Γιάτσος ο Τρότσκας και άλλα ημερολογιακά


 

31 Δεκεμβρίου 2011

Η τύχη και η μοίρα σας με τα άστρα, την τράπουλα ταρώ, την αριθμολογία και άλλα πολλά, δηλαδή μέντιουμ, αστρολόγοι και ερμηνευτές της τύχης. Τέλος Δεκεμβρίου και ο τζίρος ανεβαίνει κατακόρυφα. Τι σας περιμένει το 2012;

Παλιά παρατηρήσαμε με τον Άρη ότι στη σελίδα ενός αθηναϊκού περιοδικού που διαφήμιζε τέτοιους αστρολόγους όλοι και όλες παρουσιάζονταν ότι είχαν σχέση με την Ανατολή. Μια έγραφε ότι  είναι από το Αϊβαλί (αν είναι ποτέ δυνατό, το Αϊβαλί χάθηκε πριν από 90 χρόνια κι αυτή δεν έδειχνε ούτε εξήντα) άλλος έγραφε από μια πόλη της Αιγύπτου (αυτός είναι μέσα στα δεδομένα, η ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου ανθούσε έως τη δεκαετία του ’60 και σήμερα, ακόμη, ένα μικρό υπόλοιπο  υπάρχει εκεί), άλλη σε ελληνική κοινότητα του Σουδάν. Όμως το σημαντικό είναι ότι:  δεν γεννήθηκε στην ευρωπαϊκή και λογοκρατούμενη Ελλάδα, αλλά σε άλλο χώρο, στην πολύφερνη Ανατολή, που προικοδοτεί με άλλες ευαισθησίες ικανές να ανιχνεύσουν τη μοίρα και το μέλλον.

Αστρολόγοι και ερμηνευτές του πεπρωμένου.  Απλώς δεν ξέρουν ότι και διακόσια εκατομμύρια άστρα να είναι σε ευνοϊκή, για σένα, διάταξη δεν μπορούν να σε γλυτώσουν από τον απρόσεκτο ηλίθιο που του πέφτει η γλάστρα από το μπαλκόνι.

Μάιος 2012

Στο Νόττινχαμ, επίσκεψη στον Άρη. Συζητάμε πολλά και διάφορα, ένα βασικό είναι η επίσκεψή μας στο δάσος του Σέργουντ. Προσπαθώ να μάθω αν υπάρχει λεωφορείο που σε πάει προς τα κει, ακόμη ρωτώ τον ταξιτζή, που μας μεταφέρει σε κάποιο μέρος της πόλης, πόσα στοιχίζει να μας πάει στο δάσος την άλλη μέρα. Ο Ρόμπιν Χουντ με οιστρηλατούσε πάντα, οι περιπέτειες αυτού του κοινωνικού ληστή, που ήταν προστάτης χηρών και ορφανών και τιμωρός της αδικίας, οικοδόμησαν ένα μεγάλο μέρος του χαρακτήρα και των προταγμάτων μου. Από εννέα χρονών, που πρωτοδιάβασα την ιστορία του, επέστρεψα σ’ αυτόν άπειρες φορές, διάβαζα και ξαναδιάβαζα κάθε νέα έκδοση βιβλίου με τις περιπέτειές του, είδα τα έργα και το ήθος του τόσες φορές σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, σε κινούμενα σχέδια, σε κόμικς. Το δάσος του Σέργουντ, όπου δρούσε, ήταν για μένα ένας μύθος.

Στο Νόττινχαμ επισκεφτήκαμε τον χώρο με το άγαλμά του και με ανάγλυφα από την ιστορία του, κάποτε έπεσα και σε μια παρέα, άντρες και γυναίκες, ντυμένοι όλοι με τα ρούχα της εποχής του Ρόμπιν Χουντ, ρούχα και καπέλα με φτερό, κάποιος φορούσε ράσο, υποδυόταν σίγουρα τον καλόγερο Τακ. Τους κοιτούσα ξαφνιασμένος, ίσως είχαν πάει εκδρομή στο δάσος του Σέργουντ, ίσως συμμετείχαν σε κάποιο χάπενινγκ, σε κάποια εκδήλωση για τον Ρόμπιν Χουντ.

Περίμενα με αδημονία την άλλη ημέρα, θα σεργιανούσα στα μονοπάτια που προχωρούσε ο ήρωας μου, θα έμπαινα στα πυκνά μέρη του δάσους όπου κρυβόταν, ήμουν σίγουρος ότι κάπου, έστω και αχνά, θα πρόβαλλε η μορφή του Ρομπέν των Δασών και των συντρόφων του, με τα όπλα και τα τόξα τους.

Το απόγευμα μπήκα σε ένα βιβλιοπωλείο και αγόρασα δυο τρία βιβλία για την ιστορία της πόλης και ένα για το δάσος του Σέργουντ. Εκεί διάβασα έκπληκτος ότι το δάσος αυτό είχε κοπεί και σμικρυνθεί τόσο που, το 1720, ο Δανιήλ Ντε Φόε είπε ότι αν υπήρχε αυτός ο ήρωας που ονομάζεται Ρόμπιν Χούντ δεν θα μπορούσε να κρυβόταν σε τέτοιο δάσος, θα τον ανακάλυπταν σε μερικές μέρες. Ακόμη, το χειρότερο, ότι το δάσος είχε κοπεί και εξαφανιστεί εντελώς στην εξέλιξη, έγινε καλλιεργήσιμη γη. Και το 1920 είπανε να το φτιάξουνε ξανά, σε μικρότερη έκταση, φόρος τιμής στον Ρόμπιν Χουντ. Έτσι ξεκίνησαν την αναδάσωση. Μου κόπηκε κάθε διάθεση για επίσκεψη, αυτό δεν θα ήταν το δάσος του Ρομπέν των Δασών, αλλά ένα άλσος, ένα ψευδοαντίγραφο, μια απομίμηση χωρίς οποιαδήποτε συνέχεια και σύνδεση με το παλιό. Τι δάσος του Ρόμπιν Χουντ  θα ήταν αυτό χωρίς ένα αιωνόβιο δέντρο;

Έτσι, την άλλη μέρα, συνέχισα το σεργιάνι μου στους δρόμους της πόλης.

Μάιος 2012 Γιάτσος ο Τρότσκας-θυμάμαι

Οι διαδρομές μας με τον Γιάτσο -στέλεχος της τροτσκιστικής πτέρυγας της ΕΔΕΚ, συναντιούνταν και διασταυρώνονταν τακτικά όταν και οι δύο, εποχούμενοι στις μοτοσικλέτες μας (εκείνου ήταν σαφώς μεγαλύτερου κυβισμού), τρέχαμε στους δρόμους της Λευκωσίας, πριν από τριάντα χρόνια.

Στα φώτα τροχαίας έγινε αρκετές φορές αυτό το χάπενινγκ. Πάνω στις μοτοσικλέτες μας, εγώ από τη μια πλευρά, απέναντι ο Γιάτσος, περιμέναμε το πράσινο για να προχωρήσουμε.

-Τάξη ή στρώμα;  έλεγα δυνατά.

-Στρώμα, φώναζε από αντίπερα ο Γιάτσος

-Τάξη, απαντούσα εγώ και μετά:

-Πολιτική ή κοινωνική επανάσταση; ρωτούσα.

-Πολιτική, απαντούσε με δυνατά πνευμόνια.

-Κοινωνική, τόνιζα.

Η επόμενη ερώτηση:

-Υπαρκτός ή ανύπαρκτος;

-Υπαρκτός, απαντούσε στεντορεία τη φωνή.

-Ανύπαρκτος, βροντοφώναζα εγώ, πια μέσα στη φασαρία και τον ορυμαγδό των οχημάτων, γιατί είχε ήδη ανάψει το πράσινο και όλοι ξεκινούσαμε την πορεία μας.

Ήταν μια κραυγαλέα συζήτηση, που πολύ τη χαιρόμαστε και οι δυο, στα φώτα τροχαίας, για τη φύση του καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης, που συνέχιζε προηγούμενες κουβέντες μας. Μέχρι ν’ ανάψει το πράσινο προλαβαίναμε αυτές τις τρεις ερωτήσεις  και τις έξι απαντήσεις.

Το θέμα αυτό απασχολούσε έντονα τους προβληματισμούς όλων των διανοουμένων σε όλες τις αριστερές ομαδοποιήσεις και συσπειρώσεις τις πέραν του χώρου της ΑΚΕΛικής αριστεράς. Γιατί οι ΑΚΕΛικοί, μέσα στη γελοιωδέστερη εκδοχή αριστερής νοοτροπίας και συσπείρωσης που ανέδειξε σε όλο τον κόσμο το αριστερό ρεύμα σκέψης, θεωρούσαν τη Σοβιετική Ένωση ως την ιδανικότερη κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας –άρα τέτοια συζήτηση τούς ήταν αδιανόητη.

