ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ, η τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη

ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ, η τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη

 

Η ποίηση για το γήρας της μητέρας καθώς και για τον επικείμενο θάνατό της έδωσε ποικίλα ποιητικά επιτεύγματα, με κύρια χαρακτηριστικά τον λυγμό, την έντονη πίκρα και τον πόνο, το σπάραγμα για την συντελεσθείσα ή αναμενόμενη αποχώρηση/απουσία.

Στην τελευταία, μεταθανάτια, συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη με τίτλο Βαθέος γήρατος, (Κέδρος 2011)  που αναφέρεται στο θέμα της μητέρας (γήρας και θάνατος) ο Γιάννης Βαρβέρης  πέτυχε μια πρωτόφαντη μείξη.  Χωρίς την  πίστη από το  ευφρόσυνο μήνυμα “όρθρου βαθέος”, με πίκρα μα και αποστασιοποίηση, με πόνο μα και τρυφερότητα, μετεωρίζεται σε ένα στοχαστικό σπαραγμό  μεταξύ βαθέος γήρατος και ύπνου βαθέος, εκφράζει πένθος για την ζωντανή πλην γηραιά μητέρα, στοργικός πονά για το αναπότρεπτο μα σώζει κινήσεις, εκφράσεις και παρουσίες το αγαπημένου προσώπου που οσονούπω αναχωρεί, εκφράζει το πένθος και την οδύνη με μια φιλοσοφική αποδοχή και κάποτε  διαχέει στις σελίδες ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο, χωρίς φτήνια, αλλά  με σπάνια διανοητική ευγένεια και ψυχική ενατένηση.

Κοιμάσαι;

 

Να μην τηλεφωνώ τη νύχτα αργά, μου λες

γιατί κοιμάσαι.

Όμως σε ώρες αδυσώπητες

εγώ τηλεφωνώ αν κοιμάσαι

ή εκοιμήθης.

 

-Κοιμήσου τώρα, καληνύχτα.

Κι όμως πρόκειται για το θέμα του γήρατος και της αναχώρησης του πιο αγαπημένου προσώπου, της μητέρας, που του χάρισε “μια ζωή/ και γλώσσα μία.” Κι όμως πρόκειται για την ποίηση ενός ανθρώπου που έγραψε προηγουμένως με σπαρακτικό τρόπο για την απουσία του νεκρού πατέρα.

Ο Γιάννης Βαρβέρης μας προειδοποιεί από την προηγούμενη συλλογή του Ο άνθρωπος μόνος  (Κέδρος 2009):

Σταθμός Πελοποννήσου

κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι

μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.

Είμαστε γέροι πια κι οι δυο

κι εγώ αφού γράφω ποιήματα

πιο γέρος

Το γήρας είναι κοινό  πια χαρακτηριστικό για τον ποιητή και τη μητέρα του [=μας ενοχλεί το γήρας του/ ή μήπως ενοχλείται απ’ το δικό μας (ποίημα: Δυσαρέσκειες, σ.58)]. Κάποια στιγμή, αντικαθιστά, ως καβαλιέρος, τον απολεσθέντα πατέρα, μπαίνει στα ίδια ηλικιακά πεδία του   πάλαι ποτέ γονεϊκού ζεύγους:

 

TinoRossi

Βάζω συχνά cd κι ακούμε στο δωμάτιο

μουσική που ακούγατε μαζί.

 

Σήμερα Τίνο Ρόσσι.

 

Ξάφνου σηκώνεσαι

και με τα μικρά βήματά σου

αρχίζεις σχεδόν να χορεύεις.

Σε πλησιάζει ο καβαλιέρος σου

σε σφίγγω

και στρέφω αλλού το πρόσωπό μου

 

-όσο μπορώ να επιτείνω τη σύγχυση.

Εδώ πιστεύω ότι αξίζει η παράθεση δυο μικρών αποσπασμάτων που φωτίζουν καλύτερα αυτό που θέλω να εκφράσω. Προέρχονται από ένα κείμενο που γράφτηκε με το άκουσμα του θανάτου του Γιάννη Βαρβέρη και πριν διαβάσω τη συλλογή του Βαθέος γήρατος: «Με τον Γιάννη Βαρβέρη είχαμε  επικοινωνία πολύ σπάνια, όμως όταν βρισκόμασταν, ή σε τηλεφωνήματά μας, πιάναμε αμέσως το κομμένο νήμα, μιλούσαμε λες και συνεχίζαμε χτεσινή κουβέντα. Τον προσκαλέσαμε στη Λευκωσία, στις «Ποιητικές βραδιές με πανσέληνο», του άρεσε πολύ. Απήγγειλε πολύ ωραία, χειροκροτήθηκε από τον κόσμο, η εκδήλωση πέτυχε. Επισήμως είμαι πενήντα χρονών, μου είπε στις κουβέντες μας, όμως βιολογικά έφτασα στα εβδομήντα χρόνια. Μου μίλησε πολλές φορές για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, νεφρικά και άλλα, για τις αιμοκαθάρσεις στην κλινική, τον συγχρωτισμό με διάφορους ανθρώπους, πως έμαθε να επικοινωνεί με συνταξιούχους στρατιωτικούς και ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων που όταν μπήκε δυναμικά στην πνευματική ζωή του τόπου δεν διανοείτο ότι θα είχε ποτέ επαφή μαζί τους. Κι όμως αυτοί πια αποτελούσαν τον κόσμο του στις ατέλειωτες ώρες της αιμοκάθαρσης, έμαθε να αποκαλύπτει τον εαυτό του και σ’ αυτούς -και να δέχεται τον κρυμμένο εαυτό τους. […] Τα πενήντα χρόνια του αντιστοιχούσαν στα 70, ύστερα από έξι χρόνια που έφυγε μπορούμε να πούμε ότι ο Γιάννης Βαρβέρης πέθανε στα 78 του. Το λες και φαίνεται απλή αριθμητική πράξη των τριών, όμως αν αγαπάς τον άνθρωπο πρέπει να νιώσεις τον πόνο του κορμιού του, την πίκρα της σκέψης του για την επέλαση της φθοράς που προχωρεί ακάθεκτη με διαφορετικούς ρυθμούς παρά εκείνη των άλλων ανθρώπων, που φορτώνεται συμπιεσμένα και άλλα 22 χρόνια πτώσης.»

Με αυτές τις σκέψεις πλησίασα την τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη και ένιωσα το ξεχωριστό της χρώμα. Είχαμε μια ποιητική συλλογή, για το γήρας και την προσδοκώμενη απώλεια της μητέρας όμως και για το γήρας και την προσδοκώμενη αναχώρηση του ίδιου του ποιητή, με πρωτόγνωρες πλευρές, γιατί  ο ποιητής, λόγω επιτάχυνσης της δικής του παρακμής,  και η μητέρα του είχαν σιγά σιγά γίνει συνομήλικοι. Εξ άλλου έφυγαν, λόγω φθοράς, την ίδια εποχή, μέσα σε 60 μέρες και οι δυο τους.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: