呼。

“ LANT LINTE” 耶让不加思考的应答,心里却嘣嘣直跳,这是他们第一组能够彼此对话的句型。

芳苏是路过,来向他道早安的.不知怎么回事,芳苏走后,耶万作了留下来的决心。这就意味着无论如何也要想办法应付眼镜先生。耶万一整天坐在那里思考,回想他所有说过的单词,使劲记住那些新编的单词,再把这些词按照一定的顺序组成句型。为了便于记忆,他还按照美国歌曲的音调,把他发明的词编了两到三首歌曲。忙了一整天,累了个死去活来。傍晚来临,马上到了又一次会面的时间,耶万开始紧张起来,不停地冒着冷汗。踱来踱去,坐立不安。谢天谢地,多亏那晚还有不少其他的同事,谈了许多其它课题的事情.耶万没有成为攻击对象。 这可让眼镜先生着急的要命,却又不便扭转大伙的话题,于并让他在星期一务必来他办公室,还时不时的用审视的眼睛盯着他和芳苏。

耶万感到自己是那么地无奈,想到如果真的像他们说的一样,将来会有人专门纪录,有人采访,给他印名片,上电视等等,真是可怕。如果现在他说出真相,也可能一下子此话题就无人问津了.耶万想着,这戏无论如何也不能再继续演下去了。星期六,他没有去找芳苏,却在冰冷的马路上走着,似乎这条路没有尽头。到了星期天一早,耶万就再也忍不住了,敲开了芳苏的门。

一见面,芳苏就抱怨他:”找的我好苦,你到哪里去了?”他们坐在沙发上,那漂亮的腿交叉搭着的缝隙处之上,似

乎发着光,灼着耶万的眼睛。芳苏耽心的问他怎么了哪里不舒服,耶万吞吞吐吐,欲言又止。突然,芳苏问:“我需要你,在你的语言里怎么说?”

耶万直觉双腿发软,想说的词像巧克力一样化在了嘴里。

“BAMEFAL” 耶万回答着,这个单词的创造真是天才的杰作。那上下碰撞的嘴唇,象一对恋人在表达着爱情。。。。B字,两唇轻轻地靠在一起,A字稍做休息,M字两唇紧抿住,E字再做间息。F字是重音后快乐地跳跃,A 字轻轻地吸一口气,L字又是快乐的字符。    “BAMEFAL”耶万说着,逼近了芳苏,芳苏对此举动并不吃惊,似乎等待已久了,接下去两个人紧紧地抱在一起,熊熊的烈火点燃了两个年轻人的心。。。。。。。。。

第二天一大早,耶万醒来,柔情脉脉的看着怀里的芳苏,轻轻的抚摸着她的长发。看了看表,已经过了约好要到眼镜先生办公室的时间,耶万正在想着所有发生和将要发生的事情,不禁心头一紧。芳苏醒来了,又去搂耶万的脖子,耶万紧紧的把芳苏搂在怀里,和她一起坠入到爱的海洋,对世间的一切,已经全都忘记了。

耶万来到了眼镜先生的办公室,对自己的迟到表示了抱歉.但是,眼镜先生却一反他学者的架势,非常客气地表示并不在意,接着对耶万说:他的一个搞研究的朋友听说了这种对未知语言的发现,表示此语言不仅应该在语言系的科研大会上公布于众,而且要有这种语言的词汇集,以便进行比较和推论,所以非常迫切期待这词汇集的完成,希望到星期三他能够把词汇集交给他或者芳苏,还希望完成词汇集之前,耶万能够把一套关于房子的词汇表用他的语言填好.当眼镜先生说到芳苏的时候,用了一种非常宽容的失败者的口吻,他已经明白了所有的一切。

连续两天耶万在家里拿着包含数十个单词的词汇表:门,窗,楼梯,屋顶,地板,卧室,庭院等等,实在是不知如何在旁边添上相应的词汇。耶万曾经想到欲把所有的实情都告诉给芳苏,但是,芳苏又该怎样看他呢? 当天晚上,躺在床上,芳苏对他说:“如果一切正常,他们要一起生很多孩子,教他们MANIZONAL,慢慢的这门语言将会逐步进化和传播,直到全世界。耶万被这想法陶醉了,有种创造者的感觉,像亚当和夏娃,如果失去了两个中的任意一个,都不会有人类文明的产生和进化。

那天早上,当耶万从眼镜先生的手里接到这个词汇表的时候就意识到这样无序的编造是不对的,应该更系统一些。坐在书桌旁,耶万缴尽脑汁地想到,如果他把词汇表上的每一个单词的字母位置重新排序,重新标音,按照他所知晓的语言重新组合,这样耶万就能够造出便于他记忆的新的单词。因为这些新组合的单词都是按照他的记忆里的词汇重组,所以耶万无论是碰到阴性,多音节,还是名词,他都能立刻找到一个新单词的。。。。。。.

现在,耶万总算松了口气,单词已经编了超千个,新单词也随用随编。他已经不用死记硬背就能够不出错地自由地交谈了,而且还融会了如何为自己的语言辩护,越过眼镜先生的疑惑.几天前,当耶万跟他说了MENIZONAL的一个很有哲理的单词,眼镜先生非常吃惊地说:“想不到在那人烟荒芜的农村,竟然能够有如此深层含义的单词。”耶万强调指出:“知道在亚历山大附近一个叫石卡达卡塔尔的城市吗?保留下来的文物都让当今的人无法思议。”耶万死盯着眼镜先生的眼睛,强调指出:“我们的语言是有悠久历史的!”

现在耶万可以为自己发明的这套语言自豪了.从语言最基本的框架形成,到逐步完善,包括用来表达某词与句中其他各词的关系的格,到介词,到动词结尾变化,样样俱全。这门使耶万曾煞费心机,担心,害怕的语言,现在真可以为此语言的诞生而心醉了。

二十五天过去了,是将耶万和他的语言在语言系的科研大会上公布于众的时候了。首先要做的是对此语言的一个简单介绍。耶万坐在被指定好的第一排的位置上,前面讲台上坐着教授和眼镜先生,下面全部是助教和学生们,耶万感到—自己和这种场合非常不相称,到处在找自己的精神支柱——芳苏!三天前,芳苏说要到临近的一个城市去看她的一个亲戚,但说过一定在科研会开始前早早赶来,到现在却迟迟没有露面。教授这时已经开始说话了:“今天有三个内容,第一个也是最最重要的是介绍语言 MENIZONAL, 我们的语言系非常荣幸地能够第一个,而且是唯一的开始对此语言进行研究的单位,需要费很大的精力进行更深入的发现和研究。。。。。。”他还讲到MENIZONAL的目前情况,他说这是一块被人遗忘的宝贝.一个极小的已经消失了的部落,现在正在和唯一一位对这部落有了解的人合作,表示希望任何一个词,也不能让它在地球上消失.可喜的是眼镜先生只用了几天的时间对此语言科学系统地进行了初步研究,他将把他初步的发现给我们做一个简单的介绍.。这下给在场的所有人的胃口都吊了起来,眼镜先生被很客气的请上了台。                                 耶万脚都坐麻了,换了一下姿式,但是芳苏还是没有露面。眼镜先生开始讲话了,解释,分析,对照,还时不时地给予对这种编造的语言的价值进行评论。                     耶万突然眼睛一亮,只见芳苏从门口走进来,他希望能够碰到她爱慕的眼光,但是芳苏却下了决心似的怪直走到奖台,对着讲台下面的人高喊:“假的,全是骗人的!”        众人一片哗然,天使般的面容是如此的冷酷!           芳苏在讲台上向众人声明,这个语言是多种语言的重新组合,她花了3天时间,静下心对此语言进行思考,把一个个的疑点逐一地,综合地分析后,发现一开始的某些单词和后来的不一致,开始的几十个单词的唇音较多,更自然的说上口,后来清浊音逐渐增多,这就给她带来了很多疑点和悬念,接着她开始重新审视这个语言的基本框架,和这个骗子是如何创造了这门自创的语言的全部过程。

立时有人高喊!“去叫警察.”, 有的人却反对这么做,说这样的话会把这个学校的脸丢尽的。整个会场的人工业们都把唾弃的目光投向耶万,忿忿地散去了。       耶万避开人们的眼光,慢慢地走出会场,在走廊的拐角处,和抱着一堆书,刚准备进眼镜先生办公室的芳苏打了个照面,耶万站在那里,用冲满疑惑的眼睛看着芳苏。

“这是科学!”芳苏气愤地朝他叫着,用手指着他,宛如在用锯割他的心。芳苏怪直走进了眼镜先生的办公室,啪地一声,把门关上了。这回,耶万看清了门上的牌子,在总是忘记的眼镜先生的姓名前,写着博士的字样。

科学家毕竟是科学家,靠她(他)们自己揭开了事情的真相. 耶万躲进宿舍, 他想了很多很多,心里无尽的哀愁,就如同那海尽头的乌云,压在心头。还好,当晚没撵他走.第二天一大早,饥肠辘辘的耶万独自在街上漫无目的地走着,他感到特别的冷,抬头远望,只见天边露出了一丝曙光。耶万拐过了一个小巷后,突然发现有一个小社区. 摆地摊的人们正在路边摆货,店门口,已经摆着蔬菜筐了。路边上有用枝条和纸盒堆的小火堆,一些人把手放到火堆上来取暖,还在火上煮着共用的咖啡,作坊里传来了第一下的锤子声,院里的嬉笑声传来。这时突然听到有人在高声打着招呼:                                                “MEVTIK” 只听另外一个人更高声的回答                   “TSESE LANT MERANTA” 耶万吃了一惊,竖起耳朵,很仔细地继续往下听他们之间的谈话.心中一阵惊喜, 原来他们说的是 MENIZONAL ,他的语言。

被逼无奈下的耶万,快速合成了一种语言—ME-NI-ZO-NAL真相大白后,遭到了众人唾弃。包括他最挚爱的人芳苏在内。没想到生活往往给我们开着奇怪的玩笑。 他竟然和说着MENIZONAL 的少数民族,不期而遇了。。。。。。

Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων στην Κύπρο Β’μέρος. Παλαιότεροι λογοτέχνες και η παράδοση της σκυτάλης Η Ελληνική και η Κυπριακή πόλη των ιδεών

Οκτώβριος 28, 2012

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο: Αν είναι καίριο και αμετακίνητο το: «φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου», τότε για έναν δημιουργό, για έναν συγγραφέα και καλλιτέχνη, παραμένει αμετακίνητο και ισχυρό το: «φιλοσοφία της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η παράδοση της σκυτάλης».

Όλοι οι δημιουργοί όταν πρωτομπαίνουν στην αρένα σκέφτονται μόνο το δικό τους έργο. Είναι απλό και φυσιολογικό, ο συγγραφέας και ο καλλιτέχνης όταν είναι νέοι αδημονούν να βγουν στη πιάτσα, να παρουσιαστούν, να τονίσουν τη δική τους συνεισφορά, να γίνουν γνωστοί και να καθιερωθούν. Πολύ σημαντικό παραμένει το ότι ο νέος δημιουργός δεν είναι ακόμη σίγουρος για τον εαυτό του και το έργο του και δεν αισθάνεται ότι έχει τη δυνατότητα και την πείρα, που τον καθιστούν άξιο για να συμβουλεύσει άλλους, είναι μικρής ηλικίας και δεν νιώθει ακόμη το θέμα της συνέχειας και της παράδοσης της σκυτάλης.

Συνήθως, στους κύκλους των δημιουργών,  όταν πετύχουν την εγκαθίδρυσή τους και την αναγνώρισή τους, μετά το μεσοστράτι της ζωής τους, αρχίζει η συνειδητοποίηση της ιστορικής τους οντότητας. Ότι αποτελούν απλώς έναν κρίκο σε μια αλυσίδα δημιουργών,  ότι πριν απ’ αυτούς υπήρξαν άλλοι συγγραφείς και καλλιτέχνες  και ότι ύστερα απ’ αυτούς θα υπάρξουν άλλοι. Και ότι, πέραν από τη δική τους συμβολή και την προσωπική τους συνεισφορά, σημασία έχει η συνέχεια. Ότι αυτοί, όπως είναι φυσιολογικό, θα αποχωρήσουν από τον κόσμο αυτό και δεν θα σταματήσει, κι ούτε πρέπει να σταματήσει, η τέχνη και η δημιουργία. Πώς, λοιπόν,  η τέχνη που υπηρέτησαν και υπηρετούν θα καλλιεργηθεί από νέους δημιουργούς; Και τότε, με την ηρεμία και άνεση του μεγάλου στην ηλικία, του  αναγνωρισμένου και καθιερωμένου, αρχίζει το θέμα της ανίχνευσης του ικανού νέου για την προώθησή του και το ξεμπρόστιασμά του. Ποιος θα συνεχίσει για να κρατήσει το καντήλι αναμμένο; Ποιος θα συνεχίσει άξια και ευπρόσωπα; Ποιος θα κρατήσει τη σκυτάλη; Και υπάρχουν πολλές συγκινητικές ιστορίες νέων δημιουργών που βρήκαν τη θερμή συμπαράσταση και τη σωστή συμβουλή και καθοδήγηση, που βοηθήθηκαν από καθιερωμένους ομότεχνούς τους και έτσι προχώρησαν με επιτυχία. Κάποτε μάλιστα, αυτοί οι παλαιότεροι και καθιερωμένοι ένιωθαν ότι οι νέοι που βοηθούσαν θα τους ξεπερνούσαν και θα τους έσβηναν απ’ τον χάρτη της τέχνης γιατί φαίνονταν ποιοτικότεροι και πιο ταλαντούχοι. Και προχώρησαν στη βοήθεια αυτών των νέων γιατί  η αγάπη και η στοργή για την τέχνη, που πρέπει να συνεχίσει η καλλιέργειά της  από νέους δημιουργούς, υπερβαίνει την προσωπική φιλοδοξία και τον εγωισμό, γιατί «φιλτάτη» η ποιοτική συνέχιση της τέχνης που υπηρετούμε και αγαπούμε.

Στην Κύπρο αυτά παραμένουν άγνωστα ήθη της πνευματικής μας ζωής. Το χειρότερο: οι εγκαθιδρυμένοι και αναγνωρισμένοι του κυπριακού τοπίου, παραμένουν διαλυτικά στοιχεία του κοινωνικού και πνευματικού ιστού. Εκεί που αλλού βοηθούν τους νέους, εδώ τους αντιμετωπίζουν εχθρικά. Οι αναγνωρισμένοι δημιουργοί του νησιού, οι πολυπροβαλλόμενοι και συσσωρεύοντες ποικίλα βραβεία και επαίνους, είναι εγωκεντρικοί και κοιτάζουν μόνο τους εαυτούς τους, στρέφουν την πλάτη στους νέους ανθρώπους. Το χειρότερο, άνθρωποι μεγάλων ηλικιών, που πλησιάζουν κάποτε τα 70 ή και τα υπερβαίνουν, παρά τα ποικίλα τρόπαια και τις βραβεύσεις του κυπριακού χώρου,  συνεχώς μουρμουρούν και παραπονιούνται παρουσιάζονται ανικανοποίητοι και χωρίς ηρεμία ψυχής.

Κάτι λειψό συμβαίνει λοιπόν  στο θέμα της αναγνώρισης, κάτι απαράδεκτο συμβαίνει στο θέμα της ενίσχυσης των νέων  και πρέπει να το δούμε και να το ψαύσουμε.

Πολλοί οι λόγοι γι’ αυτή τη στάση, ένας από τους σημαντικούς είναι ότι ο Κύπριος δημιουργός, συμπλέοντας συμφεροντολογικά με τα διάφορα νεοκυπριακά ιδεολογήματα, είδε τη δημιουργία στην Κύπρο ξεχωριστά και μεμονωμένα από την ευρύτερη ελληνική. Όμως όλοι, ακόμη και οι πιο πολυβραβευμένοι, καταλαβαίνουν ότι η «των ιδεών  πόλις» όπου θέλουν να πολιτογραφηθούν δεν είναι η κυπριακή. Μπορεί να υπάρχει το κυπριακό κράτος αλλά η «ιδεών πόλις» είναι μία, στο λογοτεχνικό και ευρύτερα πολιτιστικό δεν υπάρχουν σύνορα, υπάρχει μόνο ο ενιαίος χώρος της ελληνικής πολιτιστικής δημιουργίας. Η κυπριακή πόλη των ιδεών αποδεικνύεται εικονική πραγματικότητα, τα πράγματα παίζονται και διακυβεύονται στην εθνογλωσσική ενότητα του πανελληνίου. Και η επικράτησή τους μόνο μέσα στην κυπριακή πραγματικότητα κάποια στιγμή αποδεικνύεται φενάκη και ψευδαίσθηση. Μπορεί να μην το έχουν συνειδητοποιήσει εντελώς όλοι, όμως, έστω και υποσυνείδητα, ξέρουνότι οι πολλές προβολές και συνεντεύξεις, τα πολλά βραβεία και το μεγάλο κομμάτι από την πίτα της κυπριακής αναγνώρισης που πήραν, συνήθως δεν αξίζουν. Ότι ακόμα δεν έχουν γίνει δεκτοί στην πραγματική πόλη των ιδεών, αυτή του μεγάλου πανελληνίου. Γι αυτό και δεν μπορούν να στραφούν στους νέους, να βοηθήσουν και να καθοδηγήσουν, γιατί βοηθούν και συμβουλεύουν αυτοί που κατέκτησαν επάξια μια θέση, που έχουν, με την ποιότητά τους, αναγνωριστεί.

Τώρα φαίνονται οι βλακείες μιας ανεδαφικής λογικής που επικράτησε τα τελευταία σαράντα χρόνια. Συσσωρεύουμε τα αρνητικά φαινόμενα μιας γελοίας ιδεολογίας, δρέπουμε τους καρπούς ενός ανιστόρητου αποπροσανατολισμού.

Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πλήρως το θέμα αυτό, οι  μεγάλοι και καθιερωμένοι μας θα συνεχίσουν τη μουρμούρα και την παραπονεμένη στάση και η μοναξιά των νέων μας θα συνεχίσει κι αυτή σκληρή και επώδυνη.

Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ

Οκτώβριος 23, 2012

[Ελεύθερη απόδοση της μαγνητοφωνημένης εισήγησης]

Α. Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Νιώθω τυχερός που η εισήγησή μου είναι η τελευταία γιατί οι προλαλήσαντες βοήθησαν πάρα πολύ ξεκαθαρίζοντας όρους και διαγράφοντας βασικά γνωρίσματα της σχέσης του διανοούμενου  και της κοινωνίας. Έτσι μπορώ να επεκταθώ και σε μερικά άλλα πράγματα.

Στην αντίστιξη: «Πολιτεία και Μοναξιά», ο διανοούμενος και ο πνευματικός δημιουργός γενικά, πρέπει να έχει την ευαισθησία  να κατανοήσει, στη χρονική συγκυρία που βρίσκεται, ποια πρέπει να είναι η δική του στάση. Κάποτε χρειάζεται ο δημιουργός να απομονωθεί για να γλιτώσει από την περιρρέουσα έκπτωση και φθορά, η απομόνωση και η μοναξιά υπερασπίζονται τον εαυτό του και το έργο του. Κάποτε όμως η συγκυρία επιβάλλει να βγει στην κοινωνία, να μιλήσει, να διαφωτίσει, να αναλάβει τον κοινωνικό του ρόλο. Τι επιβάλλει λοιπόν στον πνευματικό άνθρωπο η κυπριακή   χρονική συγκυρία; Φυσικά, πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψη μας ότι το καίριο και σημαντικό παραμένει η ποιότητα του έργου που θα καταθέσει ο δημιουργός είτε προτιμήσει τον εγκλεισμό και την απομόνωση είτε επιλέξει την πορεία μέσα στην πολιτεία. Στην Κύπρο λοιπόν πιστεύω ότι, πέραν του έργου που θα καταθέσει, επιβάλλεται η συμμετοχή του πνευματικού δημιουργού στα δρώμενα του κοινωνικού του χώρου, στην εμπλοκή του στις εξελίξεις και τη δραστηριότητα της πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής. Το ζητά ο καιρός και ο τόπος, το νησί περνά μια από τις πιο δύσκολες εποχές της ιστορίας του.

Πιστεύω ότι στο θέμα αυτό υπήρχε μια θετική παρουσία των Κυπρίων δημιουργών, που φαίνεται πιο σημαντική αν συνυπολογίσουμε δύο άλλα βασικά δεδομένα της κυπριακής πραγματικότητας.

Το πρώτο είναι οι αναγκαία ένταξη των διανοουμένων και πνευματικών δημιουργών στον κρατικό δημοσιοϋπαλληλικό μηχανισμό. Λόγω του μικρού μεγέθους της κυπριακής κοινωνίας όσοι ασχολούνται με τα γράμματα και τις τέχνες είναι ενταγμένοι, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στις κρατικές υπηρεσίες. Οι μουσικοί και οι ζωγράφοι είναι καθηγητές μουσικής και τέχνης στα γυμνάσια και λύκεια καθώς και οι ερευνητές και λογοτέχνες στην εκπαίδευση ή σε μερικές άλλες υπηρεσίες. Σε άλλες χώρες, που πληθυσμιακά είναι μεγαλύτερες και πιο ολοκληρωμένες, εθνικά και κοινωνικά, υπάρχει ένα σημαντικό στρώμα διανοουμένων που είναι έξω από τη δημοσιοϋπαλληλική ζωή, είναι αυτοεργοδοτούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες ή, το πιο σημαντικό, ζουν από την πνευματική και καλλιτεχνική τους εργασία, τα βιβλία ή τους πίνακές τους που τους εξασφαλίζουν την οικονομική τους ανεξαρτησία. Δεν είναι κακό που στην Κύπρο είμαστε ενταγμένοι στο κρατικό μισθολόγιο φτάνει ο ίδιος ο δημιουργός να διεκδικήσει, όντας μέρος της δημόσιας και κρατικής υπαλληλίας, το δικαίωμα της αυτονομίας του και της ελευθερίας της έκφρασής του. Εκτός από την διεκδίκηση, εκ μέρους του διανοούμενου, της αυτόνομης και ανεξάρτητης φωνής του, σημαντικό παραμένει η θεσμική κατοχύρωση, εκ μέρους της κοινωνίας, αυτού του δικαιώματος, ότι ο πολίτης μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα και να ασκήσει κριτική ανεξαρτήτως της δημοσιοϋπαλληλικής του ιδιότητας. Είναι γεγονός ότι στο θέμα αυτό έχουν γίνει αρκετά βήματα και με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των δημοσίων υπαλλήλων θα κατοχυρωθεί πλήρως.

Το δεύτερο, είναι η αδυναμία άσκησης της ζωογόνου κριτικής λόγω, πάλιν, του μικρού χώρου όπου κινούμαστε και της αλληλογνωριμίας όλων των διανοουμένων. Η αυτόνομη και κριτική φωνή χρειάζεται και την αναγκαία αποστασιοποίηση, την αποδέσμευση από σχέσεις, συγχρωτισμούς και γνωριμίες. Η καθημερινή, σχεδόν, τριβή όλων των διανοουμένων μεταξύ τους εμποδίζει τη σωστή κριτική αποτίμηση και εξαναγκάζει, σχεδόν όλους, στα συμβατικά καλά λόγια για κάθε βιβλίο ή άλλη πνευματική παραγωγή του νησιού. Όμως έτσι δεν προχωράνε καλά τα πράγματα γιατί σημαντικά και ασήμαντα, πρωτεύοντα και τριτεύοντα, ισοπεδώνονται στην αναγκαιότητα του επαίνου και του εύσχημου τρόπου παρουσίασης που επιβάλλει η στενότητα και ο συγχρωτισμός.

Προχωρώ σε δύο, πολύ σημαντικά σημεία του θέματός μας που είναι α) η συμπλεγματική και επαρχιώτικη στάση, παλαιών και νεοτέρων, απέναντι σε ξένα ρεύματα ιδεών, απόψεις και ιδεολογίες και β) η μη βοηθητική, για τους νέους δημιουργούς, στάση των παλαιότερων και αναγνωρισμένων.

Όσον αφορά το πρώτο: Συνήθως όταν έρχονται σε επαφή και γνωρίζουν ένα ξένο ρεύμα ιδεών, οι κύκλοι των διανοουμένων μας έχουν μια επαρχιώτικη νοοτροπία δέους και θαυμασμού, παραμένουν κεχηνότες και χάσκοντες απέναντι στο εξ Εσπερίας προερχόμενο, του παραδίδονται αμαχητί. Κι αυτή η στάση δεν χαρακτηρίζει μόνον τους κύκλους των Κυπρίων διανοουμένων αλλά και εκείνους του ελλαδικού χώρου που, ως ευρύτερος και με μεγαλύτερη δυναμικότητα, έπρεπε να παρουσίαζε περισσότερες αντιστάσεις. Δεν υπερασπίζομαι καμία καθαρότητα, δεν υποστηρίζω την περιχαράκωση και την απομόνωση. Υπερασπίζομαι την κριτική στάση, που διαλέγεται πριν να αποδεχθεί ή να απορρίψει. Που πρέπει να πλησιάζει κάθε νέο ρεύμα ιδεών έχοντας προηγουμένως αφομοιώσει την παιδεία και τον προβληματισμό που έχει κατατεθεί στην ελληνική γλώσσα από τους προσωκρατικούς μέχρι σήμερα, που έχει αφομοιώσει την παιδεία και τον προβληματισμό που έχει κατατεθεί από πλήθος ξένων διανοουμένων και συγγραφέων. Αρνούμαι απλώς την άκριτη υποδοχή και παραδοχή. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα με την ετερότητα που εισήλασε τα τελευταία χρόνια. Συνεχώς θα συναντήσεις σε πληθώρα  κειμένων την εμμονή για την «ετερότητα και το βλέμμα του Άλλου» (το άλφα κεφαλαίο). Εν πρώτοις δεν μπορείς να συμπιέσεις και να περάσεις μέσα από τον ισοπεδωτικό μηχανισμό της «ταυτότητας και ετερότητας», το πλούσιο, πολύπλοκο, αντιφατικό, πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Μέσα από τέτοια μανιχαϊστικά σχήματα πολλοί και διάφοροι ξαναπέρασαν τη λογοτεχνία που βγήκε, ευτυχώς, αλώβητη. Από την άλλη θα ήταν πιστεύω καλύτερα αν όλοι αυτοί οι Έλληνες, διαπρύσιοι ιμάντες και προωθητές της ετερότητας και του βλέμματος του Άλλου (το άλφα, πάντα, κεφαλαίο),  ήξεραν ότι το θέμα αυτό έχει συζητηθεί αρκετές φορές στον ελληνικό χώρο, (χωρίς μάλιστα τον ολοκληρωτικό τρόπο που χαρακτηρίζει την μοντέρνα εκδοχή), αν ήξεραν ότι το «ήθος ανθρώπω δαίμων» του Ηρακλείτου είναι από τις πρώτες συμβολές στη συζήτηση περί ταυτότητας και ετερότητας. Ακόμη ένα άλλο παράδειγμα από τον ελλαδικό χώρο θα φωτίσει καλύτερα τα πράγματα που μας απασχολούν αυτή τη στιγμή. Πριν από μερικά χρόνια ο Μπαμπινιώτης είχε παρουσιάσει σε εκδήλωση στην Αθήνα τρία γλωσσολογικά βιβλία του. Λίγες μέρες αργότερα, σε σημείωμά του στην εφημερίδα Το Βήμα, ο Α. Λιάκος σάρκαζε για την παρουσία στην εκδήλωση διαφόρων επισήμων, υπουργών και άλλων αξιωματούχων, εν ενεργεία ή συνταξιούχων. Αν ήταν στην Αμερική, τόνιζε, ανάμεσα σ’ άλλα, ο Α. Λιάκος, δεν θα υπήρχε αυτή η σύναξη αξιωματούχων για την παρουσίαση ενός βιβλίου του Τσόμσκυ.  Εν πρώτοις ο Μπαμπινιώτης δεν επαίρεται ότι έχει τη ριζοσπαστική πολιτική στάση του Τσόμσκυ που αποτρέπει την παρουσία πολλών αμερικανών αξιωματούχων σε εκδηλώσεις για βιβλία του αμερικανού γλωσσολόγου. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι Αμερικανοί δεν έχουν την ίδια ευαισθησία για τη γλώσσα τους που έχουν τα μικρά κράτη. Η αμερικανική γλώσσα προωθείται και επιβάλλεται, αυτόματα και χωρίς κάποιο κεντρικό σχεδιασμό, με χίλιους τρόπους, από το Χόλυγουντ και τις ταινίες του, από τις αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές, από τα νέα προϊόντα και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Είναι, λοιπόν διαφορετική  η στάση και το ενδιαφέρον του λαού, των διανοουμένων και της καθεστηκυίας τάξης μιας χώρας όπως είναι η Βουλγαρία, η Ελλάδα, ή η Αρμενία, χώρες με λίγο πληθυσμό και χωρίς την οικονομική και άλλη δύναμη των ΗΠΑ. Ο κ. Λιάκος λοιπόν αγανακτεί και σαρκάζει γιατί δεν είμαστε, στο θέμα της γλώσσας, σαν τους Αμερικανούς. Μα δεν είμαστε Αμερικανοί. Είναι τόσο απλό.

(Ακολουθεί το δεύτερο μέρος με θέμα: Παλαιότεροι λογοτέχνες και η  παράδοση της σκυτάλης)

 

ῳ με υπογεγραμμένη

Οκτώβριος 19, 2012

 

Διαβάζω τώρα το βιβλίο του Γ. Τσαγγαρά, Η δοτική του Ωμέγα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Λευκωσία (2012). Καλό βιβλίο, συνεχίζω την ανάγνωσή του. Με ερμηνευτικά θέματα μυθολογίας, ανθρωπολογίας, ιστορίας και θρησκειολογίας.  Θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε το βιβλίο θετικά με τη φράση “ωμέγα με υπογεγραμμένη”[ῳ], όπως παλιά λέγαμε “άλφα με θαυμαστικό” [α!].

Η δοτική του Ωμέγα, λοιπόν, ήγουν , και θυμούμαι  το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, από τα Μικρά ποιήματα:

Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη


ιδίως κάτω από το ωμέγα


είναι κρίμα να εκλείψει


η πιο μικρή ασέλγεια


του αλφαβήτου μας.

Savvas Pavlou Segla, armenier, segla !

Οκτώβριος 16, 2012

Το βιβλιαράκι  Αρμενίζοντας τυπώθηκε στην Αθήνα, το 1992. Άρεσε στον Bo Carstensen, που το μετάφρασε στα σουηδικά. Όμως δεν πρόλαβε να το δώσει σε κάποιο περιοδικό  της Σουηδίας για δημοσίευση.  Παραμένει στο ιστολόγιο έως ότου κάποιος το κρίνει ότι είναι δημοσιεύσιμο και σε κάποιο σουηδικό λογοτεχνικό περιοδικό. Παρακαλώ, λοιπόν, για βοήθεια και οδηγίες για το θέμα αυτό.

Novellen Armenizontas utgavs  i Aten år 1992.  Bo Carstensen tyckte om den och bestämde sig för att översätta den till svenska. Tyvärr avled han innan han hann publicera den i något svenskt litterärt magasin.  Hans översättning finns kvar på denna blog tills någon anser att den är värd att publicera. Jag är tacksam för all hjälp och vägledning jag kan få i samband med detta.

 Armenizontas, a novel, was published in Athens, in 1992. After reading the book Bo Carstensen translated it into Swedish, as he felt it was worthy of publication in a Swedish literary journal.  Unfortunately he passed away. And the project was not completed. But his work is posted on this blog and I would greatly appreciate any collaboration /ideas which would lead to publication and make Carstensen’s effort worthwhile.

Savvas Pavlou

Segla, armenier, segla !

Översättning från grekiska

Bo Carstensen

«Titeln på den grekiska texten är «Armenizontas» och har dubbel betydelse a) Seglandes och b) på Armeniskt vis.

Segla, armenier, segla !

Novell av Savvas Pavlou

“Morfar!” sa han, och den gamle utropade “Gervad, min son!” och omfamnade honom. Klockan var fem och det började skymma, besökstid och sköterskorna sprang till en patient i sängen bredvid som blivit sämre, och han lyfte upp morfar lite för att göra något för att dölja att ögonen fuktades. Samtalet började och stunden för hedersbetygelser, ägnade åt gestalter ur släktens förflutna, var inne.

– “Agavni? Karekin, Vachan? Terouchin? Den gamle Herakles? Nersez? Bra, mycket bra, han dog sedan han samlat barn och anförvanter och dragit till Sovtiska Armenien, han dog, bra.”

Morfar talade oavbrutet för att täcka över pausen på tolv år i deras samtal. I tolv år hade de samtalat varje dag och därefter hade tolv år gått då de inte sett varandra, en mångd svårigheter hade tornat upp sig och morfar blev tvungen att komma till detta land långt borta, till morbror Masis, och själv for han ännu längre bort, till Amerika, och nu talade morfar som om de avbrutit samtalet i går. Han försökte anpassa sig, kände sig som upphängd, omtöcknad, som om han ställde sig på en fast topp men åter överlämnade sig åt en vådlig luftfärd.

Morfar var som alltid vältalig, fylld av historier och skämt, av skratt och gnabb men också ibland fåordig då det han sa inte hade klart samband med förda samtal eller resonemang: “Cypern har ingen framtid, så som saker och ting har gått”, “Terouchin gjorde rätt, vid Erivan talar vi i alla fall vårt eget språk”, “Du måste ta mig härifrån, Gervad, pensionärerna lämnar de avsiktligt att dö. Jag menar allvar. Tusen av oss som de låter dö skulle, om de hade fått leva tio år till, ha betytt 120 tusen pensioner. Hundratals millioner lephta. Och vi är inte ens härifrån. Din morbror Masis ordnade för mig strax innan han dog genom att betala en summa och några arbetsstämplar.”

“Om jag dör, Gervad, kommer du då att minnas mig? Säg om du kommer att minnas mig! Ja, säkert? Hur säkert? Som du minns gammelmorfar Aran?”

Gervad visste allt om Aran. Som barn hörde han morfar berätta varje dag om honom. Om hans resa till Ryssland, om hans disskussioner med en grupp som de kallade narodnikerna, han sammanträffande med en viss Krapotkin, hans fångenskap i Sinope, hans kontakter med pontierna, urlastningen av vapnen, orderna från staden: att undvika tillspetsning, att skicka tillbaka vapnen för att genast åter lasta i dem, hans okvädisnord: “hanrejer, hanrejer, prästkappor och bläcksuddare”. Morfar Arans invaliditet. Från byn kunde han se ned på fälten, med Svarta havet som en ögonspringa längst nere. Han försökte anpassa sig till den nya situationen, Hans sjukdom hade helt förlamat benen, någon talade om kärror som de gjorde utomlands och vid ett besök föreslog morbrodern med affären i stan att han skulle skaffa en utifrån. Du för hit så mycket utifrån, sa morfar, vi ska göra den här. Han satt på en stol mitt på gården, tänkte och snickrade. Orörlig var han med osynliga trådar förenad, med hela trakten och skickade barnen som omgav honom med lek och stoj att ta reda på ägg från hönsen, för nyss värpte den röda, hästen behövde vatten – den var mycket törstig och han stod inte ut med det, men de måste akta sig för det fanns en orm i äppelträdet, hör på fåglarna hur oroligt de flyger och hur de skriker, kunde de hämta ett glas till pappa – han kommer tillbaka törstig, med hjälp av osynliga trådar kände han allt och visste han allt, han tittade neråt fältet och lyssnade spänt, underrättelser kom dit upp, turkarna var på väg och bredde ut döda kroppar.

I byn diskuterade man och kom fram till att den enda lösningen var att ge sig iväg till ryskt område, på vinst eller förlust. På natten hörde de morfar sjunga för första gången. Nyss hade han gjort sin kärra och rullade den bistert leende över framgången. Han sjöng en sorgsen och hård, skön och bitter sång – “Ararat, Ararat”. Nästa dag sa han ifrån då de ville lyfta upp honom i vagnen, han vägrade att följa med dem, han stannade hos dem som kom ned från berget och några andra som gav honom ett rostigt vapen. De sköt fram rullstolen till gårdsmuren mitt emot nedfarten. Innan de gav sig iväg, bad han dem om ett glas vatten som han ställde gredvid sig. De startade och morfar såg ut över trakten som sett honom växa upp till hans tolfte år, han vände blicken mot gammelmorfar Aran, men denne tittade med bössan i handen mot vägen. När han fortsatte såg han honom luta sig med fingrarna mot glaset, som om han smekte det, men utan att dricka ännu.

De var på en timmes avstånd när hörde de första skotten. Efter trettio-fyrtio år bläddrade en sjöman, född och uppfödd i Pireus, som morfar gjorde sällskap med på ett kafé i Limassol där han hade strandat, i en tidskrift: – “De gjorde rätt de där typerna i fängelset som kallade er slaktfezer.” Han bredde ut tidskriften framför honom och berättade om några konstiga personer som han lärde känna i fängelset. De hade ett hemligt språk för kommunikation med verandra – for att skydda sig gentemot främmande öron som eventuellt lurpassade på dem. Deras kodnamn för armenier var slaktfezer, av slakta och … Fotografiet – i ett tvåsidors uppslag tillägnat armenierna i Thesavros (Skattkammaren) – låg redan framför ögonen på morfar.Med fezerna fint placerade för poseringen, med oklanderliga uniformer, med gevären framför sig stod två turkar bredvid illa medfarna kroppar, avhuggna huvuden, staplade som en pyramid. Bland dem var det som morfar tyckte sig urskilja Arans huvud, med läpparna svullna, ett öga var halvöppet och stirrade för alltid; morfar stönade och lät tidskriften glida ned. Sen dess öppnade han aldrig någon publikation om massakern.

Han gick ut en stund för att röka en cigarrett. I väntrummet var alla sittplatser upptagna, därför lutade han sig mot korridorväggen bredvid en askkopp med sand och fimpar.

En patient, ledsagad av en anhörig, närmade sig med ett järmstativ i handen på vilket hängde en påse för uppsamling av urin, till vilken var ansluten en slang ifrån hans buk. Han ställde stativet på golvet och frågade honom något, de kunde inte nå full kontakt trots att alla tre försökte, hans kunskaper i franska var blygsamma. Nuförtiden talade han engelska perfekt, armeniskan och grekiskan hade gått till bakre delen av hjärnan – mycket amerikansk, sa morfar leende till honom, rättframt men utan kommentarer.

Lutad mot väggen såg han den sjuke gå vidare med stativet i handen, och han frågade sig var hans kropp slutade och den främmande kroppen började. Var slutade med andra ord han och var tog de andra vid?

Själv hade han rotats i Amerika. Ett Fulbrightstipendium i gymnasiets femte klass. Han skulle bo i en fin amerikansk familj, och han skulle gå i skola där. Men idealfamiljen upplöstes innan året var slut. Mannen gav sig en dag liksom varje dag i väg till sitt arbete men återvände inte, han tog bara med sig sin bankbok. Amerikanskan frågade mitt uppe i kriser och sinnesrörelser, om han skulle stanna, varför och hur, till slut klistrade hon sig fast vid honom med nerverna söndertrasade – hon skulle sköta om honom, hon skulle hjälpa honom, vad hade han för framtid i sitt hemland…? Kvävande och neurastenisk inhägnade hon honom.Han stod ut i tre år. Till slut gav han sig i väg till en annan stad, hittade ett arbete, amerikanskan kom gång efter gång som om hon hade varit uppdragen för att be honom återvända, gav honom presenter, for i våg hysterisk.

Han stannade kvar i nya världen, men ett ekonomiskt oberoende som han drömde om lyckades han aldrig uppnå. Och nu var han han här. Inom bolaget som han arbetade i hade man organiserat en resa till Spanien, allt var betalat av Amerika. Han hade stort behov av ett avbrott och därför följde han med för de sista slantar han hade. Från Spanien ringde han som planerat till Cypern, och fick reda på morfaderns operation. Det var synd, sa de, att han inte kom och besökte honom när han var så nära. Han var överens med dem om det och köpte en tågbiljett. Han avtalade med sina medresenärer att han skulle förena sig med dem i nästa stad. Resan var välplanerad.

Han passerade gränsen, for till morfars stad, fann hans adress, ett äldre par i dörren intill talade om för honom att han var på ett specialsjukhus i en annan stad för operation. De hade hand om nyckeln, han kunde bo i hans rum. Nästa dag skulle de hjälpa honom att finna adresser och telefon-nummer, han kunde åtminstone ringa honom eller fara och besöka honom. Detta kullkastade hans planer. Om han återvände till den andra staden – i Spanien, skulle han finna det övriga ressällskapet på flygplatsen för återfärden. Och de pengar han hade var så få.

Under natten i morfars rum sov han inte alls. Han rökte och snokade i böcker, bilder, fotografier och brev. På morgonen kastade han tågbiljetten. Han skulle köpa en annan, han skulle fortsåtta, han skulle komma.

Då han rökt ut sin cigarrett återvände han till sjuksalen, men när han gick in, sa morfar: “Gervad, vi går ut och sätter oss i det lilla väntrummet.” Han hade inget allvarligt.Operationen skulle göras inom tre dagar, en enkel galloperation.För övrigt närmade sig den tidpunkt då man körde ut besökarna, och i väntrummet skulle de kunna sitta ännu ett tag.

Han tog ömt morfars droppflaska från stativet och de fortsatte sakta ut i korridoren…

Stödd på hans arm kramade morfar plötsligt hans muskler och sa beundrande: “Starka, starka! Och tänk, vi som tiggde för dig när du var liten.” Gervad hade inte förr hört denna berättelse. När han var sjuklig i trå-treårsåldern sprang de runt hos läkarna. Inget hjälpte och de trodde att han skulle dö. Cyprioterna hade en sed och grannfruarna sa gång på gång att hans mor måste följa den för att rädda barnet. Till slut gick hon med på det, och fru Kalliope ropade på sina två söner och de lade Gervad i en bärkorg. De bar kring honom och slog i kvarterets dörrar och ropade “eleiste, dhoste oti proeriste” (“förbarma er och ge vad ni kan ge”). En del kastade brödstycken i korgen, andra åter skorpor och småmynt. Rena saker, vi har inga själviska baktankar, vi spelar inte smarta, vi har nått lägsta trappsteget; ni som befinner er högre upp, räck oss er hand.

“Om din pappa levat skulle han inte ha låtit detta ske, han skulle ha sagt att detta var löjligt. Hursomhelst började du hämta dig och bli bättre efter någon månad.”

– “Å, vilket liv vi levde! I det att vi slog handen på spiken omväxlande knäböjde och bad vi, under utbrott och underkastelser försjönk vi tillsammans i bitterhet och fortsätter på samma sätt var för sig, gick avsides, var likgiltiga för allt, ropade ut vår förtvivlan över allt. Till slut kom vi hit.” Han lyfte händerna högt av smärta: “Och du hör oss inte och du ser oss inte.” Han tänjde slangen på ett farligt sätt.Hans seruminjektor gjorde lite ont. Han fortsatte: “Till och med mot våra egna måste vi vara på vår vakt. Och nu är vi här. För att åter ändra oss och gömma oss och sedan återigen träffas och än en gång drabba samman.Armenierna seglar, som min vän sjömannen uttryckte det.”.

De kom till det lilla besöksrummet, fann plats och satte sig sedan han hängt upp morfars droppflaska i en krok på väggen intill. De fortsatte sitt samtal. Besökarna strömmade ut ur sjukrummen. Plötsligt stack en glasögonprydd man fram sitt huvud över dem och granskade dem genom sina tjocka linser, som hade de varit sällsamma böcker eller egendomliga djur i en zoologisk trädgård.Han hälsade på morfar liksom på honom.Han skulle komma i morgon bitti så att de kunde samtala bättre. Vi skulle prata, sa han.

När han försvann ut i korridoren, brast morfar ut i skratt: – “Vet du, under den timme då du var ute kom han till mig och frågade vad det var för språk som vi talade. Jag vet inte vad det var som tog åt mig men jag sa till honom att det var det språk som vår släkt talade i vår by i Pakistan nära gränsen till Kashmir. Alla har döt och vi två är de sista, ingen annan i världen kan det.. “Intressant, intressant!” upprepade han och putsade sina glasögon och bad om fler upplysningar. Jag satte ihop en skön historia åt honom. Han är språkforskare vid universitetet. I morgon skall han återkomma därför att han har en sjukling på salen som han besöker – han som ligger längst bort vid fönstret – och han skall ta reda på mer av mig..det jag berättade för honom är ju sant, eller hur?” De skrattade. Plötsligt frågade morfar honom: “Har du pengar, Gervad, är allt okay?” Om jag står mig i ytterligare två dagar till månadsskiftet har du rätt till hela min pension, och om jag lever dern första nästa månad tar du alla pengarna även för de följande trettio dagarna. Bara begär dem.” Han tänkte avbryta honom men morfar framhärdade: “Du kan hämta ut dem bara genom att visa min legitimation. Jag har den med mig, den ligger i nattduksbordet.”

På kvällen promenerade han hit och dit. Han räknade sina pengar och tog in på det billigaste hotellet för en natt, åt en sandwich och drack en kopp kaffe. Han gick åter ut på gatorna och tänkte. Vad skulle han göra? Han kunde inte lämma morfar och resa om två dagar som han hade bestämt. Operationen skulle ske i övermorgon och morfar skulle behöva åtminstone 14 dagar för att återhämta sig. Om han stannade måste han diskutera med honom. Han måste finna ett arbete snabbt, i morgon eller övermorgon, och gå till honom varje dag. På en trång gata träffades han knivskarpt av en kall vind, hans hjärna överförde till honom bilden av Cypern och främst av modern. Han drog upp kragen, stoppade händerna i fickorna, började vissla Ararat, Ararat men slutade eftersom han frös. När han hunnit fram till bron stannade han och tittade på floden som gled fram under hans fötter, drog upp flygbiljetten ur fickan och lät den falla i vattnet.

Nästa dag gick han upp och klädde sig snabbt. Han inväntade otåligt morgonens besökstid, så han kunde springa upp på sjukhuset och träffa morfar och berätta om sina nya planer. Han anlände bevingad till sjuksalen men ett tyg var uppspänt runtom morfars säng. Genom en springa såg han honom ligga orörlig med olika sorters slangar i näsan, händerna och buken. Någon talade om en komplikation som hade gjort en omedelbar operation nödvändig, blodförgiftning som hade brett ut sig hejdlöst, slutet som hade kommit inom en knapp halvtimme.

När han knäböjde och höll sig i den lilla bänken, närmade sig mannen med glasögonen. Han uttryckte sin medkänsla och sa att han förstod honom. Också han hade en anhörig som genomgått en farlig operation, lyckligtvis hade den gått väl. Han gav åter uttryck åt sin medkänsla och sa att de måste meddela sig med varandra. Var bodde han? Å, han visste det ännu inte säkert, nå då skulle han vänta på att han ringde, för det gjorde han val … säkert? Säkert! Han lade sitt visitkort i hans ficka och upprepade ihärdigt: “Appelle moi, appelle moi.”

På eftermiddagen när de sänkte ned morfar i jorden knäböjde han åter mot marken: “Å, morfar, det går inte an att du dör på det här viset, utkastad på en sjuksäng med tre slangar ur buken och trå dropp i armarna och katet i hjärtat. Inte kan du dö på det viset och till och med låta dem stoppa ner dig här. Jag borde ta dig tillbaka till ditt hus, din by, bland dina släktingar, döttrar och barnbarn, söner och sonhustrur och svärsöner, med ugnen som bakar vid sakta eld och hästarna i stallen och bredvid de andra byarna och längst ned med pontierna nära havet vid ögats yttersta gräns…, mitt i denna värld, en kung som överlämmar sin krona.”

Han strövade oavbrutet omkring på gatorna, satt på bänkarna och han startade åter och återigen sitt kringirrande på Stortorget men på femte dagen stödde han sig sömnig och uttröttad mot staketet intill telefonkiosken. Därinne fanns, klädd i gabardinrock och halsduk, en lång man som inte lyckades nå kontakt med den han hade ringt upp och darför lade på luren i vredesmod. Han fick myntet tillbaka, störtade nervöst ut och försvann snabbt.

Utan att tänka så mycket gick han in i kiosken, lade i ett mynt och telefonerade till glasögonmannen. Efter två timmar knackade han skrynklig, orakad och med mörka ringar kring ögonen på grund av trötthet och sömnlöshet på dörren till hans arbetsrum. Han tog mycket glad emot honom och prersenterade honon för sin vackra kollega, Francoise, också hon mycket glad att stifta hans bekantskap. De tog honom omedelbart till professorn som genast gick in på ämnet, dvs.att de visste att han var från en by i Pakistan nära Kashmir. Att hungersnöd och epidemier hade decimerat deras antal, att de på grund av konflikter i området hade utstått alla helvetets kval och att 1946 alla föll över dem och utrotade dem, bara hans familj överlevde men olika händelser gjorde att alla dess medlemmar strök med och bara de två blev kvar, att kanske ett par andra överlevt men uppslukats av Pakistans och Indiens folkhav – om de inte dött. Att den sist och slutligen säkert hade de två kvar, morfar som levat i byn och hade förhandskunskap om deras språk men tyvärr nu dött och honom som hade lärt det av sin familj fjärran från hembygden, dock tillräckligt bra för att kunna ge tillfälle för vetenskapen att med deras hjälp studera ett okänt språk och det ansåg de var mycket viktigt. Man skulle kunna säga att de var riktigt rörda av detta faktum, därför måste han nu hjälpa dem. Han sa vidare att, beträffande morfadern, han förstod att hans död bekymrade honom, men de skulle inte börja genast, låt säga att han tog igen sig 10–15 dagar… Ja, han visste att han hade svårigheter, han befann sig ju här på grund av morfaderns operation utan arbete och pengar men de skulle ordna det. Man fick inte glömma att för tio år sedan när den siste överlevande av en folkstam med en säregen dialekt påträffats i Patagonien sände ett amerikanskt universitet en specialbeskickning bestående av en professor och två medhjälpare som stannade där tillrackligt lång tid för att på plats studera han språk och detta innebar en utgift på hundratusentals dollar för universitetsbudgeten. Inte kunde de försumma detta gyllene tillfälle och i varje fall skulle de skaffa honom ett rum att bo i och ge honom fickpengar att täcka hans utgifter med ur språkforskningsinstitutionens anslag. De skulle inlägga en begäran hos universitets-myndigheterna om fullt bidrag för så lång tid som han skulle vara tillsammans med dem. Slutligen skulle hans arbete gynna hans stam eftersom på det viset hans språk inte skulle gå förlorat, och samtidigt forskningen eftersom den skulle muta in ett nytt okänt fält. Fast visst förstod han detta med morfaderns död, den enda närstående han hade i världen, men som sagt, skulle de inte börja genast, han kunde vila upp sig i 20–30 dagar och sen fick de se. Hans assistent Francoise skulle hjälpa honom och orientera honom. Vad han i övrigt behövde skulle hon ordna åt honom, och inom kort befann han sig i ett varmt rum tillsammans med Francoise som söt och leende gav honom förtydliganden och råd; på bordet låg ett kuvert med pengar för de första dagarna tills ärendet hade blivit klart.

Han kände sig förlägen och viljelös och fann med svårighet ord. Francoise satt bekvämt tillbakalutad i fåtöljen, bjöd honom på en cigarrett och fortsatte entusiastisk samtalet.En skugga startade därvid vid knäna och den blev mörkare allteftersom hon talade.

Den är fascinerande den här historien, den är häpnadsväckande, sa hon, ett nytt språk som ingen tidigare hade känt till, ingen språkforskare tidigare studerat! Det var en väldig tur för hennes skola. Själv var hon upptagen av ett arbete som tog all hennes tid i anspråk, men hans fall var så intressant att hon för ett tag sköt det åt sidan för att hjälpa mannen med glasögonen som åtagit sig att studera hans språk och professorn var överens med honom att ärendet var angeläget.

Språkforskningen gjorde henne tokig, den var hennes liv. Den sista tiden hade hon arbetat hårt, hennes studie var barndialekt i olika delar, titeln var “Småbarnens språk”, och plötsligt frågade hon: “Vad heter småbarn på ert språk?”

Han blev förbryllad, därför blåste han ut rök ock sa att det hade undgått honom. Och vad hette vuxen, man, kvinna? Han sa åter några ord på en slump. De fortsatte sitt samtal i någon timma. Hon berättade att professorn var en av de mer lysande på språkforskningens område, alla lyssnade ständigt med uppmärksamhet på honom, att den glasögonprydde, hans assistent, var en av de mest lysande experterna och att hon själv ville arbeta i nära anknytning till dem, hennes karriär var säker fast sen., hon skulle arbeta mycket och ändå stå ut med det, språkforskningen krävde mycket arbete etc. etc. Hon bragte honom åter ett par tre gånger i bryderi när hon frågade honom om ord på hans språk.

När hon hade sagt god natt och avlägsnat sig, gick han ned för att köpa sigarretter och leta reda på ett matställe. Han var uthungrad. När han hade ätit sig mätt och tänt en cigarett tittade han på den tomma tallriken och tänkte att han åstadkom sju ord. Han hade gjort sig förtjänt av maten. Men faran var att han själv glömde orden och sa andra om man frågade honom om samma sak. Därför antecknade han dem på cigarrettpaketet. Han skulle hemma ta ett pappersark och skriva upp dem och något tiotal nya, han skulle lära dem utantill och ha dem i beredskap. Vad de än frågade honom i morgon skulle hans första ord vara “medik”. Han skulle stanna ytterligare två tre dagar för att äta, värma sig, sova, vila upp sig och därefter ge sig iväg.

Det gick fjorton dagar och han var fortfarande här och ville stanna. Redan från de första dagarna brukade Francoise komma för att höra om han hade några problem. Hon satt bekvämt i länstolen med det mörka ovanför knäna varje gång allt intensivare, de samtalade mycket om hennes liv och om hans, om livet i landet, därefter gick de en runda på gatorna, i parken, satt på bänkarna vid springbrunnen, drack en läsk i något lungt hörn. När tillfälle bjöds nämnde de Menizonar, så kallade han sitt språk. Han tänkte på sin morfar och gjorde ett anagram av ordet “armenizon” (“på armeniers vis” eller “seglandes”; grekiska. Översättarens anm.). Sakta men säkert, utan att han själv förstod hur det gick till, hade 50 ord tagit form och med ringa möda lyckades han skapa några satser när det blev nödvändigt.

Han började finna nöje i historien med sitt språk, någon gång roade han sig med det tillsammans med Francoise, de slungade då och då ut något ord. Men en eftermiddag då hon bjöd in honom till sin lägenhet för att ta ett glas var också glasögonmannen där – för en kort visit. Denne tittade underligt på honom når Francoise på ett familjärt sätt bad honom komma till köket och hjälpa henne.Inom kort sattes deras samtal igång.De kom in på Menizonar och glasögonmannen försatte honom i bryderi ett par tre gånger.Franskan som använde så mycket i samtal med Francoise glömdes.

Genom att fråga igen, överföra diskussionen från franska till engelska för att förstå bättre, fick han tillfälle att tänka efter innan han svarade. Hans armhålor och handflator hade blivit svettiga, när glasögonmannen tittade på klockan och spratt till. Det hade blivit sent och de väntade honom hem, han nämnde – fast nästan ohörbart – sin hustrus namn. Francoise föreslog innan de skildes åt att de skulle träffas igen på torsdagen för att i lugn och ro fortsätta diskussionen.

På torsdagsmorgonen var hans första tanke att avsluta alltsammans och ge sig iväg, fast han tänkte också på Francoise. Men han skulle inte klara kvällens förhör. Det slog i dörren. Det var Francoise som kom in.

“Tsese lad mérada”, sa hon svalt.

“Lad lide”, svarade han omedelbart utan att tänka, och hans hjärta slog hårt. Det var den första dialogen hittills mellan dem.

Francoise var på godmorgonvisit och när hon lämnade honom för att gå till arbetet förstod han att hon ville stanna, varför han också måste konfronteras med glasögonmannen. Hela dagen satt han och tänkte, han återerinrade alla ord som han hade sagt, lärde in andra som han just gjorde, organiserade några samband inom satserna. För att bättre komma ihåg försökte han översätta ett par tre amerikanska småsånger till sitt språk. Han arbetade hela dagen, han tröttade ut sig, orkade sedan ingenting annat. Kvällen inledde han orolig och upprörd, och när han återvände var han våt av svett. Han lappade och lagade, han förde det hit och dit, och till slut lyckades han. Som väl var fanns det några andra där och diskussionen bredde ut sig till många andra ämnen. Men glasögonmannen var otålig, han ville påbörja arbetet genast. Han bad honom komma in på hans expedition på måndag, och hans blick utforskade än konom, än Francoise.

Han kände sig kraftlös. Om de startade det som de andra i sällskapet talade om med entusiasm, förteckningar, alfabetiska listor, dossierer, bandinspelningar, statistiska bearbetningar, skulle allt ta slut. Och de hade talat om en månads lugn. Efter tjugo dagar skulle leken således upphöra. Han skulle inte kunna bedra dem mer. På lördagen undvek han Francoise och gav sig ut i kylan. Han plöjde sig genom gatorna i oräkneliga timmar.På söndagen likaså. Men på kvällen stod han inte ut längre utan knackade på hennes dörr.

Hon hade väntat på honom, sa hon, och de satte sig i soffan och hennes uppdragna knän slog gnistor, fortfarande växte det svarta. Hon undrade hur han hade det. De samtalade lite nervöst och plötsligt frågade hon honom vad “jag vill ha dig” hette på hans språk.

Knäna vek sig under honom och ordet smälte i hans mun, som choklad. “Pamefal”, sa han till henne, “p” som fick läpparna att ljuvt förenas, “a” en andhämtning, “m” åter en kraftfull förening – till slut, “e” för att man skulle orka, “f” en intensiv kroppslig längtan, “a” ännu en andhämtning och “l” av fröjd och njutning, “pamefal” och han närmade sig henne, hon väntade på honom och det blev en fest.

Han vaknade först morgonen därpå, och medan Francoise sov smekte han hennes hår och hennes rygg. Han såg på klockan. Det hade blivit sent och han måste till glasögonmannens expedition. Han funderade på vad han skulle göra, vad som skulle hända, men Francoise vaknade och omfamnade honom igen. Han drog henne till sig och förlorade sig i henne, kom till det klockslag då alla världens ord och språk glöms bort.

På glasögonmannens expedition bad han om ursäkt för förseningen, men denne sa med typisk vänlighet och utan professorsmin att det inget gjorde, utan förklarade att han behövde honom för att komplettera en ordlista kring hemmet; en forkskarvän till honom, som skulle hålla ett anförande på en språkkonferens, hade fått höra om det nya, okända språket och skulle vilja ha hans ord och väntade med otålighet på att kunna göra jämförelser och dra slutsatser och bad därför att han gjorde listan till tisdagen, han kunde komma med den själv eller låta Francoise ta den med sig. Han nämnde hennes namn på ett sätt som vittnade om storsinthet trots nederlaget. Han hade tydligen förstått vad som hade hänt.

Hemma höll han på i två dagar med listan över ett tiotal ord: dörr, fönster, ytter-och innertak, golv, sovrum, balkong etc. etc., men han kunde inte åstadkomma synonymer. Han tänkte han borde tala med Francoise om det, säga henne sanningen. Jag vill så gärna ha henne och hur skulle hon ta det, resonerade han. Men om natten när de lade sig tillsammans och allt åter var skönt, sa hon till honom: “Har du tankt på om allt går bra, vi får barn, många, vi lär dem menizonar och de sina barn och dessa i sin tur sina, kommer detta språk att breda ut sig över hela världen?” De förlorade sig åter i varandra och kände sig som de första människorna, som Adam och Eva, som om en av dem dog den andra skulle förlora skapelsens fortsatta utveckling.

På morgonen tog han fram listan till glasögonmannen och förstod då att det inte gick att göra lörsyckta ord, allt måste vara systematiskt ordnat. Han satte sig vid border och täntke. Till varje ord gjorde han anagram, baklängeskonstruktioner och anknytningar till motsvarande ord ur språk som han behärskade, skapade nya som han lätt kom ihåg därför att de var knutna till hans erfarenheter och minnen, han regelband dem på sätt som gjorde det lätt att snabbt göra nya om ordet som avkrävdes honom var feminint genus eller flerstavigt eller sakord.

Ingen höll honom nu längre tillbaka. Orden överskred tusentalet och han skapade ständigt nya. Han kunde tala om alldagliga ting utan fel. Han försvarade sig inte längre, inledde själv diskussion om sitt språk, lärde sig att överkomma tvivel från glasögonmannens sida, såsom för några dagar sedan då han gett honom ett filosofiskt ord ur menizonar och han ställt sig undrande – “konstigt att till och med en ensligt belägen by med agrar struktur har så exklusiva teoretiska begrepp”, förklarade han detta egendomliga fenomen genom att framkasta en teori. Han visste inte hur men i närheten hade legat Alexander den stores stad Iskander, vars ruiner morfar med stolthet hade visat på… ömsesidig påverkan… etc. – glasögonmannen tittade på hans förmätna ögon- : “Vårt språk”, sa han, “har en gammal historia.”

Han ägnade sig med allt större entusiasm åt sitt språk. Han gjorde kasus, två stycken, de övriga med prepositionsuttryck, verbböjningar, syntax, satsfogning, först de grundläggande dragen, sedan fortsatte han till undantagen. Han avrundade det hela och till slut kom språket självmant in i hans hjärna, fick ett sådant grepp om honom, att han täntke, mindes, gladde och oroade sig på det, kort sagt gick som i en rusig lycka över dess tillblivelse.

Det gick 25 dagar och han skulle uppträfda på språkforskningscentret. De skulle för första gången presentera han språk. Han hade satt sig på en framträdande plats som hade anvisats honom; vid ett bord ovanför fanns professorn och glasögonmannen, nedanför dem befann sig andra assistenter och studernande som bevistade detta specialseminarium. Han kände sig illa till mods och hans blick vände sig runt i salen och letade efter Francoise. Hon hade för tre dagar sedan rest till en näraliggande stad för att besöka anhöriga.Hon hade lovat att hon i god tid skulle komma till sammanträdet.Men var var hon? Under tiden satte professorn igång sitt tal, sa att det var tre ämmen som skulle behandlas i dag. Det första och viktigaste var språket menizonar som deras institution hade äran att först och till och med ensam av alla studera och de hade lagt ner mycket arbete på att utvärdera materialet.

Upptäckten av menizonar var något mycket intressant, de var tacksamma att den gjorts och de var måna om att inte ett ord förlorades och de hade funnit en hel skattkammare, ett språk som talats av ett folk som krympt samman och till slut utplånats så när som en enda person som nu samarbetade med dem och deras kollega, hr. glasögonman, som trots att han under bara några dagar hade gjort ett laborativt studium av det nya språket, skulle göra en vetenskaplig värdering, med primära iakttagelser och gränsdragningar, för att låta också dem ta del av deras glädje över denna viktiga händelse. Professorn slutade och glasögonmannen tog vid efter att ha obmett honom att komma upp och sätta sig intill honom vid hordet. Han reste sig bedövad upp och bytte snubblande plats, men Francoise syntes fortfarande inte till. Presentationen satte igång, han förtydligade och analyserade, jämförde och förhärligade sitt språks plastiska företräden, ett leende blommade hemligt i hans hjärta. Just då gick Francoise in i salen. Han sökte hennes vänliga ögonkast, men hon fortsatte beslutsamt och ropade att allt var lögn, lögn… Ett sorl uppstod, och denna dödsängel fortsatte och blev allt hårdare. Det var ett gjort språk, han kände till dessa språk och hade gjort en fabrikation och drivit gäck med dem, men hon hade, då hon hade varit borta några dagar, utnyttjat möjligheten att ytterligare fundera över ärendet, något stämde inte och hon hade undersökt allt bit för bit och sammantaget. Hon talade och talade, och han kände hennes förräderi breda ut sig som olja på ett papper. Hon talade och forkastade och förklarade, hur hon hade funnit att de första ord han gett dem var annorlunda än de övriga, de hörde till undantagen därför att han senare avrundade allt och därtill hade hon med hjälp av operatören nyss konstaterat att de ca. tio första orden hade fler labialer, kanske var de som var från den första tillkomstperioden mer spontana och lustfyllda, hon hade därefter iakttagit att de ord han sa för forsta gången innehöll fler p, v, f, m än de ord han sagt till andra, kanske – antalet åhörare minskade i salen – på grund av ett känslomässigt beroende av henne. Hon fortsatte strängt att nagelfara struktur och funktion och tillkomstsätt hos det genomfalska språket.

Några sa att man skulle tillkalla polis, andra sa “låt oss inte ropa ut våra misstag och skamfläckar”, och salen tömdes, varvid de som gav sig iväg kastade blickar fyllda av lust att stena honom eller spotta på honom. Ensam och böjd reste han sig också efter en liten stund och fortsatte mycket sakta ut i den långa korridoren. I kröken visade sig Francoise med böcker och papper, färdig att gå in på glasögonmannens expedition. Han stannade och hans blick var full av undran.

“La science”, svarade hon med ett väsande ljud som sågade igenom honom, “la science”, i det att hon svängde med fingret en smula hotfullt framför honom. Hon gick beslutsamt in på glasögonmannens expedition.och han tittade på skylten på dörren och läste glasögonmannens namn som han jämt glömde. Det stod Dr. framför namnet.

Vetenskapen, vetenskapen … Han fortsatte åter hungrig och ensam längs gatorna för att driva hit och dit utan mål. Det led mot natten och han nådde den timme som lidandet gjorde svår. Till gryningen gick han kring på gatorna och återerinrade sig allt, bit för bit och samman, från sitt första minne på Cypern nära havet till denna natt. Timmarna gled hän, kylan genomborrade honom men efter ytterligare någon timme började det lysa i öster. Och plötsligt grep något kallt, något underligt tag i honom. Liksom efter en gatukrök befann han sig i ett kvarter, på ett litet torg som några smågator slutade i, med människor som öppnade sina butiker och gjorde i ordning lådor framför sig, kringvandrande försäljare som lade ut sina tillhörigheter på gatan. I små verkstäder hördes de första ljuden av verktygen och på något ställe försökte några upprätta gestalter värma sina händer vid tre eldar, som gjorts upp med hjälp av trä och papper från lådor och varuomslag. De kokade kaffe och delade det mellan sig. Ett litet förunderligt torg fyllt av ljud, retsamma skämt, skratt och nerver, människor med hår, näsor och läppar i ansikten som inte passade in i gamla och nya bilder så som vågorna här bryggt dem, förvirrade, slagna, människor som försökte hålla sig uppe, överleva. En dallring gick genom luften, först ett onyanserat ljud, sedan hördes, ett tydligt “medik”, några hälsade varandra med “tsése lad, mérada”.Han avlyssnade noga deras samtal, och en vild grädje fyllde honm. Han sprang, han simmade, han seglade genom mängden, lyfte sina händer och vrålade av lycka. De talade Menizonar, hans språk.

Översättning från grekiska

Bo Carstensen

Αχ, πόσο αγαπώ τις αγγλικές βάσεις!!!

Οκτώβριος 11, 2012

 

ΑΧ, ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΩ ΤΙΣ ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ!!!

Νίκος Κατσουρούδης, Πέμπτη τάξη,

Δημοτικό Σχολείο Κοκκινοτριμιθιάς Α’

 

Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1941, στις 14 Απριλίου. Εγώ γεννήθηκα με το Κόμμα, μας λέει κάθε τόσο. Ελπίζω να μη σκεφτείτε τώρα ποιο κόμμα, γιατί ένα είναι το κόμμα, το  κόμμα του λαού και της προόδου. Και ο πατέρας μου και εγώ μεγαλώσαμε στις κατασκηνώσεις της ΕΔΟΝ και στις γιορτές της, όπου μαθαίναμε τόσα για τον Λένιν και τον Ιωσήφ.

Κι ο πατέρας μου προχτές ήταν θυμωμένος με το άρθρο του Παπαλαζάρου, ενός Ακελικού που επιχειρηματολογούσε ότι το ΑΚΕΛ χαρακτηρίζεται από τη γνήσια πάλη του εναντίον των αγγλικών βάσεων.

Επιτέλους, πρέπει να σταματήσει αυτό το παιγνίδι, φώναζε.  Ήμασταν εναντίον του αγώνα της ΕΟΚΑ και πάμε στον Αυξεντίου και βάζουμε στεφάνι, ήμασταν εναντίον της Ένωσης και έως το 1974 λέγαμε «αμετάθετος σκοπός μας η Ένωση», θέλαμε να κλείσουμε το Κυπριακό με τους Τούρκους από το 1974 και ίσαμε σήμερα λέμε για επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους και άλλα απαράδεκτα και εθνικιστικά. Και με τις Bάσεις τώρα, τι έχουν πάθει οι δικοί μας; Τι έχουν οι Βάσεις και μας πειράζουν;

Και μου εξήγησε πολλά και διάφορα για τη διγλωσσία του κόμματος, που άλλα πιστεύει και άλλα ρητορεύει. Και για τις αγγλικές Βάσεις, μου είπε αρκετά, από πολιτικά και άλλα, μέχρι και για τις θέσεις εργασίας που προσφέρουν. Ένα με έκανε να φρικιάσω από συγκίνηση, σχεδόν να δακρύσω όταν το άκουγα. Ήταν μετά το ’74 και την τουρκική εισβολή (ή την ειρηνευτική επέμβαση των Τούρκων -ας μη μπαίνουμε σε αντιπαραθέσεις τώρα, η Ιστορία θα αποφασίσει) και αναμενόταν η επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο, που έπρεπε να πειστεί ή να πιεστεί για κάποιες δηλώσεις και παραδοχές  συμβιβαστικές, που θα βοηθούσαν στις επαφές και συνομιλίες με τους Τούρκους.

Η Κύπρος ήταν απομονωμένη αεροπορικά τότε, με την καταστροφή του μοναδικού αεροδρομίου της από την τουρκική αεροπορία, και για να φύγεις από το νησί έπρεπε να μπεις σε κάποιο καράβι. Κι όμως ένα αεροπλάνο της Αγγλικής Βασιλικής Αεροπορίας προσγειώθηκε στις αγγλικές βάσεις  και παρέλαβε τον Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου και τη συνοδεία του και τους μετέφερε στο Λονδίνο. Προσγειώθηκε ειδικά γι’ αυτούς και σε τέσσερις ώρες βρίσκονταν στην αγγλική πρωτεύουσα. Έκαναν τις επαφές τους με τον Μακάριο, του είπαν και του έγραψαν πολλά για να τον πείσουν. Ύστερα τους παρέλαβε πάλι το αεροπλάνο της Αγγλικής Βασιλικής Αεροπορίας και τους έφερε πίσω στην Κύπρο. Ο σερ ΄Ολβερ ύπατος Αρμοστής της Αγγλίας στην Κύπρο, η ίδια η αγγλική κυβέρνηση, οι αγγλικές βάσεις, η αγγλική αεροπορία, Θεέ μου! ολόκληρος ο μηχανισμός της Αγγλίας στην υπηρεσία του κόμματος. Αυτά γίνονται όταν είσαι κόμμα έξυπνο και επαναστατικό!!

Ο πατέρας θυμήθηκε το σφραγισμένο τρένο του Λένιν, που του πρόσφεραν οι Γερμανοί, και το οποίον τον έφερε πίσω στη Ρωσία για να ξεκινήσει την Eπανάσταση. Και οι δικοί μας στο ΑΚΕΛ σαν τον Λένιν ήταν, μου είπε, ξέρουν να χρησιμοποιούν τα πάντα για να επιτύχουν τα επαναστατικά τους σχέδια. Και να σκεφτείς, την ίδια εποχή, όλοι θέλανε να πάνε κάπου για επαφές για το Κυπριακό, γιατί οι εξελίξεις ήταν τόσο δραματικές, όμως  κανένας δεν είχε το προνόμιο της αεροπορικής μεταφοράς, μόνο με πλοίο ή κολυμπώντας μπορούσες να φύγεις από την Κύπρο. Όμως η ηγεσία του δικού μας κόμματος, του κόμματος της εργατιάς και της προόδου, τα κατάφερε. Κι ο Λυσσαρίδης αναχώρησε για επαφές στην Ελλάδα, την ίδια πάνω κάτω εποχή, όμως πήγε με κάποιο σαπιοκάραβο, έκανε δυόμιση μέρες για να φτάσει στην Αθήνα, οι δικοί μας ήταν στο Λονδίνο σε τέσσερις ώρες.

Ήταν 17 Νοεμβρίου 1974, ένα χρόνο ακριβώς μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όταν το αεροπλάνο της ΡΑΦ απογειωνόταν από τις αγγλικές Βάσεις, για να μεταφέρει την ηγεσία του ΑΚΕΛ και να εξυπηρετήσει το κόμμα της εργατιάς και τους στόχους του. Στους δρόμους της Αθήνας γινόταν τότε η μεγαλύτερη διαδήλωση εναντίον της Χούντας και της αγγλοαμερικανικής συνωμοτικής εμπλοκής, υπέρ του πνεύματος της εξέγερσης  και υπέρ της Κύπρου κ.λπ. κ.λπ.

Οι δικοί μας, στις 17 Νοεμβρίου 1974, με ένα υπερσύγχρονο και ανατρεπτικό πνεύμα, συντόμευαν τις αποστάσεις, χρησιμοποιούσαν τις αγγλικές Βάσεις για να επιτύχουν τον επαναστατικό τους στόχο.

Όλα αυτά με κάνουν να δω τις αγγλικές Βάσεις με άλλο μάτι και να κλείσω την έκθεσή μου με την απλή και γνήσια αναφορά που εκφράζει η παιδική μου ψυχή:

Αχ, πόσο αγαπώ τις αγγλικές Βάσεις!

 

Νίκος Κατσουρούδης

Πέμπτη τάξη, Δημοτ. Σχολείο Κοκκινοτριμιθιάς Α’

(και διά την αντιγραφή Σάββας Ερυθροτερμινθεύς)

 

 

«Γύρω από την τέχνη» Ένα κείμενο του Παναγή Λεκατσά

Οκτώβριος 5, 2012

 

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Παναγή Λεκατσά (Ιθάκη 1911- Αθήνα 1970), ο πολυμαθής και πολυγράφος Κύπριος λόγιος Κώστας Κύρρης, (Λάπηθος 1927-Λευκωσία 2009), ο οποίος επί σειρά ετών, αργότερα, διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Κύπρου, ανέσυρε από τα χαρτιά του και δημοσίευσε, στο περιοδικό Κυπριακός Λόγος, ένα κείμενο του Παναγή Λεκατσά με τίτλο: «Γύρω από την Τέχνη. Ανέκδοτο κείμενο του Παναγή Λεκατσά». Σύμφωνα με τον Κώστα Κύρρη, το κείμενο γράφτηκε κατά την περίοδο 1946-1947.[1]  Μια ομάδα τότε φοιτητών, φανατικών για γράμματα, διδασκόταν από τον Λεκατσά και το  κείμενο αυτό διανεμήθηκε στους μαθητές του ως μέρος των παραδόσεών του. Χαρακτηριστικοί είναι η αρίθμηση των σημείων του κειμένου (από το 1 ως το 57) και οι υποτιτλισμοί: 1. Στοιχεία της Τέχνης – Α. Περιεχόμενο – Β. Μορφή – Γ Σχέση μορφής και περιεχομένου- 2. Προσδιοριστικές σχέσεις και συναρτήσεις Α Κοινωνία και Τέχνη-Β  Τέχνη και Έθνος- Γ Σύγχρονη δημιουργία και παράδοση –Δ Λαϊκή Τέχνη και Προσωπική Δημιουργία-Ε Κοινωνική αποστολή της Τέχνης- 4 Συμπερασματικά. Η αρίθμηση των σημείων και οι υποτιτλισμοί, σε ένα κείμενο που εκτείνεται σε οκτώ σελίδες, πιστεύω ότι λειτουργούσε παιδαγωγικά, για την καλύτερη πρόσληψη του περιεχομένου εκ μέρους των νεαρών φοιτητών.

Στη δημοσίευση αυτή προτάσσεται εισαγωγική σημείωση του Κώστα Κύρρη, φορτισμένη με τον πρέποντα συναισθηματισμό, από την οποία μεταφέρω ένα απόσπασμα: «Κατά το χειμώνα του 1946-1947 μια ομάδα φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών φλεγόμενη από ανησυχίες και ερωτηματικά, αναζητώντας δασκάλους και οδηγούς πέραν της (στεγνής για τα νειάτα) ατμόσφαιρας της Σχολής, βρήκε, ανάμεσα σ’ άλλους, πρόθυμο δάσκαλο τον μεγάλο εθνολόγο, κοινωνιολόγο και ιστορικό Παναγή Λεκατσά, που πρόθυμα δέχτηκε να παραδίδη, δωρεάν, μια φορά τη βδομάδα, στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Πέτρου Καραβάκου (οδός Πεσματζόγλου, Αθήνα), αρχαία τραγωδία, Πίνδαρο και φιλοσοφία της τέχνης. Θυμάμαι πόσο ζεστά ηχούσε η φωνή του ένθεου Δασκάλου, νέου τότε ακόμη[…] -φωνή σίγουρη, αντρίκεια και μελωδική, στα αυτιά των μαθητών του μεσ’ στο χειμωνιάτικο κρύο κι ενώ τριγύρω μας εμαίνετο ο φριχτός εμφύλιος πόλεμος. Θυμάμαι την ανεπανάληπτη απαγγελία ολοκλήρων σελίδων από μνήμης και με μέτρο από την Αντιγόνη και την Ηλέκτρα του Σοφοκλέους, και από τις Ωδές του Πινδάρου: απαγγελία λυρική, συναρπαστική, ζωντανή, μουσική, δραματική. Ο μεγάλος σοφός ήταν και μεγάλος ηθοποιός.»

Μελετώντας τη βιβλιογραφία του Αντρέα Λεντάκη, Παναγής Λεκατσάς θεμελιωτής της εθνολογίας στην Ελλάδα, (ανάτυπο από το περιοδικό Άνθρωπος, όργανο της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος, Αθήνα, Ιανουάριος 1976, τόμος 3, τεύχος 1, σ. 165-186) και την, εμπλουτισμένη και ενημερωμένη, αναδημοσίευσή της: Ανδρέας Λεντάκης, Βιβλιογραφία για τον Παναγή Λεκατσά, (περ. Ουτοπία, Αθήνα, Μάιος – Ιούνιος  1996, αρ. 20, σ. 177-200) διαπίστωσα ότι δεν περιείχαν το δημοσίευμα αυτό στον Κυπριακό Λόγο. Φωτοτύπησα το κείμενο από το  κυπριακό περιοδικό, για να το αποστείλω στον Ανδρέα Λεντάκη, δυστυχώς ο πρόωρος θάνατός του, το 1997, ακύρωσε τη σχεδιαζόμενη αυτή ενέργεια.

Ο Κώστας Κύρρης θεωρεί ότι η μελέτη «Γύρω από την Τέχνη» είναι ανέκδοτη και πιθανολογεί ότι ο ίδιος ο Λεκατσάς δεν ήθελε «να δημοσιεύση ποτέ το κείμενο αυτό μετά από τα πνευματικά ύψη όπου ανήλθε στα κατοπινά (μετά το 1947) χρόνια» γιατί το μελέτημα αυτό σημαδεύει μια εποχή της ζωής του μεταβατική, από την ιστορικοϋλιστική θεωρία προς μια άλλη ευρύτερη.

Ερευνώντας το θέμα διαπίστωσα ότι οι σημειώσεις αυτές, που δόθηκαν στους μαθητές του, αποτέλεσαν τη βάση για το κείμενο του Παναγή Λεκατσά, Η τέχνη και τα προβλήματά μας, που δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στην εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα:

1.Η τέχνη και τα προβλήματά μας. Α’, Η τέχνη σαν κοινωνική δράση, Αθήνα 22 Φεβρουαρίου 1947, σ. 2

2.Η τέχνη και τα προβλήματά μας. Β’, Τα στοιχεία της τέχνης, Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 1947, σ. 2

3. Η τέχνη και τα προβλήματά μας. Γ’. Η τέχνη και οι κοινωνικοί όροι, Αθήνα 7 Μαρτίου 1947, σ. 2[2]

Και στις τρεις επιφυλλίδες υπάρχει κοινός επίτιτλος: Ελεύθερες συζητήσεις. Στην πρώτη επιφυλλίδα υπάρχουν και οι ακόλουθοι υπότιτλοι, όλοι μαζί, αμέσως μετά τον τίτλο, που αναφέρονται και στις τρεις επιφυλλιδογραφικές συνέχειες: Η ΤΕΧΝΗ ΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ. Στοιχεία της τέχνης. Περιεχόμενο. Μορφή. Σχέση μορφής και περιεχομένου.-ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙΣ. Κοινωνία και τέχνη. Τέχνη και Έθνος. Παράδοση και σύγχρονη δημιουργία. Λαϊκή τέχνη και προσωπική δημιουργία.-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ.-ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΡΙΣΜΑ

Η συνεξέταση των δύο κειμένων, στο περιοδικό Κυπριακός Λόγος και στην εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα, τεκμηριώνει τη συνάφεια και συμπόρευσή τους. Εκτός από τους υπότιτλους στις επιφυλλίδες της Ελεύθερης Ελλάδας, που ταυτίζονται εν πολλοίς με τους υπότιτλους του κειμένου προς τους φοιτητές, και το περιεχόμενο κινείται στα ίδια πλαίσια. Με προσθήκες φυσικά, αφαιρέσεις και συμπυκνώσεις, πολλές φορές με ολόκληρα αποσπάσματα παρμένα απ’ ευθείας από το κείμενο των παραδόσεων.

Τα μαθήματα στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Πέτρου Καραβάκου, δόθηκαν, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Κ. Κύρρης, το χειμώνα του 1946 – 47. Είναι έκδηλο, λοιπόν, ότι ο Λεκατσάς με τη λήξη των μαθημάτων αξιοποίησε το υλικό προς τους μαθητές του για τη συγγραφή των τριών επιφυλλίδων του στην εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα, της οποίας αποτελούσε βασικό επιφυλλιδογράφο, αφού κατά τη διάρκεια των δέκα μηνών του 1947, (από τον Ιανουάριο μέχρι τον Οκτώβριο, όταν έκλεισε αναγκαστικά η εφημερίδα, με βούλευμα που διέτασσε την παύση της) δημοσίευσε 46, περίπου, κείμενα.[3]

Διαβάζοντας τα δύο κείμενα του Λεκατσά, το πρώτο στον Κυπριακό Λόγο και το δεύτερο, που εκτείνεται σε τρεις συνέχειες, στην Ελεύθερη Ελλάδα, πιστεύω ότι είναι σωστή η διαπίστωση του Κώστα Κύρρη ότι αποτελούν προϊόντα μεταβατικής εποχής και ότι ο Λεκατσάς αργότερα, αφήνοντας μονοδιάστατους δογματισμούς, προχώρησε σε ευρύτερες και διεισδυτικότερες αναλύσεις, ύστερα από βαθύτατη μελέτη της εθνολογίας, της θρησκειολογίας και της ανθρωπολογίας. Η θεωρητική εμβάθυνση και ανασπείρωση του Λεκατσά εμφαίνεται στη διαμάχη του με τον εκφραστή, στην Ελλάδα, του θεσμοποιημένου σοβιετικού μαρξισμού Γιάννη Κορδάτο, που προκάλεσε την έκδοση δύο βιβλίων, που διαβάζονται και σήμερα με μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί αποτυπώνουν μια καίριας σημασίας διαμάχη, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, μέσα στους κόλπους της αριστερής ελληνικής διανόησης:

α) Παναγής Λεκατσάς, Τραγωδία ή κωμωδία; έλεγχος του βιβλίου του Γ. Κορδάτου: “Η αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία. Ποιες είναι οι κοινωνικές ρίζες του αρχαίου θεάτρου”,  (Αθήνα 1954 )

β) Γιάννης Κορδάτος, Ο Κος Παναγής Λεκατσάς χωρίς προσωπείο (Αθήνα 1954).[4]

 


[1] ) Γύρω από την τέχνη. Ανέκδοτο κείμενο του Παναγή Λεκατσά, περ. Κυπριακός Λόγος, Λευκωσία, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1974, αρ. 31, σ. 1-9. Για το θέμα των ανεκδότων κειμένων του Λεκατσά βλέπε και περ. Καινούρια Εποχή, Αθήνα, φθινόπωρο 1976, αρ. 3, σ. 2-31: Ανέκδοτα κείμενα του Παναγή Λεκατσά.

[2]) Βλ. και Αντρέα Λεντάκη, Παναγής Λεκατσάς θεμελιωτής της εθνολογίας στην Ελλάδα, ανάτυπο από το περιοδικό Άνθρωπος, όργανο της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος, Ιανουάριος 1976, τόμος 3, τεύχος 1, σ. 179. Βλ. ακόμη, Ανδρέας Λεντάκης, Βιβλιογραφία για τον Παναγή Λεκατσά, περ. Ουτοπία, Αθήνα, Μάιος – Ιούνιος  1996, αρ. 20, σ. 192. Και στις δύο βιβλιογραφίες ο κοινός τίτλος και των τριών επιφυλλίδων αναφέρεται: Η τέχνη και τα προβλήματά της. Αυτοψία απέδειξε ότι ο τίτλος της εφημερίδας είναι: Η τέχνη και τα προβλήματά μας. Ο τίτλος που καταγράφει ο Λεντάκης συνάδει με το περιεχόμενο των επιφυλλίδων. Ίσως ο Λεντάκης, που είδε το αρχείο του Λεκατσά, να βρήκε διορθωμένο τον τίτλο, ίσως να είχε και άλλη πληροφόρηση ότι αυθαίρετα άλλαξε ο τίτλος προς το πιο αγκιτατόρικο, άμεσο και λαϊκιστικό, σύμφωνα με τη γραμμή της εφημερίδας ή ακόμη να συναίνεσε και ο ίδιος ο Λεκατσάς, μέσα στο πνεύμα της τότε έντονης αντιπαράθεσης, και αργότερα το διόρθωσε.

[3]) Για την επιφυλλιδογραφική πλευρά του Λεκατσά βλ. Τάσου Βουρνά, Ο Λεκατσάς επιφυλλιδογράφος, περ. Διαβάζω, Αθήνα 22 – 4 – 1987, αρ. 166 [αφιέρωμα στον Λεκατσά],  σ. 23-24

[4] ) βλ. και Γιάννης Μηλιός, Η κριτική του Λεκατσά στον Κορδάτο και η σημασία της, περ. Ουτοπία, Αθήνα, Μάιος – Ιούνιος  1996, αρ. 20, σ. 161-175