Εγώ τόνιζα ότι ο σοσιαλισμός στη Σοβιετία ήταν ανύπαρκτος, είχε δημιουργηθεί μια τάξη προνομιούχων που για να αποχωρήσει χρειαζόταν μια κοινωνική επανάσταση -ο Γιάτσος και οι συν αυτώ τροτσκιστές πίστευαν ότι υπήρχε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, οι στρεβλώσεις του προέρχονταν από ένα λεπτό στρώμα προνομιούχων και για τη αλλαγή δεν χρειαζόταν παρά μια πολιτική επανάσταση και όλα θα δρομολογούνταν, πάλιν, σε παραδεισένιες επαναστατικές καταστάσεις.

Κανείς μας δεν είχε κατανοήσει τη φθορά της Σοβιετίας. Ότι τίποτε δεν είχε απομείνει, ούτε το πιο απλό ιδεολογικό πρόταγμα και η πιο απλή ιδεολογική πίστη. Είχαν χρεοκοπήσει όλα, όλα δημιουργούσαν μια απέχθεια.

Δεν υπήρχε θέμα υπαρκτού ή ανύπαρκτου σοσιαλισμού, ήταν όλοι μέσα σε μια δεξαμενή βοθρολυμάτων, και όλοι, και η κυρίαρχη τάξη/στρώμα και ο λαός ήθελαν να ξεφύγουν (η κυρίαρχη τάξη/στρώμα ήθελε απλώς με την αλλαγή προς τον καπιταλισμό να αρπάξει κάποια κεφαλαιικά και ιδιοκτησιακά προνόμια παραπάνω) –δεν είναι τυχαίο που κατέρρευσε μια ολόκληρη αυτοκρατορία, προηγουμένως φόβος και τρόμος για όλους, χωρίς να σπάσει μύτη, δεν είναι τυχαίο που στελέχη του κομμουνιστικού μηχανισμού, σκληρά και αποτρόπαια, εν μιά νυκτί μεταμορφώθηκαν σε ικανούς καπιταλιστές.

Δεν υπήρχε θέμα πολιτικής (δηλαδή ήπιας) ή κοινωνικής επανάστασης (δηλαδή σκληρής και βίαιης), δεν υπήρχε οποιαδήποτε εναλλακτική αριστερή προοπτική, ήταν όλα τόσο σαπισμένα που κατέρρευσαν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

23 Ιουνίου 2012.

Με τον Αχιλλέα παρακολουθούμε τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά του Νονού, του πρώτου Νονού του Κόπολα. Ο Αλ Πατσίνο λέει ψέματα στη γυναίκα του ότι δεν ευθύνεται για τον θάνατο του άντρα της αδελφής του. Αυτή, ανακουφισμένη, του λέει να φτιάξει ένα ποτό που το έχουν τόσο ανάγκη και οι δύο. Στο διπλανό δωμάτιο αρχίζει να φτιάχνει τα ποτά και στο γραφείο του Μάικλ Κορλεόνε μπαίνουν οι δικοί του άνθρωποι, που του φιλούν το χέρι με σεβασμό, τον αποκαλούν Νονό –λίγο πιο μπροστά έχει ξεπαστρέψει όλους τους αντιπάλους του, έχει επικρατήσει θριαμβευτικά -λοιπόν υποβάλλουν τα σέβη τους και περιμένουν τις εντολές για τις δουλειές τους μέσα στα νέα δεδομένα. Τότε κάποιος κλείνει την πόρτα του γραφείου, αποκόπτοντας έξω τη γυναίκα του Μάικλ Κορλεόνε. Όπως έρχεται η πόρτα προς το μέρος της είναι σαν να της λέει: – Μπορεί να είσαι η γυναίκα του αφεντικού αλλά σ’ αυτές τις δουλειές είσαι έξω εσύ, στον κόσμο αυτό δεν πρόκειται ποτέ να σου επιτραπεί να μπεις.

Μια σκηνή δέκα δευτερολέπτων που λέει τόσα πολλά.

Ο Νονός προβλήθηκε το 1972. Σε δεκατρία χρόνια (1985) στην Τιμή των Πρίτσι ο μεγάλος Τζων Χιούστον ανοίγει αυτή την πόρτα. Ο ψυχρός επαγγελματίας εκτελεστής είναι γυναίκα, είναι η Ιρέν που την παίζει η Kathleen Turner.

7       Ιουλίου 2012.

Χρόνος, το ελλείπον παιγνιόχαρτο της ιστορικής σκέψης

Η βίωση του χρόνου, ο τρόπος πρόσληψης και διαχείρισής του, το πώς αντιλαμβάνονταν την έννοια του χρόνου διάφοροι χώροι και γενεές,  ίσως αποδειχτεί ότι αποτελεί το βασικότερο θέμα της Ιστορίας, της Κοινωνιολογίας και της Ψυχολογίας.

Θυμάμαι στο περιβόλι μας, από το οποίο δεν πέρασε μια μέρα ως τα δώδεκά μου, που να μην έζησα αρκετές από τις ώρες της εκεί (δουλειά, ξεκούραση, επιτήρηση και έλεγχος), υπήρχε ένα τέλι μερικά μέτρα, κάποτε λειτούργησε ως χώρος περιορισμού στις τρεις αίγες που διαθέταμε, ύστερα αχρηστεύτηκε κι έμειναν τα κατάλοιπα αυτού του φράκτη. Κάποτε ο αέρας έφερνε εφημερίδες από την πλευρά του χωριού, που παγιδεύονταν στο τέλι. Στο χωριό ερχόταν μία εφημερίδα την ημέρα για τον σύλλογο, για όλα τα σπίτια η αγορά εφημερίδας ήταν έξοδο πολυτελείας, έξοδο που δεν μπορούσαν να αντέξουν. Ακόμη, τη Δευτέρα, ο παπάς, ο παπά-Χριστόδουλος,  έφερνε την κυριακάτικη Ακρόπολη των Αθηνών, την διάβαζε και την άφηνε στο σύλλογο, τη διάβαζαν στην εξέλιξη για μέρες οι υπόλοιποι άλλοι, ήταν σε αναγνωστική χρήση για πεντέξι μέρες.

Λοιπόν, όταν η μητέρα μου έβλεπε κάποια εφημερίδα παγιδευμένη στο τέλι, με έστελνε και την έφερνα και τότε ριχνόμαστε και οι δυο στο διάβασμα. Δεν είχε σημασία ότι ήταν παλιά -πολλές φορές είχε κυκλοφορήσει αρκετές εβδομάδες προηγουμένως ή και μήνες, ήταν κιτρινισμένη και σκονισμένη. Την διαβάζαμε άπληστα, με άφατη ευχαρίστηση, και οι δυο, εκείνη τριανταεπτάχρονη, εγώ οκτάχρονος  -μέσα στη στατικότητα του περιβολιού, και της εν γένει ζωής του χωριού, μας άνοιγε ένα παράθυρο στον υπόλοιπο κόσμο, βλέπαμε φωτογραφίες, τίτλους και υπότιτλους, διαβάζαμε για Ελλάδα αλλά και Αγγλία, Ρωσία, Κίνα και Αμερική, για Κρουτσώφ και Αϊζενχάουερ, για Έλβις Πρίσλεϊ, Εντίθ Πιάφ, Μαίριλιν Μονρόε και Χάμφρευ Μπόγκαρτ, ακόμη για τους δικούς μας Μίμη Φωτόπουλο, Κατίνα Παξινού και τόσους άλλους. Και μετά σχολιάζαμε για τις «ειδήσεις του κόσμου» που διαβάσαμε και τις συγκρίναμε με τις άλλες που πληροφορηθήκαμε από την προηγούμενη εφημερίδα, που αιχμαλωτίστηκε στο τέλι πριν μερικές εβδομάδες, και η οποία, άλλο παιγνίδι του χρόνου τώρα, μπορεί να ήταν νεώτερη απ’ αυτή που μόλις κοιτάξαμε.

Σήμερα, δεν διαβάζεις την εφημερίδα αν πέρασε το μεσημέρι. Μέχρι το μεσημέρι όμως έχεις ακούσει και έχεις δεξιωθεί δελτία ειδήσεων και ροή πληροφοριών από το ραδιόφωνο, από την τηλεόραση, το διαδίκτυο. Το μεσημέρι σου φαίνεται μπαγιάτικη ακόμα και η σημερινή εφημερίδα, που κυκλοφόρησε το πρωί. Γιατί έχουμε μια διαφορετική αντίληψη της ενημέρωσης, και άλλη βίωση του χρόνου, στους σύγχρονους ρυθμούς της ζωής στην πόλη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: