Archive for Ιουνίου 2012

ΕΝΤΟΛΕΣ ΛΗΔΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑ ΚΑΙ ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Ιουνίου 26, 2012
  1. ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ  ΜΕ ΜΑΤΟΓΥΑΛΙΑ .

Σύμφωνα με εντολή της κας Λήδας Κουρσουμπά και της κας Στέλλας Κυριακίδου, όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες από αύριο θα πρέπει να προσέρχονται στο σχολείο τους με γυαλιά μυωπίας. Όπως επεξήγησαν: Μας το ζήτησαν οι γονείς μαθητών και μαθητριών που έχουν μυωπία και νιώθουν μειονεκτικά, πολλοί συμμαθητές τους τους φωνάζουν με απαξιωτικό τρόπο:  «ρε στραβούλιακα» ο ένας, «ρε μύωπα ο  άλλος». Για τον λόγο αυτό, για να μη δημιουργούνται αισθήματα μειονεξίας, όλοι θα φορούν ματογυάλια, εκείνοι που δεν έχουν μυωπία θα φορούν ματογυάλια από σκέτο τζάμι, έτσι θα έχουμε πλήρη ομοιομορφία και θα αποφεύγονται οι διακρίσεις.

2. ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΙ ΣΤΟ ΓΥΨΟ

Για τους ίδιους λόγους, μαθητές και μαθήτριες θα έχουν το ένα πόδι ή το ένα χέρι στο γύψο. Κάθε μέρα σε όλα τα σχολεία υπάρχουν μαθητές που λόγω ατυχημάτων προσέρχονται με πόδια και χέρια στο γύψο, κυκλοφορούν με δεκανίκια, γίνονται, κάποτε, αντικείμενα πλάκας, αισθάνονται μειονεκτικά. Αν όλοι οι μαθητές έχουν κάτι στο γύψο, έστω και αν δεν έχουν κτυπήσει, θα υπάρχει εκείνη η σχολική κοινότητα που ζει χωρίς διακρίσεις.

3. ΟΧΙ ΟΝΟΜΑΤΑ, ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΘΑ ΑΠΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ

Επειδή υπήρξαν παράπονα από αλλόθρησκους και αλλοεθνείς γονείς μαθητών ότι τα παιδιά τους που φοιτούν σε κυπριακά σχολεία μειονεκτούν γιατί έχουν ονόματα όπως Ισμαήλ και Χασάν, ενώ η πλειονότητα έχει ελληνικά ονόματα και ακούς συνέχεια Λήδα και Στέλλα και Ανδρέας και Βασίλης, όλοι οι μαθητές θα αποκαλούνται πια με αριθμούς.

Τα προηγούμενα αποτελούν πρόταση για τη συγγραφή επιθεωρησιακού νούμερου,  γιατί η τρέλα στην Κύπρο δεν έχει όρια. Προεκτείνοντας τα πράγματα, όπως έκανε ο Μπ. Μπρεχτ, δίνοντας σε εξόγκωση τις λογικές ενός φαινομένου, συντείνεις στην αποκάλυψη των υπόγειων αλληλουχιών του και την καλύτερη κατανόησή του.  Μπρεχτικώ τω τρόπω, λοιπόν, γράφτηκε το προηγούμενο. Οφείλω να ομολογήσω ότι δείλιασα και δεν έβαλα το τελευταίο μέρος της επιθεώρησης: Οι κυρίες Κουρσουμπά και Κυριακίδου, με ένα πολυβόλο η κάθε μία, σκληρές και αποφασιστικές να θερίζουν τους γονείς των μαθητών. Όλους. Ξέρετε, θα επεξηγούν, υπάρχουν ορφανά παιδιά και για να μην υπάρχουν διακρίσεις αποφασίσαμε την ισότητα, δηλαδή όλα να γίνουν ορφανά.

Δυστυχώς στην Κύπρο ελλείπει το ανατρεπτικό χιούμορ και ο αποκαλυπτικός σαρκασμός, μας αρκούν κάποιες πατάτες νερόβραστες τηλεοπτικές. Ο τόπος είναι μικρός, ο φόβος φυλάει τα έρημα, ο καιροσκοπισμός ανθεί.

Το χτεσινό σημείωμα του ιστολογίου: Γιατί πρέπει να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους η κ.  Λήδα Κουρσουμπά και η κ. Στέλλα Κυριακίδου καθώς και το σημερινό με τίτλο: Εντολές κας Λήδας Κουρσουμπά και κας Στέλλας Κυριακίδου προς τα σχολεία, γράφτηκαν ύστερα από την εξής εκπληκτική είδηση που διαβάσαμε στις εφημερίδες:

«Στην κατάργηση της αναγραφής των στοιχείων των γονέων από τις πολιτικές ταυτότητες φαίνεται να συμφωνούν μέχρι τώρα ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα αλλά και η Επίτροπος Νομοθεσίας και Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού. Έτσι το ενδεχόμενο της διαγραφής των ονομάτων των γονιών στην πολιτική ταυτότητα φαίνεται να είναι πλέον αρκετά μεγάλο και μάλιστα το θέμα έχει προωθηθεί από την περασμένη εβδομάδα στο Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο είναι και το αρμόδιο για την περίπτωση.

Το όλο θέμα εξάλλου δεν αποκλείεται να προχωρήσει στις τελικές διαδικασίες πριν το τέλος του καλοκαιριού. Η υπόθεση ξεκίνησε από παράπονα μητέρων παιδιών μη αναγνωρισμένων από τον πατέρα τους, προς τη βουλευτή του ΔΗΣΥ, Στέλλα Κυριακίδου. Με επιστολή της προς την Επίτροπο Νομοθεσίας και Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδα Κουρσουμπά, η κ. Κυριακίδου ζητούσε τη διερεύνηση του ενδεχομένου διαγραφής του ονόματος των γονιών από τις πολιτικές ταυτότητες»

Αλήθεια πόσα είναι τα παιδιά που δεν είναι αναγνωρισμένα από τον πατέρα τους; Εκατόν, Χίλια, πέντε χιλιάδες; Κάποιος, επιτέλους πρέπει να μας πληροφορήσει. Ας δεκτούμε το πιο υψηλό νούμερο και ας πούμε ότι είναι πέντε χιλιάδες. Από πού και ως που κάποιος, με φασιστικό τρόπο, να διαγράψει το όνομα των γονιών στις άλλες 850 χιλιάδες του πληθυσμού;

Πως έτσι εύκολα υπονομεύεις έθος, ήθος, συνήθεια που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, που τη σφραγίζει για αιώνες; Σωκράτης Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν (από τον Δήμο της Αλωπεκής) παρουσιάζουν όλες οι αρχαίες πηγές τον φιλόσοφο Σωκράτη, σήμερα, πιο σωστά θα λέγαμε Σωκράτης Σωφρονίσκου και Φαιναρέτης από τον δήμο της Αλωπεκής, τονίζοντας και το όνομα της μάνας του. Οι σύγχρονοι καιροί του τεχνοφασισμού θέλουν να περάσουμε στην απάλειψη των ιδιαίτερων οικογενειακών ονομάτων.  

Ακόμη: Το στοίχημα της παιδείας και της κοινωνίας είναι να δεχτεί με τον σωστό τρόπο όλα τα παιδιά που έχουν κάποιο πρόβλημα, είτε είναι ορφανά ή με σωματικές αναπηρίες ή δεν είναι αναγνωρισμένα από τον πατέρα τους, να τα αποδεκτεί ως ισότιμα, χωρίς διακρίσεις, και όχι να καλύπτεις αυτό το θέμα με την ισοπέδωση. Ακόμη, το στοίχημα της παιδείας και της κοινωνίας είναι να δώσει σε αυτά τα παιδιά την επιπλέον προσοχή που χρειάζονται για να προχωρήσουν στη ζωή τους άξια και αυτόνομα. Κανένα παιδί δεν ευθύνεται γιατί ο ανεύθυνος και ασυνείδητος πατέρας του δεν το αναγνωρίζει, πρέπει λοιπόν η παιδεία και η κοινωνία να του δώσει τα εφόδια ο νέος να αντιμετωπίσει με ευθύτητα την κατάστασή του και να προχωρήσει  αυτάρκης και περήφανος. Μιλάμε για μια παιδεία που αντιμετωπίζει τον κάθε μαθητή ως ανεπανάληπτη  ύπαρξη και συντείνει στη μεγαλύτερη άνοδο της αυτοεικόνας του, καλλιεργεί το υψηλότερο επίπεδο αυτονομίας, που σέβεται και αναδεικνύει το πρόσωπο και δεν επιβάλλει φασιστικά ισοπεδωτικά μέτρα. Γιατί, ίσως και σήμερα, μπορεί να αποδειχτεί ότι από αυτά τα παιδιά, που δεν τα έχει αναγνωρίσει ο πατέρας τους, τα περισσότερα να το θεωρούν ως δεδομένο της ζωής τους, προχωρούν περήφανα και ωραία και δεν θέλουν να αφαιρεθούν από τα άλλα παιδιά τα ονόματα των γονέων για χατήρι τους. Γιατί είναι περήφανα.

Φυσικά όλα αυτά τα περίεργα, που επιβάλλονται σιγά σιγά, στοχεύουν στη μετατροπή της κοινωνίας σε ένα άχρωμο πολτό καταναλωτών, με ανάγκες που μπορούν να προβλεφθούν ή και να δημιουργηθούν και τις οποίες τα μεγάλα πολυεθνικά συγκροτήματα είναι έτοιμα για να τις ικανοποιήσουν, με τη συνεπακόλουθη κερδοφορία. Μας θέλουν, απλώς, χωρίς συνεκτικούς ιστούς και χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία, μας θέλουν χωρίς μνήμη, συνείδηση και ιστορία, ένα μαζοπολτό.

Όμως θα συνεχίσουμε, το θέμα αποκαλύπτει πολλές παράπλευρες συνισταμένες του σύγχρονου βίου. Θα υπάρξει και τρίτο μέρος, αφού μεσολαβήσει ευφρόσυνο διάλειμμα με ένα σημείωμα για τις δραστηριότητες του κυρίου Τριμικλινιώτη.

Advertisements

Γιατί πρέπει να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους η κ. Λήδα Κουρσουμπά και η κ. Στέλλα Κυριακίδου

Ιουνίου 25, 2012


Θα μιλήσω εν παραβολαίς.

Παραβολή Α.

Μια νύχτα βαρέθηκα να σηκωθώ για να πάρω ένα ποτήρι νερό για το αντιβιοτικό και κατάπια το χάπι χωρίς νερό. Το πρωί σηκώθηκα με πόνο στον λαιμό και έτρεξα  στον ωτορινολαρυγγολόγο.

-Κύριε, μου είπε, κινδύνεψες με οισοφαγίτιδα γιατί το χάπι κόλλησε εκεί στον λάρυγγα, άρχισε να λιώνει και οι ουσίες του να επενεργούν γύρω, παρ’ ολίγο να σου τρυπήσουν τον οισοφάγο. Αφού έκανε τα αναγκαία  ιατρικά (αφαίρεση υπολειμμάτων χαπιού και καθαριότητα της περιοχής) και έληξε, ευτυχώς, η περιπέτεια μου, γύρισε και μου είπε αυστηρά.

-Παρακαλώ να επιστρέψεις το πτυχίο σου στο Πανεπιστήμιο για τα περαιτέρω.

Νόμιζα ότι αστειευόταν, όμως συνέχισε πιο έντονα.

-Δεν επιτρέπεται άνθρωπος με πανεπιστημιακό δίπλωμα να παίρνει το χάπι του χωρίς νερό. Εσύ την έκανες αυτή τη βλακεία, πρέπει, λοιπόν, να επιστρέψεις το πτυχίο σου στο Πανεπιστήμιο, και αυτοί θα αποφασίσουν κάποιο αντίτιμο, κάποιο κόστος που πρέπει να καταβάλεις για να το πάρεις πίσω πάλι. Π.χ.  να δώσεις εξετάσεις σε τρία μαθήματα και όταν γράψεις καλά να σου επιστρέψουν το δίπλωμα.

Είδε το βλέμμα μου που συνέχιζε να παραμένει απορημένο και ξανατόνισε: Κύριε επιτέλους να μάθουμε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο κόστος για τα λάθη και τις βλακείες που κάνουμε.

Έφυγα με ένα μεγάλο μάθημα. Γιατί, ευτυχώς, στην Κύπρο υπάρχουν αξιοπρεπείς και άξιοι γιατροί. Το μάθημα ήταν απλό. Πρέπει να υπάρχει κάποιο κόστος για τις βλακείες και τα λάθη που κάνουμε.

 

Παραβολή Β’

Ένας καθηγητής στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης ήταν ανεκδιήγητος, αμαθής, προκλητικός και με ανεπίτρεπτη συμπεριφορά. Χαρακτηριστικά, κάποτε είπε σε μαθήτρια του, που ήταν στο πρώτο θρανίο: «φύγε εσύ από δω, που είσαι χοντρή», «κι έλα εσύ που είσαι όμορφη» είπε σε άλλη. Αν δεν το πιστεύετε αυτό που σας διηγούμαι, υπάρχουν οι σχετικοί φάκελοι στο αρχείο του Υπουργείο Παιδείας προς επιβεβαίωση.  Όταν άκουσα αυτή την είδηση, σκέφτηκα το κορίτσι που το απέπεμψε από την πρώτη θέση, το οποίο θα πλήρωνε ψυχολογικά για όλη του τη ζωή τη βλακεία αυτού του κτήνους/καθηγητή, και είπα: «δεν γίνεται άλλο, αυτός ο άνθρωπος πρέπει να φύγει από την εκπαίδευση». Μόλις το είπα, ένας προοδευτικιάρης συνάδελφος με κοίταξε επιτιμητικά.

-Μα θα του στερήσουμε το ανθρώπινο δικαίωμα της εργασίας;

-Κανείς δεν του στερεί το ανθρώπινο δικαίωμα της εργασίας. Αυτός  ο ανεκδιήγητος μπορεί να γίνει αχθοφόρος, ναυτικός, βουλευτής και όλα τα άλλα επαγγέλματα. Στην τάξη όμως δεν πρέπει να ξαναμπεί. Γιατί  υπάρχει και ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα των παιδιών: Να διδάσκονται από καλούς και άξιους δασκάλους.

Έτσι το Υπουργείο τον απέλυσε και γλίτωσαν τα παιδιά.

Πρώτο επιμύθιο:

Καλώ την κ. Λήδα Κουρσουμπά και την κ. Στέλλα Κυριακίδου να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους, η πρώτη από Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων Παιδιού και η δεύτερη από Βουλευτής. Οι ενέργειές τους για το σβήσιμο των ονομάτων των γονιών από τις ταυτότητες και τα απολυτήρια των σχολείων καταστρατηγεί ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα των παιδιών να έχουν συνεκτικούς δεσμούς, να έχουν ταυτότητα, να έχουν μνήμη, ύπαρξη και ιστορία. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες φασιστοειδείς ενέργειες για την μετατροπή των παιδιών και των μελλοντικών πολιτών σε άχρωμο, άοσμο, και άγευστο μαζοπολτό.

Το θέμα έχει ποικίλες προεκτάσεις  και θα συνεχίσουμε αύριο. Αυτές οι λογικές της ισοπέδωσης και του τεχνοφασισμού είναι και οι πιο επίφοβες γιατί ξεγελούν με πονηρούς τρόπους τις αντιστάσεις των πολιτών. Η βλακεία και οι ύποπτες πολιτικές για να περάσουν έχουν πολλά εύηχα ονόματα και καλύπτονται από ελκυστικά χρώματα. Ας τις αποκαλύψουμε, συντελώντας έτσι στην κατανόηση των νέων καιρών και στην κοινωνική αυτογνωσία μας.

Αύριο, λοιπόν, θα συνεχίσουμε. Μέχρι τότε εύχομαι να ακουστεί ότι υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους οι κυρίες Κουρσουμπά και Κυριακίδου. Δηλαδή προσχώρησαν στο στρατόπεδο των ανθρώπων που αποδέχονται τη θεμελιώδη αρχή: ότι πρέπει να υπάρχει κόστος για τα λάθη και τις ζημιές που κάναμε. Και έκαναν μεγάλη ζημιά στα παιδιά και στην κοινωνία ευρύτερα.

One hundred years from the sinking of the Titanic

Ιουνίου 20, 2012

One hundred years from the sinking of the Titanic

This year marks one hundred years of the sinking of the Titanic, which descended in the early hours of April 15 1912, after colliding with an iceberg. What was considered to be an unparalleled achievement of contemporary shipbuilding sank in the Arctic Ocean, taking with her 1500 of the 2200 passengers, where less than a third, only 700, survived.

Despite the temporal distance that exists between today and the wreck, and despite other fatal and at times, deadlier shipwrecks, the Titanic continues to incite strong sentiments, the strength of which are comparable to the ones brought about when the world first got word of the tragedy. Dozens of books (both novels and historical accounts), journalistic research, interviews of survivors, countless radio and television shows, and four profitable cinematic adaptations have aided the perseverance of the sentiment behind the tale. Thus, it`s important that this fact is addressed, and the reasons that incite such interest toward the nautical tragedy are outlined.

Firstly, consider the name: Titanic, an adjective that has its roots in the Titans of Greek mythology, which were the personification of great powers. According to the Liddell – Scott dictionary, for the Ancient Greeks, the adjective titanic signified someone who belonged or is pertinent to the Titans, and until today, the adjective carries the notion of the superhuman, the gigantic and the magnificent. This theme was relevant to the general spirit of the age, which emphasized the value of machinery, welcomed new inventions with raw enthusiasm, extolled and heroicized manufacturing engineers, believed that the new achievements of machinery secured dominion over nature, and at the same time, had a frantic rhythm of promoting the strongest, fastest and biggest mechanical construction. The advertising and promotion of this ship was in accordance with the spirit of the age — it was described as a miracle of nautical art, luxurious and resplendent, with powerful machines and construction that made it “unsinkable.”Consequently, this can come to explain the arrogance of the shipping company, which kept them from sufficiently equipping the ship with enough lifeboats, since they were deemed redundant in an unsinkable ship.

The themes of hubris and punishment seem intrinsic in discourse on the subject. The ship was built with pride, it was majestic and imposing — a ship worthy of the Titans. When it came into contact with the natural elements, the “Titanic” sunk, bringing forth a range of emotions that would not prompt such a response were this ship called “Glasgow” or “Eleanor Livingston.”

The magnificent construction of the “unsinkable” Titanic floundered when it collided with an iceberg during her maiden voyage — another element that loads this particular accident with such profound emotional responses. The fact is reminiscent of feeble, futile and unfortunate adolescent attempts; it reduces a powerful and easily recognizable symbol, since if it were for similar wreckage to occur four years after its construction on its twenty-fifth journey, and it would not incite the strong emotional responses that the failure of its first journey provoked.

There are other elements that contribute to the emotional load accompanying this wreckage. The passengers of the ship mostly consisted of members of the higher social strata, the gentry of the Belle Époque, many of whom were traveling for pleasure, anxious to experience the glorious ship in her maiden journey. The days preceding the collision, the dazzling areas of the ship, were brimming with shows and beautiful images, good taste, elegant dresses, appetizing meals and expensive drinks, that were accompanied by orchestral music, dance and exuberance.

The sinking of the Titanic inspired Greek poet Giannis Skarimpas, who intensely captured the majestic atmosphere of the ship in his poem “The Ship (Titanic)” that was published in his 1950 poetry collection “Little Selves.”In the “proud ship,” with the “golden lights of the dream” exists a “divine hour” where people dance waltz in the parlour, with appealing ladies and couples swirling to the sounds of the band, while an exquisite lady holding a book approaches the captain so that she can hear: “But of course we’re sinking madam.”

The Titanic was classically structured, where the first class separated from the lower classes with the expected discriminations, but it’s not by chance that this idealized version of the spectacular upper class is the image that comes to mind when the public ponders this ship, as this is the one the popular cinematic adaptations choose to focus on.

Thus, this luxurious ship, that was considered to be unsinkable and that is set to connect the strongest, most advanced countries of Europe and America — England and the United States —is thought to have been boarded by upper-class whites, who sailed to a voyage of prosperity and happiness whose journey had the worst possible end. Ships with greater numbers of migrants, soldiers, refugees or slaves that, for example, had sunk in the India-Java line do not bring to mind this rapid change from happiness and despair that the case of the Titanic uniquely brings to our emotional education.

Some discern a class competition in the continuous preoccupation and re-examination of the wreckage of the Titanic, as class malevolence is seen in their fascination by the metaphorical and literal sinking of “good society.” This might be an inherent quality, but the key to this phenomenon lies in the opposite site, the identification of a broad mass of people with this world — it’s not a coincidence that even though cinematic adaptations focus on the lives of the higher-classes, their revenue primarily comes from an audience from the lower-classes.

The broad masses of the world, that face daily stress and tediousness and go about their lives’ dealing with small losses and gains, see the world through the eyes of those who they would like to be identified with in crucial moments that supersede the ordinary. The passengers of the Titanic were at a breaking point; where the range between pettiness and magnanimity was highlighted by the spectrum of unique reactions to the situation. There are reports in existence of incredible demonstrations of courage and heroism, while at the same time there is evidence of some atrocious instances of pettiness. Reports of men who tried to bribe crew officials or who dressed as women so as to have access to the lifeboats with the women and children, but at the same time others were true to their duty even thought they knew they would soon be dead. Some were consumed by panic while others faced their imminent death with serenity and dignity. In all the witness testimonies, the admirable stance of the orchestra is mentioned, as it members carried on playing while the ship was sinking, in an attempt to quell the panic caused by the collision.

As a final point, the themes of coincidence and possibility are essential in the issues brought to our attention by the interest in this case. The ship’s construction ensured that even if four of its watertight compartments were pierced, it would remain unsinkable, the iceberg however pierced five of them, making the ship’s fall unavoidable. How the collision with the iceberg came to be and, mainly, the rupture of the five watertight compartments make up an incredible accumulation of coincidences that had to take place(including things such as the ship’s speed, the distance from the iceberg, the degrees the ship’s course was diverted to avoid the iceberg etc.). If one of the factors responsible were to be altered by a minimal value, were it to be a few centimetres or a few milliseconds, the ship would have been saved. As it was emphasized even if a collision with the same iceberg was inflicted on a ship same as the Titanic, it would be impossible for all these unfortunate circumstances to exist simultaneously and for a wreckage to come to pass as such.

The fall of the Titanic brings to the surface certain fundamental symbolisms and certain basic patterns of the human tragic experience.

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΩΤΗΡΗ ΣΟΡΟΓΚΑ

Ιουνίου 16, 2012


Κάποτε, η έκθεση ενός άξιου Ελλαδίτη καλλιτέχνη αποτελούσε το καλλιτεχνικό γεγονός της Λευκωσίας, για μέρες το συζητούσαν, κι όλοι, όχι μόνο οι φιλότεχνοι αλλά και κάθε ένας με ευρύτερα πνευματικά ενδιαφέροντα, όδευαν στον χώρο που τη φιλοξενούσε.

Παλιά αυτό, πριν οικοδομηθεί η νεοκυπριακή αυτάρκεια, η οποία με αναπτυγμένα επαρχιώτικα σύνδρομα στρέφει τη ράχη στην ποιοτική κατάθεση της Ελλάδας και αρκείται σε κάθε κυπριακή έκφανση, καλή ή κακή.

Παλιά αυτό, πριν την οικοδόμηση του πλέγματος των κυπριακών γκαλερί, οι οποίες βλέπουν ανταγωνιστικά την άφιξη ακόμη και των πιο ποιοτικών  Ελλαδιτών ζωγράφων, γιατί τους αφαιρούν ένα κομμάτι από την πίττα του δούναι και λαβείν, από αυτό που συνήθισαν τον κόσμο να προσεγγίζει και από το οποίο κερδοφορούν–μόνο Κύπριους και τίποτε άλλο:  Κύπριους καλούς ή  ημιμαθείς ή ατάλαντους και αμαθείς, για να μην πω και για τις εκθέσεις που προκαλούν θυμηδία και χλεύη.

Παλιά αυτό, πριν την επικράτηση του νεοκυπριακού ιδεοληπτικού λόγου, που μπορεί να προκαλέσει σεισμό κοσμοσυρροής για την κοινή έκθεση ημιτάλαντου και ημιμαθούς Τουρκοκύπριου ζωγράφου με ατάλαντο και αμαθή Ελληνοκύπριο εικαστικό, ενώ μια έκθεση με τον Μυταρά ή τον Τέτση μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Τα σκέφτηκα αυτά μεταβαίνοντας στην έκθεση του Σωτήρη Σόρογκα, Σκουριές και πέτρες, οργανωμένη από τον Δήμο Έγκωμης της μείζονος Λευκωσίας, που θα παραμείνει ανοικτή μέχρι την Κυριακή 24 Ιουνίου στον εκθεσιακό χώρο του Πολιτιστικού Κέντρου του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η ζωγραφική του Σωτήρη Σόρογκα, με λιτό τρόπο, αποτυπώνει τον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια, ο ζωγράφος φιλέταιρος και φιλάνθρωπος, μέσα στην εκδήλωση του συμπάσχειν με τους ανθρώπους και τους φίλους αλλά και με τα πράγματα, αφήνει κάποτε και κάποιες ευφρόσυνες πινελιές ανάστασης.

Σταματώ εδώ, η πρόθεσή μου δεν είναι να μιλήσω ως τεχνοκριτικός –δεν μου πάει αυτός ο ρόλος, ούτε έχω τον στοιχειώδη εξοπλισμό. Είναι όμως παγκοίνως αποδεκτό -και από τον Δήμο και από τους Σοφιστές- πως ο Σωτήρης Σόρογκας είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, γι’ αυτό πιστεύω ότι η υπόθεση της  ποιότητας  πρέπει να κερδηθεί στη Λευκωσία. Η έκθεση του Σόρογκα, ποιοτική και καίρια,  είναι εκεί μέχρι την Κυριακή, και θα δούμε αν θα νικήσει η επαρχιώτικη επανάπαυση και ο επικρατήσας ιδεοληπτικός λόγος ή η επίσκεψη των φιλοτέχνων θα βοηθήσει να κερδηθεί  το στοίχημα της ποιότητας.

ΜΕΡΑΡΧΙΑ, ΣΥΓΓΝΩΜΗ!

Ιουνίου 8, 2012

ΜΕΡΑΡΧΙΑ, ΣΥΓΓΝΩΜΗ! Α’

Εποχές αναθεωρήσεων και επανατοποθετήσεων, και η Κύπρος ακόμη να ζητήσει συγγνώμη επισήμως, τόσο εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης όσο και εκ μέρους των διαφόρων οργανωμένων συνόλων της, για την απαράδεκτη στάση και συμπεριφορά απέναντι στην ελληνική μεραρχία του 1964-1967, που κράτησαν αρκετοί φορείς, άτομα και συσπειρώσεις αυτής της περιόδου.

Το θέμα αυτό ένοχα αποκρύβεται και βρίσκεται στα αζήτητα της ιστορικής, πολιτικής και κοινωνιολογικής έρευνας. Ενώ έχουν συζητηθεί, ερευνηθεί και σχολιαστεί τόσα θέματα της κυπριακής ιστορίας και της κοινωνίας του νησιού μας.

Ο αφόρητος επαρχιωτισμός της κυπριακής διανόησης και των Κυπρίων επιστημόνων είναι έκδηλος και σ’ αυτό το θέμα. Οι κοινωνιολόγοι της Κύπρου, π.χ., εύκολα καταπιάνονται με διάφορα θέματα που έχουν ερευνηθεί και αλλού, στις διάφορες χώρες της ανεπτυγμένης δύσης (ναρκωτικά, μαθησιακό επίπεδο παιδιών από διαλυμένες οικογένειες και άλλα πολλά). Υπάρχουν τα υποδείγματα ερευνών, η σχετική ξένη βιβλιογραφία κ.τ.λ., που θα τους καθοδηγήσουν στη διεκπεραίωση της έρευνάς τους. Έτσι ευκολύνονται, γιατί έχει χαραχτεί το αυλάκι που θα κυλήσουν οι έρευνές τους. Και παρ’ όλον ότι συνήθως αντιγράφουν μιμητικά (τους διαφεύγουν οι ιδιαιτερότητες τού τόπου τους, τοποθετούν την κυπριακή πραγματικότητα στο κρεβάτι του Προκρούστη, που δημιουργούν οι έτοιμες και εισαγόμενες θεωρίες, και αναλόγως την εξαρθρώνουν ή την ακρωτηριάζουν), εν τούτοις μπορούμε να πούμε ότι έχουμε κάποια αποτελέσματα.

Μια υπόθεση έρευνας όμως, όπως το θέμα της ελληνικής μεραρχίας του 1964-1967, θέλει τόλμη, ανάληψη ευθύνης, θεωρητική επάρκεια και εξαγωγή συμπερασμάτων, χωρίς να υπάρχει η βοήθεια από ξένους εύκολους τυφλοσούρτες.  Όμως, η έρευνα γύρω από τη στάση της κυπριακής κοινωνίας απέναντι στην ελληνική μεραρχία, η συμπεριφορά μεμονωμένων ατόμων και οργανωμένων συνόλων, η μελέτη των φανερών και άδηλων πολιτικών σκεπτικών, που καθόριζαν αυτήν τη στάση, θα συντελέσει στην αυτογνωσία μας και θα βοηθήσει στη συνολική εποπτεία του Κυπριακού. Γι’ αυτό, και ένα ερευνητικό πρόγραμμα πρέπει να ξεκινήσει, που θα μαζέψει όλα τα σχετικά δημοσιεύματα των εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων της περιόδου 1964- 1967 και μεταγενέστερα, καθώς και προφορικές μαρτυρίες και συνεντεύξεις τόσο από την πλευρά των μελών της μεραρχίας όσο και από Κυπρίους.

Τη δεκαετία, λοιπόν, του ’60 παίχτηκε η τύχη της Κύπρου και χάθηκε. Βασικός παράγοντας για το χάσιμό της ήταν η απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας της Κύπρου, εκ μέρους της Χούντας, μετά την κρίση της Κοφίνου.

Με τις ευλογίες, τη συναίνεση και την άφατη χαρά του κυπριακού κατεστημένου, που από καιρό οραματιζόταν μια τέτοια κατάληξη.

Γιατί η ελληνική μεραρχία της Κύπρου ενέτασσε το Κυπριακό σε ένα λαϊκότερο επίπεδο πολιτικών και εθνικών αγώνων, απ’ όπου η παραίτηση και το ξεπούλημα θα ήταν δύσκολο να περάσουν. Χωρίς τη μεραρχία στην Κύπρο, τόσο η ελλαδική όσο και η κυπριακή ηγεσία αναλάμβαναν το αγαπημένο τους σπορ: τα μυστικά διαβούλια, τις επαφές και διαπραγματεύσεις, όπου κινούσαν τα πιόνια του κυπριακού σκακιού, χωρίς να έχουν να δώσουν πουθενά απολογισμό.

Η μαζική ένοπλη λαϊκή παρουσία της Ελλάδας στην Κύπρο απέτρεπε πολλά. Γιατί, παρούσης της μεραρχίας, για να περάσουν τα διάφορα σχέδια παραίτησης και ηττοπάθειας, έπρεπε να αλλοτριωθεί και να εκμαυλιστεί ένας ολόκληρος λαός.

Αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό, όταν ξανασκεφτούμε το ’74. Μέσα στις χειρότερες συνθήκες για τον κυπριακό ελληνισμό, η προδοσία και η παραίτηση δεν μπορούσε να απλωθεί, και οι Ελλαδίτες στρατιώτες και η πλειονότητα των αξιωματικών έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στην αντίσταση εναντίον του Τούρκου εισβολέα. Ας φανταστούμε, απλώς, ποια θα ήταν η εξέλιξη ή αν θα τολμούσε καν η Τουρκία να επέμβει, αν ήταν η μεραρχία στην Κύπρο, που την “αποχώρησαν” επτά χρόνια πριν από την εισβολή.

Και ας γράφει, σε εφημερίδα των Αθηνών, δοκησίσοφος δημοσιογράφος, που καμώνεται ότι ασχολείται με την Ιστορία του Κυπριακού, απλουστεύοντας με χοντροκοπιά το σύνθετο πλέγμα των κυπριακών εξελίξεων, ότι η μεραρχία ήλθε στην Κύπρο με τις ευλογίες των Αμερικανών, για να ελέγχεται ο Μακάριος. Ο εν λόγω δημοσιογράφος, μακάριος εν τη επαναπαύσει του, δεν τολμά να συνεχέσει τις σκέψεις του. Γιατί, τότε, την απόσυρση της μεραρχίας, το 1967, την επέβαλε η αντιαμερικανική πολιτική ή, αν είχε η απόσυρση τη συναίνεση των Η.Π.Α., σημαίνει ότι ο Μακάριος ήταν πια υπό τον έλεγχο των αμερικανικών συμφερόντων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που επελεύνουν επί του Κυπριακού ημιμαθείς, χωρίς συνολική εποπτεία των δυνάμεων και εξελίξεων που το καθορίζουν. Γι’ αυτό, κατά το “άχρι πεδίλων, βέβηλε” θα προτρέψωμεν “άχρι ιστοριοδιφίας, βέβηλε”[1]. Γιατί η ιστορία είναι επιστήμη και προνοεί βαθύτατη μελέτη, τουλάχιστον επαρκή γνώση του Θουκυδίδη και όχι δημοσιογραφικά πλατσουλήματα εδώθεν και εκείθεν.

Όμως, πρέπει να συνεχίσουμε.

[1997]

ΜΕΡΑΡΧΙΑ, ΣΥΓΓΝΩΜΗ! Β’

Γράψαμε στο προηγούμενο σημείωμα για το θέμα της ελληνικής μεραρχίας της περιόδου 1964-1967. Όταν, για πρώτη φορά, δημιουργήθηκαν τα δεδομένα για τη δίκαιη, δηλαδή απελευθερωτική λύση του Κυπριακού. Που, όμως, υπονομεύθηκαν και εξουδετερώθηκαν όχι μόνο από τις πιέσεις, παρεμβάσεις και εκβιασμούς των ξένων παραγόντων αλλά κυρίως από τη δική μας μιζέρια, αλλοτρίωση και κακομοιριά. Κι αν κορυφαίο γεγονός αυτής της απαράδεκτης, λανθασμένης και ενδοτικής στάσης ήταν η προδοτική ενέργεια της χούντας να αποσύρει την ελληνική μεραρχία, μετά την κρίση της Κοφίνου, το 1967, εξ ίσου σημαντική ήταν και η στάση και συμπεριφορά που κράτησαν αρκετοί φορείς, άτομα και συσπειρώσεις της κυπριακής κοινωνίας  αυτής της περιόδου. Που αντιμετώπισαν επιθετικά, περιθωριοποίησαν και λοιδόρησαν την ελληνική μεραρχία, προσπάθησαν να δημιουργήσουν χάσμα μεταξύ αυτής και της κυπριακής κοινωνίας, να την αντιμετωπίσουν ως ξένο σώμα, να προσβάλουν και να ταπεινώσουν τα μέλη του ελληνικού στρατιωτικού σώματος.

Σήμερα και στο μέλλον, κάθε φορά που θα σταθμίζουμε τις συνέπειες των νέων εγκλωβιστικών διαδικασιών στο Κυπριακό, τις νέες δεσμεύσεις και τη δημιουργία νέων δυσμενών δεδομένων, την αποθράσυνση του τουρκικού παράγοντα και τις εκβιαστικές καταστάσεις που θα δημιουργεί, θα θυμούμαστε και θα αναπολούμε την περίοδο της μεραρχίας, όταν το παιγνίδι της Κύπρου θα μπορούσε να κερδηθεί και τα απελευθερωτικά οράματα του ελληνισμού να πραγματοποιηθούν.

Γράψαμε, ακόμη, στο προηγούμενο σημείωμα κια την ανάγκη να ζητηθεί επισήμως συγγνώμη, από την Ελλάδα και τον Ελληνισμό γενικότερα, για την απαράδεκτη στάση ατόμων και οργανωμένων συνόλων της κυπριακής κοινωνίας απέναντι στην ελληνική μεραρχία.

Το θέμα αυτό δεν πρέπει να αποκρύβεται, αλλά πρέπει να ανασυρθεί στην επιφάνεια και να συζητηθεί με διαφάνεια και εντιμότητα, γιατί θα συντελέσει πρώτ’ απ’ όλα στην αυτογνωσία μας, θα φωτίσει μια πλευρά της κυπριακής ιστορίας και θα συμβάλει στην ειλικρινή αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των δύο τμημάτων του ελληνισμού.

Ο γράφων βίωσε την παραμονή της ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο και τη συμπεριφορά της κυπριακής κοινωνίας απέναντί της κατά τα παιδικά και πρωτοεφηβικά του χρόνια. Τα έντονα και φορτισμένα χρόνια και οι εξελίξεις που ακολούθησαν (διαμάχη και πόλωση γριβικών – μακαριακών,  πραξικόπημα, εισβολή, τουρκική κατοχή και επιπτώσεις) κάλυψαν αυτές τις εμπειρίες από τη μεραρχία.

Η συνεχής μελέτη των διαφόρων φάσεων του Κυπριακού, επανέφερε σιγά σιγά και το θέμα της μεραρχίας και την ανάγκη να εξεταστεί και η περίοδος αυτή. Ένα επεισόδιο μάλιστα, αυτήν την εποχή της μελέτης του Κυπριακού, μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση. Στο Εναλλακτικό Φεστιβάλ, το 1985, στο άλσος της νέας Σμύρνης, σε εκδήλωση για το Κυπριακό, μίλησα για τις εθνικές διαστάσεις του θέματος και την ανάγκη τόσο η επίσημη Ελλάδα όσο και ο ελληνικός λαός να αντιμετωπίσουν την Κύπρο σαν χώρο δικό τους, χώρο ελληνικό, που πρέπει να υπερασπιστούν από τον τουρκικό επεκτατισμό. Μετά το τέλος της εισήγησης με πλησίασε ένας σαρανταπεντάρης, ο οποίος με οργή προσπάθησε να ανατρέψει τα επιχειρήματά μου. Πώς εσείς ζητάτε τη συμπαράστασή μας, αφού δεν θέλετε την Ελλάδα και μισάτε τους Έλληνες, τους αντιμετωπίζετε σαν εχθρούς; Στην έκπληξή μου για τα λόγια του, απάντησε: Ήμουν στρατιώτης στην Κύπρο το 1966, με τη μεραρχία, και η στάση σας ήταν απαράδεκτη, εχθρική και προσβλητική. Και ανέφερε διάφορα παραδείγματα πρωτάκουστης εχθρὀτητας, που πιστεύω ότι ήταν αλήθεια. Δεν διέψευσα τα λόγια του, του τόνισα απλώς ότι, και αν έχουν συμβεί αυτά, σημασία έχει να αλλάξουμε αυτήν τη νοοτροπία της καχυποψίας και ανταγωνιστικότητας και ότι ο κυπριακός ελληνισμός έχει κάνει αρκετά βήματα προς το θετικότερο, τα χρόνια μετά την εισβολή.

Αυτή η συζήτηση ανέσυρε από τη μνήμη μου διάφορα σχετικά επεισόδια. Καταθέτω εδώ δύο μαρτυρίες- εμπειρίες που, παρά τις επικαλύψεις, έμειναν ανεξίτηλες.

Στη γενέτειρά μου, το 1965 περίπου, δύο μελη της ελληνικής μεραρχίας εδάρησαν ανηλεώς για ασήμαντη αφορμή και όλη η κοινότητα, όλες οι πολιτικές της αποχρώσεις, εκτός από μεμονωμένα άτομα, συσπειρωμένη επικροτούσε και συμφωνούσε για την «τιμωρία». Ήμουν κοντά, όταν τους επιτέθηκαν, και η ανἀμνηση της σκηνής εκδιπλώνει κάτι το τρομοκρατικό και το αποτρόπαιο.  Αν συγχωρώ τον μεγάλο μου αδελφό, για διάφορες πολιτικές του θέσεις και επιλογές σήμερα, είναι γιατί τότε, μεσα σε μια φανατική συσπείρωση της κοινότητας απέναντι στους «ξένους», τόνισε ότι αυτός υποστηρίζει τα παιδιά της μεραρχίας που ήρθαν από την Ξάνθη και την Ήπειρο, για να υπερασπιστούν την Κύπρο, και εμείς τους συμπεριφερόμστε  με ανεπίτρεπτο τρόπο.

Τον επόμενο χρόνο, το κατηγορητήριο εναντίον της μεραρχίας είχε πάρει μορφή επιδημίας. Θυμάμαι τα απογεύματα, στο λεωφορείο της γραμμής Λευκωσία – Κοκκινοτριμιθιά, τη δράση του ημιέμμισθου ινσστρούχτορα του Α.Κ.Ε.Λ. που η συμπεριφορά του είχε πάρει προκαθορισμένες, τυποποιημένες διαγραφές. Επιβιβαζόταν στη στάση του Αγίου Δομετίου και ύστερα από μερικές συνηθισμένες κουβέντες για τον καιρό και τις εξελίξεις, σιωπούσε μέχρι το ανήφορο μπροστά από το στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ. Μόλις φτάναμε εκεί, ξεκινούσε το κατηγορητήριο εναντίον της μεραρχίας, ανέφερε και σχολίαζε διάφορα γεγονότα που σχετίζονταν με αυτήν και συνέβησαν σε διάφορα χωριά της Κύπρου. Η φωνή του σιγά σιγά μεταβαλλόταν σε λαρυγγισμούς, με μόνιμη επωδό: Να φύγουν από την Κύπρο, Να φύγουν από την Κύπρο.

Αν κάποιος επιχειρηματολογούσε εναντίον των θέσεών του, αυτός δεν έχανε καιρό με απόψεις και αντεπιχειρήματα. Έριχνε ένα σαρκαστικό-κοροϊδευτικό γέλιο ότι στο τέλος αυτοί θα “πειράξουν και τις γυναίκες μας”, και όλοι σιωπούσαν,  γιατί όποιος τολμούσε να συνεχίσει σημαίνει ότι το δεχόταν και αυτό. Το “προοδευτικό”, και άλλα ηχηρά παρόμοια, κόμμα της Κύπρου καλλιεργούσε τον έσχατο τοπικισμό και επαρχιωτισμό, για να περάσει τις θέσεις του στο εθνικό θέμα. Οχυρωμένο πίσω από το τελευταίο εσώρουχο της Κύπριας γυναίκας επέβαλλε τη γραμμή του στο Κυπριακό.

Οι αναφορές στην ερωτική δραστηριότητα της μεραρχίας φαίνεται ότι επηρέαζαν αρκετούς, γι’ αυτό και ρίχτηκαν ανάλογα επιχειρήματα στη μάχη. Ο μαθηματικός μας, π.χ., που υπέστηριζε τη μεραρχία και την εθνική γραμμή στο Κυπριακό, μας ανέφερε στην τάξη, τακτικά, ότι και οι Κύπριοι που σπούδαζαν και σπουδάζουν στην Αθήνα «αθέτησαν υποσχέσεις γάμου, κορόιδεψαν κόπελες από την Ελλάδα, τις εκμεταλλεύτηκαν ερωτικά» και ότι, όπως είναι ανεπίτρεπτο να καταδικάζεται η Κύπρος στη συνείδηση των Ελλήνων λόγω της δράσης μερικών Κυπρίων, έτσι είναι ανεπίτρεπτο να καταδικάζουμε την Ελλάδα και τη μεραρχία λόγω της δράσης μερικών Ελλαδιτών στρατιωτών.

Με αυτά, λοιπόν, ασχολούμασταν, δηλαδή με το τελευταίο εσώρουχο των γυναικών στην Αθήνα και την Κύπρο, ενώ η Τουρκία είχε ήδη βομβαρδίσει την Τηλλυρία, εκτόξευε συνεχώς απειλές απόβασης και σχεδίαζε το επόμενο βήμα της επεκτατικής της πολιτικής.

Εν τέλει η μεραρχία έφυγε μεσα σε κλίμα απόρριψης, εχθρικότητας και κατηγορητηρίου.

Σήμερα, τι να πούμε πια;

Μεραρχία, συγγνώμη! Λίγοι άφησαν ένα δάκρυ να κυλήσει λόγω της αποχώρησής σου, κι απ’ αυτούς οι περισσότεροι στα κρυφά. Μεραρχία, ο θρήνος για σένα θα είναι ετεροχρονισμένος. Κλαίουν και θα κλάψουν για σένα ακόμη και τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών που χαρηκαν για την απόσυρσή σου.

Γιατί, κάθε φορά που τα πράγματα στο Κυπριακό θα δυσκολεύουν, και όλο θα δυσκολεύουν, όλοι θα θυμούνται εσένα και την εποχή της παρουσίας σου στο νησί, τότε που τα απελευθερωτικά οράματα ενός λαού μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.

[1997]


[1] Αρχαίος γλύπτης, αφοσιωμένος στην εργασία του, ζήτησε τη γνώμη κατασκευαστή υποδημάτων, για τα πέδιλα που φορούσε η μορφή του γλυπτού που δημιουργούσε, και τον άκουσε προσεκτικά. Εκείνος τότε πήρε θάρρος και με έπαρση άρχισε να εκφέρει γνώμη και για άλλα μέρη, καθώς και για το σύνολο του γλυπτού. Τότε ο γλύπτης τον σταμάτησε με το περίφημο: Άχρι πεδίλων, βέβηλε.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΦΙΝΟΥ

Ιουνίου 5, 2012


Οι προβληματικοί χαρακτήρες, η ένταση και το πάθος της τουρκικής κοινωνίας για την υπόθεση της Κύπρου και άλλες ερμηνείες, υποδείξεις και επεξηγήσεις από τις αναλύσεις του μακαρίου εν τη ιδεοληψία του και μακαρίου εν τη επαναπαύσει του συνεργάτη της αθηναϊκής Ελευθεροτυπίας, δημιουργούν ένα χαζοχαρούμενο αναγνώστη, ο οποίος πνίγεται στις λεπτομέρειες και μένει στον αφρό, χάνει το δάσος για το δέντρο, δεν αντιλαμβάνεται τίς βαθύτερες συνισταμένες του Κυπριακού και τις θεμελιώδεις αιτίες της κυπριακής τραγωδίας.

Χαρακτηριστικά, σε ένα από τα τελευταία πονήματά του αναφέρεται στην κρίση της Κοφίνου και στην απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο. Όλα τα αποδίδει στον Τούρκο αξιωματικό με το ψευδώνυμο Τσιετίν,  ο οποίος ήταν ο διοικητής του τουρκοκυπριακού θύλακα της περιοχής Κοφίνου, «άνθρωπος προβληματικός». Αυτός, λοιπόν, ο Τσιετίν δημιουργούσε προβλήματα, και τα Ηνωμένα Έθνη στις εκθέσεις τους, για το ζήτημα που προκάλεσε την κρίση, «το απέδιδαν εξ ολοκλήρου στον προβληματικό χαρακτήρα του Τσιετίν».

Προβληματικούς χαρακτήρες έχουμε πολλούς ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου. Ένας, μάλιστα, απ’ αυτούς τους προβληματικούς είμαι κι εγώ, δύστροπος και με πολλά κουσούρια, και όμως εμείς οι καημένοι οι προβληματικοί Έλληνες δεν καταφέραμε να φύγει ένας Τούρκος στρατιώτης από την Κύπρο. Ενώ ο «προβληματικός» Τσιετίν, ένας ασήμαντος πασάς της περιοχής Κοφίνου, διορισμένος πραξικοπηματικά σε έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το τουρκικό επιτελείο,  με τις ιδιοτροπίες και τα προβλήματα που δημιούργησε στην περιοχή Κοφίνου, οδήγησε στην κρίση και  πακέταρε ολόκληρη ελληνική μεραρχία, που, άρον άρον, μπήκε στα καράβια και αναχώρησε για την Ελλάδα, αφήνοντας την Κύπρο έκθετη στη βουλιμία της Άγκυρας.

Αναφέρονται και άλλα ευτράπελα, ότι, τάχα, η ελληνική μεραρχία «είχε εκστρατεύσει στην Κύπρο το 1964». Χρησιμοποιεί τον όρο «εκστρατεύσει», λες και έκαμε πολεμική επιχείρηση, απόβαση και επέμβαση στο νησί και όχι ότι είχε φτάσει στην Κύπρο ύστερα από συμφωνία της κυπριακής κυβέρνησης, για να υπερασπιστεί τη δημοκρατική πλειονότητα του νησιού που κινδύνευε από τη βουλιμία του φασιστοειδούς τουρκικού επεκτατισμού. Όταν, όμως, αναφέρεται στον Τούρκο αξιωματικό, με το ψευδώνυμο Τσιετίν, αυτός δεν είχε «εκστρατεύσει», γιατί κατά την κρίση του αρθρογράφου της αθηναϊκής εφημερίδας φαίνεται ότι δικαιούνταν να ήταν εκεί στην Κοφίνου και να προκαλεί ή να πυροβολεί εναντίον των διερχομένων αυτοκινήτων ή, ακόμη, ήταν αυτοφυές φυτό του κάμπου της Κοφίνου  ή οι ενέργειες του ήταν θεμιτές και νόμιμες.

Η επέλαση του μακαρίου εν τη ιδεοληψία και μακαρίου εν τη  επαναπαύσει αρθρογράφου της αθηναϊκής εφημερίδας βασίστηκε στο φόβητρο των ντοκουμέντων. Ότι βλέπει αρχεία και δεδομένα και τα φέρει στην επιφάνεια. Γνωρίζει, λοιπόν, κάτι παραπάνω Και η επαρχιώτικη νοοτροπία Αθηνών και Λευκωσίας έπρεπε να υποκλιθεί στον καταιγισμό των νέων ντοκουμέντων από δημόσια και ιδιωτικά αρχεία.

Παλιά, όταν οι διανοούμενοι της Κύπρου και του ευρύτερου ελληνισμού ήταν βαθύτατα μορφωμένοι και εξοπλισμένοι με τη γενικότερη θεωρία της Ιστορίας, όταν είχαν μελετήσει Θουκυδίδη, Λουκιανό (Πώς δει Ιστορίαν συγγράφειν) και Μπρεχτ (Πέντε δυσκολίες για να γράψει κάποιος την αλήθεια), γελούσαν με αυτήν τη λατρεία των ντοκουμέντων. Γιατί ήξεραν ότι, πίσω από τις δεξαμενές των αρχείων, χρειάζεται και ο συνθετικός νους που θα δει το μείζον και το έλασσον, που θα διαγράψει το καίριο και το σημαντικό, θα ανιχνεύσει τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της Ιστορίας.

Όλο το αρχειακό υλικό που μας έφερε ο εν λόγω ιστοριοδίφης της Ελευθεροτυπίας δεν ανέτρεψαν ένα ιώτα από την περίφημη αγόρευση του Ηλία Ηλιού στη Βουλή των Ελλήνων, στις 26 Φεβρουαρίου 1959, ή από τα άρθρα του Δαμωνίδη που γράφτηκαν πριν από σαράντα χρόνια. Που αναδείκνυαν  τις γενικότερες τάσεις στην εξέλιξη της κυπριακής ιστορίας και τις βασικές συνισταμένες του τουρκικού επεκτατισμού.

Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει, έτσι που αρχίζουν τα αισθήματα συμπάθειας για τον ιστοριοδίφη να με κατακλύζουν. Βγάζει συνεχώς αυτό το παιδί έγγραφα και ντοκουμέντα για τις εξελίξεις του Κυπριακού και παρά τον όγκο τους και τον μεγάλο αριθμό τους η προ πεντηκονταετίας γενική τοποθέτηση του Ηλιού μένει αμετακίνητη.

Γιατί άλλο μόρφωση και φιλοσοφία της Ιστορίας κι άλλο επιπολαιότητα πνευματική και ιστοριοδιφική, άλλο κατανόηση των βαθύτερων κινήσεων της Ιστορίας και άλλο να κολυμπάς στον αφρό και να καμώνεσαι ότι βλέπεις στα βαθιά.

   [2007]

 

Saka Digane: You, the Greeks of Cyprus, are crazy (english text) Σάκα Ντιγκάνε, αγγλικό κείμενο

Ιουνίου 3, 2012

Το ιστολόγιο αυτό πρωτοδημοσίευσε τις απόψεις του Σάκα Ντιγκάνε, μεταπτυχιακού φοιτητή σε Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας. Εντοπίσαμε μια μετάφραση του κειμένου του στα αγγλικά από τον Χαρίλαο Πάλμα και ευχαρίστως την αναδημοσιεύουμε και εδώ. Παράλληλα, εκτός από την αγγλική μετάφραση, στο τέλος  δημοσιεύουμε ξανά και το κείμενο του Σάκα Ντιγκάνε στα ελληνικά.

You, the Greeks of Cyprus, are crazy

You Greeks are crazy. You the Greeks of Cyprus, who I have gotten to know well. In order to avoid negativeness, I must clarify that I came to your island out of love for the Greek civilization. Greek mythology was my favorite book, for years I have resorted to its pages and I have almost memorized it. In the village I was born, a neighbouring family had given ancient Greek names to all their 7 children such as Αριστείδης (Aristides), Ιάσονας (Jason), Σωκράτης (Socrates), Αντιγόνη (Antigone). A ‘smart’ compatriot of yours, a smartass rather, who wasn’t comfortable with the black Zulu children with ancient Greek names, said: What have the Zulus got to do with Homer and Plato? Our neighbour, the father of the children, replied with pride: Greeks now have the whole planet as their homeland.

That’s why I am not comfortable with your stance toward the Cyprus problem. Even though a Zulu states with pride his relation and connection to the Greek civilization, you are hiding with guilt and other complexes your Greek history and tradition, the fact that Cyprus was always a part of the Greek civilization. Even when he, the Zulu we are talking about, considers that the Hellenic spirit has embraced the whole planet, you are in danger of losing your own homeland, a very ancient source of Hellenism. Don’t you realise that the continuous projection of history, the Greek identity of Cyprus, is a ‘weapon’ for your struggle? To conclude the chapter of my love toward Greek mythology: When, for the first time, I was going to leave my country I saluted my mother and my other relatives with the phrase ‘Ο αργοναύτης ξεκινά’ (The Argonaut is going).

Nevertheless, the third destination of my Argonautic campaign, after Greece and England, which is Cyprus (I have come to its university), has filled me with negative feelings. Because having a direct experience with the South African struggle for freedom and equality, I never believed that I would have noticed so many mistakes, criminal mistakes, omissions and careless mistakes by you.

I give two examples: In our country white people tried to create a partitioned country, separated into whites and blacks, separated into two election bodies and separated into two areas, one with a white majority and one with a black majority. All this would be joined in a so called ‘single’ state with different federal forms. The Zulus of South Africa understood the trap, that we would have further strengthening of the racist regime, that there would just be a change in name not in essence. They opposed this strongly. They proudly, continuously and loudly declared: South Africa will be a single united country, where all its citizens able to move and live freely in any part of it they want, there will be a single election body and every human will be equal to one vote.

I cannot understand you Greeks. You are deliberately accepting racist discrimination, separate areas and that every Greek-Cypriot will equal to half a vote and every Turkish-Cypriot to four. Unbelievable, you even accept rotating presidency. How is this ever possible!

Another example: For us, our ideological framework was clear. Our beliefs and values were not ‘laces’ for the carnival dance. If somebody was considered to be willing to talk about separate areas or other opinions of the white colonialism and the racist regime, he was immediately isolated. They pointed at him with disgust and regarded him as a coward and a traitor. He expressed the worst conservatism, racism and oppression. Our women would not talk to him; our men would turn their backs at him with disrespect. And that’s why we won, because Zulus stood with pride. I view a big reverse of action in you. They come and tell you the same we were told by the supporters of the apartheid, but yours have a look on their face as if they are saying great, progressive and modern things! This is not possible, ‘Lord, set a guard upon my lips’. You listen to them, you don’t speak of treason and you don’t ostracize them.

I believe that they dare say these unhistorical things and dare declare these racist views because society has no control over them and doesn’t reject them. A society which has lost its self-confidence and its pride will lose the battle at some point. So, I believe that the Greeks of Cyprus need to ‘take’ some pride from the Zulus.

Saka Digane, Student of Politics and Sociology in the University of Cyprus

December 2011
Translation in English by Charilaos Palmas

Ένα διεισδυτικό κείμενο του Σάκα Ντιγκάνε

Δεκεμβρίου 2, 2011

Πολλές φορές οι ξένοι μάς βλέπουν καλύτερα, συλλαμβάνουν τάσεις και νοοτροπίες μας που εμείς δεν είχαμε καν υποπτευθεί

Η εξήγηση είναι απλή. Γνωρίζουν την κυπριακή κοινωνία, μα δεν έχουν κολλήσει στο χυλό των φαινομένων της, έχουν εκείνη την αποστασιοποίηση που τους επιτρέπει παρατηρήσεις και  ανιχνεύσεις που σπάνια εντοπίζουν οι  εντόπιοι. Οι παρατηρήσεις του Σάκα Ντιγκἀνε είναι ενδεικτικές. Φοιτητής εδώ στο Πανεπιστήμιο του Περιστιάνη, στο τμήμα Πολιτικής και κοινωνιολογίας, έγραψε το άρθρο αυτό κυριολεκτικἀ στο γόνατο, όταν του το ζήτησα ύστερα από συζήτηση για την κυπριακή κοινωνία. Γιατί δεν τα γράφεις αυτά, του είπα, όταν άκουσα τις διειδυτικές πρατηρήσεις του για μας.  Το έγραψε σε μισή ὠρα και μου το έδωσε. Το αναρτώ και γω στο ιστολόγιό μου ευχαρίστως.  Σ.Π.

Σάκα Ντιγκάνε ομοπάτριος

Η Νοτιαφρικανική εμπειρία

του Σάκα Ντιγκάνε

Μ.Α. sociology and politics

Είστε τρελοί εσείς οι Έλληνες. Εσείς οι Έλληνες της Κύπρου, που σας γνώρισα καλά. Και για να μην δημιουργήσω αρνητικά συναισθήματα από την αρχή, πρέπει να τονίσω ότι ήρθα στο νησί σας από αγάπη για τον ελληνικό πολιτισμό. Η ελληνική μυθολογία ήταν το αγαπημένο μου βιβλίο, για χρόνια κατέφευγα στις σελίδες του, σχεδόν το αποστήθισα. Στο χωριό που γεννήθηκα, δίπλα από το σπίτι  μας, μια οικογένεια είχε δώσει και στα επτά παιδιά της μόνο αρχαιοελληνικά ονόματα: Αριστείδης, Ιάσονας, Σωκράτης, Αντιγόνη κ.λπ. Ένας έξυπνος δικός σας, μάλλον ένας εξυπνάκιας δικός σας, που τον ξένιζε να βλέπει τα κατάμαυρα παιδιά των Ζουλού με αρχαιοελληνικά ονόματα είπε: Και τι σχέση έχουν οι Ζουλού με τον Όμηρο και τον Πλάτωνα; Ο γείτονας μας, ο πατέρας των παιδιών, του είπε με περηφάνια: Οι Έλληνες έχουν πια πατρίδα όλη τη Γη.

Για αυτό και με ξενίζει η στάση σας στο Κυπριακό. Ενώ ένας Ζουλού δηλώνει περήφανος για την ελληνική του συνάφεια και σύνδεση με τον ελληνικό πολιτισμό, εσείς κρύβετε με ενοχές και άλλα συμπλέγματα την ελληνική σας Ιστορία και Παράδοση, το ότι η Κύπρος ήταν πάντα μέρος του ελληνικού πολιτισμού, ακόμη ενώ ο περί ου ο λόγος Ζουλού θεωρεί το ελληνικό πνεύμα να έχει πατρίδα πια όλη τη Γη, εσείς κινδυνεύετε να χάσετε την πατρίδα σας, μια αρχαιότατη κοιτίδα ελληνισμού. Δεν το αντιλαμβάνεστε ότι η συνεχής προβολή της Ιστορίας, η συνεχής προβολή της ελληνικής ταυτότητας της Κύπρου αποτελεί όπλο στον αγώνα σας; Πάντως για να κλείσω το κεφάλαιο με την αγάπη μου στην ελληνική μυθολογία: όταν ξεκίνησα από τη χώρα μου, πρώτη φορά στη ζωή μου, αποχαιρέτησα τη μάνα μου και τους άλλους δικούς μου με τη φράση: Ο αργοναύτης ξεκινά.

Πλην ο τρίτος σταθμός, μετά την Ελλάδα και την Αγγλία, της αργοναυτικής μου εκστρατείας, δηλαδή η Κύπρος (που ήρθα εδώ στο Πανεπιστήμιό της), με γέμισε με διάφορα αρνητικά συναισθήματα. Γιατί έχοντας άμεση εμπειρία από τον νοτιοαφρικανικό αγώνα για ελευθερία και ισότητα, δεν πίστευα ότι θα σημείωνα τόσα λάθη, εγκληματικά λάθη, παραλείψεις και γκάφες δικές σας.

Φέρνω δυο παραδείγματα: Και σε μας οι λευκοί άποικοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια διχοτομημένη χώρα. Διχοτομημένη σε λευκούς και μαύρους, διχοτομημένη σε δύο ξεχωριστά εκλογικά σώματα, μοιρασμένη σε δύο ξεχωριστές περιοχές, στη μια με λευκή πλειοψηφία και στην άλλη με πλειοψηφία των μαύρων. Και όλα αυτά θα συνενώνονταν σε ένα δήθεν ενιαίο κράτος με διάφορες ομοσπονδιακές δομές. Οι Ζουλού της Νότιας Αφρικής κατάλαβαν την πλεκτάνη, ότι θα είχαμε διαιώνιση του ρατσιστικού καθεστώτος, απλώς θα άλλαζε η βιτρίνα και όχι η ουσία, και αντιτάχτηκαν σθεναρά. Με περηφάνια τόνιζαν δυνατά και συνεχώς: Η Νότια Αφρική θα είναι μια ενιαία χώρα, όπου όλοι οι πολίτες της θα κυκλοφορούν και θα εγκαθίστανται ελεύθερα σε όποιο μέρος της θέλουν, θα υπάρχει ενιαίο εκλογικό σώμα  και κάθε άνθρωπός της θα ισούται με μία ψήφο.

Εσάς τους Έλληνες δεν μπορώ να σας καταλάβω. Εθελούσια αποδέχεστε ρατσιστικούς διαχωρισμούς, ξεχωριστές περιοχές, κάθε ελληνοκύπριος θα διαθέτει μισή ψήφο και κάθε τουρκοκύπριος τέσσερις. Απίστευτο, ακόμη δέχεστε εκ περιτροπής προεδρία. Αν είναι ποτέ δυνατόν!

Ένα άλλο παράδειγμα: Σε μας ήταν καθαρά τα ιδεολογικά περιγράμματα, και τα πιστεύω και οι αρχές μας δεν ήταν δαντέλες για το χορό του καρναβαλιού. Αν κάποιος έδειχνε να συζητούσε καν το θέμα των ξεχωριστών περιοχών, ή άλλων απόψεων της λευκής αποικιοκρατίας και του ρατσιστικού καθεστώτος, αμέσως απομονωνόταν, τον έδειχναν με αποτροπιασμό, ήταν ο ρίψασπις, ο προδότης. Ήταν ο εκφραστής του πιο απαίσιου συντηρητισμού, του ρατσισμού και της καταπίεσης. Οι γυναίκες μας δεν του μιλούσαν, οι άντρες μας του έστρεφαν τη ράχη με περιφρόνηση. Γι’ αυτό και νικήσαμε, γιατί οι Ζουλού στάθηκαν περήφανοι. Σε σας βλέπω μια μεγάλη ανατροπή. Έρχονται και λένε τα ίδια, όπως σε μας οι υποστηρικτές του απαρτχάιντ, όμως οι δικοί σας έχουν ένα ύφος, κάνουν μια φιγούρα ότι δήθεν λένε σπουδαία πράγματα, προοδευτικά, μοντέρνα!!! Αν είναι ποτέ δυνατόν, θου Κύριε φυλακή τω στόματί μου! Και εσείς τους ακούτε, δεν μιλάτε για προδοσία, δεν τους αποπαίρνετε.

Πιστεύω ότι τολμούν και λένε αυτά τα ανιστόρητα  πράγματα, ότι τολμούν και κηρύσσουν αυτές τις ρατσιστικές επιλογές, γιατί το κοινωνικό σώμα δεν τους ελέγχει και δεν τους απορρίπτει. Ένα κοινωνικό σώμα που έχασε την αυτοπεποίθησή του και την περηφάνια του, άρα θα χάσει τη μάχη κάποια στιγμή. Πιστεύω λοιπόν ότι οι Έλληνες της Κύπρου πρέπει να πάρουν λίγη περηφάνια από τους Ζουλού.

Σάκα Ντιγκάνε