Η καλή κουβέντα που δεν πρόλαβες –μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Θα με κυνηγά πάντα η καλή κουβέντα που δεν πρόλαβα να πω. Και ούτε θα μπορέσω να την πω ποτέ γιατί έγινε το ανεπανόρθωτο. Αυτός που θα την άκουγε έφυγε από τη ζωή. Μου τηλεφώνησε απροσδόκητα ο ξάδελφός μου ο Χριστόδουλος Μουρούζης, μονίμως εγκαταστημένος στη Λεμεσό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ξάδελφε, μου είπε, μεγαλώσαμε μαζί κι όμως χαθήκαμε, να βρεθούμε να πούμε μια κουβέντα. Πράγματι είχαμε δέκα χρόνια και περισσότερο να συναντηθούμε. Του υποσχέθηκα ότι όταν θα κατέβαινα στη Λεμεσό, με την πρώτη ευκαιρία, θα του τηλεφωνούσα για να τα πούμε. Κάποιο τρέμουλο στη φωνή του με έκανε να ρωτήσω έναν κοινό γνωστό, έμαθα για την αρρώστια του, ύποπτη κι επικίνδυνη, ότι δυσκολευόταν να περπατήσει. Ύστερα από δεκαπέντε μέρες όταν θα πήγαινα στη Λεμεσό έγραψα το τηλέφωνό του, μόλις τέλειωνα τις δουλειές του υπουργείου θα του τηλεφωνούσα. Όμως οι δουλειές δεν τέλειωσαν εύκολα, κάποια στιγμή που γύρεψα το τηλέφωνό του δεν το βρήκα, συνέχισα με τις πιεστικές εκκρεμότητες, εν τέλει δεν κατάφερα να επικοινωνήσω μαζί του, σκέφτηκα: την επόμενη εβδομάδα σίγουρα. Θα του έδινα κουράγιο, θα του έλεγα την καλή κουβέντα, θα του μιλούσα για τα παιδικά μας χρόνια και τα φοιτητικά. Την επόμενη εβδομάδα πηγαίνοντας στη Λεμεσό, σε μια σελίδα που έσκισα από τετράδιο, έγραψα το τηλέφωνό του : Χριστόδουλος Μουρούζης 25730420, κι έβαλα την κόλλα στο πάνω μέρος της υπηρεσιακής τσάντας, στο πιο εμφανές σημείο. Το μεσημέρι θα τον έπαιρνα, να περνούσα για έναν καφέ τουλάχιστον. Στις 12 το μεσημέρι έμαθα τα νέα, τη νύχτα είχε μια επιπλοκή, τον πήραν εσπευσμένα στην κλινική, πέθανε το πρωί. Έμεινα άναυδος, το τηλέφωνό του και η πρόσκλησή του να βρεθούμε φωτίστηκαν διαφορετικά, ότι είχε καταλάβει που οδεύανε τα πράγματα και έκανε προσκλητήριο παλιών φίλων, για έναν αποχαιρετισμό και μια καλή κουβέντα. Κι εγώ δεν ανταποκρίθηκα. Την άλλη μέρα στην κηδεία του ένιωσα την απελπισία για τον καλό λόγο που δεν πρόλαβες να πεις. Ανεπανόρθωτα πια.

Με τον Γιάννη Βαρβέρη είχαμε  επικοινωνία πολύ σπάνια, όμως όταν βρισκόμασταν, ή σε τηλεφωνήματά μας, πιάναμε αμέσως το κομμένο νήμα, μιλούσαμε λες και συνεχίζαμε χτεσινή κουβέντα. Τον προσκαλέσαμε στη Λευκωσία, στις «Ποιητικές βραδιές με πανσέληνο», του άρεσε πολύ. Απήγγειλε πολύ ωραία, χειροκροτήθηκε από τον κόσμο, η εκδήλωση πέτυχε. Επισήμως είμαι πενήντα χρονών, μου είπε στις κουβέντες μας, όμως βιολογικά έφτασα στα εβδομήντα χρόνια. Μου μίλησε πολλές φορές για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, νεφρικά και άλλα, για τις αιμοκαθάρσεις στην κλινική, τον συγχρωτισμό με διάφορους ανθρώπους, πως έμαθε να επικοινωνεί με συνταξιούχους στρατιωτικούς και ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων που όταν μπήκε δυναμικά στην πνευματική ζωή του τόπου δεν διανοείτο ότι θα είχε ποτέ επαφή μαζί τους. Κι όμως αυτοί πια αποτελούσαν τον κόσμο του στις ατέλειωτες ώρες της αιμοκάθαρσης, έμαθε να αποκαλύπτει τον εαυτό του και σ’ αυτούς -και να δέχεται τον κρυμμένο εαυτό τους.

Η συνεχώς κατηφορική πορεία της υγείας του και η διαδρομή φθοράς του σώματος και της μορφής του τον οδήγησε σε μια σπουδή θανάτου και σε ανεπανάληπτα ποιητικά κρυσταλλώματα. Τα ποιήματα του κινούνταν στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, ζώντες και τεθνεώτες συνυπάρχουν και διαλέγονται, δεν γνωρίζεις κάποτε αν γεννιούνται πεθαμένοι ή αν θάβονται και προχωρούν στο επέκεινα ζωντανοί -«ζώντες των εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες». Αυτή η ποίηση στα όρια του θανάτου τον οδήγησε στην επιμονή του ουσιαστικού, απέκοπτε κάθε περιττό, οι στίχοι του χωρίς το υδαρές και το λιπώδες για να μην πω ότι απέκοπτε και από το ψαχνό.

ΓΚΑΦΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ

 Ήμασταν λέει καθισμένοι κι οι τρεις όπως παλιά, σ’ ένα καλό εστιατόριο Κυριακής. Μεσημέρι κι η μητέρα μου είχε τη σημερινή της ηλικία που δε γνωρίζω ακριβώς, πάντως άνω των εβδομήντα, εγώ μια αδιάφορη, ας πούμε πάλι τη σημερινή. Όμως ο πατέρας ήταν κάπως πιο νέος από κείνην, ενώ μου είναι γνωστό το αντίθετο. Το εστιατόριο με πολλή κίνηση αλλά χωρίς φασαρία και μπροστά μας ήδη σερβιρισμένα τρία πιάτα που όμως δεν είχαμε παραγγείλει.

 Πήρα εγώ το συκώτι, ο μπαμπάς το φιλέτο κι έμεινε για τη μαμά μια μερίδα αρνάκι.

 -Το αρνάκι βλάπτει, παρ’ το εσύ καλύτερα που είσαι πεθαμένος, είπα στον πατέρα μου.

Με κοίταξε όπως κοιτάζουν οι νεκροί και ξυπνάς.

Η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη είναι ένας συνεχής αποχαιρετισμός, μια διαρκής μελέτη για τη διάπλευση της Αχερουσίας. Έτσι είδε απομυθοποιητικά, όχι από την πλευρά στρατευμένου σε εύκολη πολιτική παράταξη, τον σύγχρονο ρυθμό ζωής όταν όλα καμώνονται ότι ακτινοβολούν από επιτυχία, νεότητα, υγεία και χαρά, όταν όλα αποφεύγουν να σταθούν στο κοινόχρηστο θέμα του εκμηδενισμού και της ανυπαρξίας, συνέλαβε εύστοχα αυτή την κοινωνία που δεν θέλει να διανοηθεί για τη φθορά και την αποχώρηση. Πολύ μου άρεσε το ποίημά του «Οδικές γέφυρες» όταν διαβλέπει και άλλα πράγματα σε αυτή τη μανία σύζευξης των τμημάτων της ξηράς:

ενώστε τα λοιπόν ενώστε τα όλα.

Μην τους αφήσετε

ούτ’ ένα υπαινιγμό

Αχερουσίας.

Αυτός εκεί συνέχεια, πάντα αχερουσιακός, τα ποιήματά του κτερίσματα, ως επί τύμβω επιγραφές, ένα σαβουάρ μουρίρ. Αυτά τα γνωρίσματα τα είχαμε δει όλοι όσοι αγαπούσαμε την ποίησή του, όμως ο θάνατος του Γιάννη Βαρβέρη μας τα αποκάλυψε με άλλες διαστάσεις, με άλλη ένταση. Ο θάνατος του ποιητή συνέτεινε σε μια νέα γέννηση της ποίησης του, έξω από τους συσχετισμούς με την παρουσία του. Γιατί προηγουμένως η απολαυστική του εξομολόγηση, ο χαρίεις τρόπος του, το χιούμορ και η γοητεία του μας δέσμευαν. Τώρα χωρίς τον ίσκιο του ανδρός, τα ποιήματά του εντελώς αυτονομημένα έδειξαν την εν πλήρει ειλικρινεία εκδίπλωση του εαυτού του, την πίκρα και τη μελαγχολία του, τη μοναξιά του μέσα κόσμου του –σπαρακτική η επίκληση του πατέρα, του πεθαμένου πατέρα,- και τη γενναιότητά του να μιλήσει για το καίριο χωρίς φιοριτούρες. Και τη μάχη που έπρεπε να κερδίσει για την αξιοπρέπειά του, εξορκίζοντας τον θάνατο και παίζοντας μαζί του με ειρωνεία, ανατρεπτική χλεύη και σαρκασμό.

 SAVOIR MOURIR

Αν έρθετε στην κηδεία μου

θα ‘ρθώ κι εγώ στη δική σας.

Τα πενήντα χρόνια του αντιστοιχούσαν στα 70, ύστερα από έξι χρόνια που έφυγε μπορούμε να πούμε ότι ο Γιάννης Βαρβέρης πέθανε στα 78 του. Το λες και φαίνεται απλή αριθμητική πράξη των τριών, όμως αν αγαπάς τον άνθρωπο πρέπει να νιώσεις τον πόνο του κορμιού του, την πίκρα της σκέψης του για την επέλαση της φθοράς που προχωρεί ακάθεκτη με διαφορετικούς ρυθμούς παρά εκείνη των άλλων ανθρώπων, που φορτώνεται συμπιεσμένα και άλλα 22 χρόνια πτώσης.

Του τηλεφώνησα πριν έξι μήνες για να του αναφέρω ότι μου άρεσαν τα ποιήματά του που είδα στο περιοδικό Νέα Εστία και ότι κατ’ εξαίρεσιν ανθολόγησα τρία στο Ιστολόγιό μου, ενώ μέχρι τότε ανθολογούσα από αυτοτελείς εκδόσεις. Με ρώτησε με ενδιαφέρον να του πω πια ξεχώρισα, πολύ του άρεσε όταν του είπα ότι τα ποιήματα που ανθολογώ δεν τα ανεβάζω στην ιστοσελίδα μου με την εύκολη μέθοδο της σάρωσης και της αντιγραφής-επικόλλησης, το χυδαϊστί λεγόμενο και κόπυ- πέιστ, αλλά θεωρώ υποχρέωσή μου να τα πληκτρολογώ εγώ ο ίδιος, ότι για τα ποιήματα αυτά που ξεχώριζα και αγαπούσα το ήθελα και γινόμουν ένας χειρώνακτας της αντιγραφής.

Πριν από λίγο καιρό προσπάθησα να επικοινωνήσω πάλι  μαζί του. Γιατί έκπληκτος είχα ανακαλύψει ένα απρόσμενο βιβλίο του για  τη χαρτοπαιξία με τίτλο Κόψε. Κυκλοφόρησε πριν από χρόνια με υπότιτλο: Μικρός χαρτοπαικτικός οδηγός. Στην αρχή το όνομα του συγγραφέα το εξέλαβα ως απλή συνωνυμία με το όνομα του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη. Ήξερα την αγάπη του για το χαρτί και για το πόκερ. Πως ήταν ένας ευπατρίδης αυτού του παιγνιδιού, πως ιερουργούσε όταν έκοβαν την τράπουλα του πόκερ, παιγνίδι που αποτελεί ένα από τα εκπληκτικότερα επινοήματα του ανθρώπινου μυαλού, παιγνίδι που αναδιπλώνεται ανάμεσα στη σκέψη και την τύχη, την μπλόφα και την απ΄ευθείας επίθεση. Μα δεν περίμενα ότι ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης θα έφτανε και σε συγγραφή σχετικού βιβλίου. Έψαξα το θέμα, δεν ήταν συνωνυμία,  ήταν ο ίδιος, σε μια αναπάντεχη αποκάλυψη και μιας άλλης πτυχής του εαυτού του.

Έτσι έστησα θεατρικά την επόμενη επικοινωνία μας. Τον πήρα τηλέφωνο και μόλις άνοιξε η γραμμή είπα: Έκοψα. Έτσι για να πάρουμε το νήμα της συζήτησης για το πόκερ, μανιώδης κι εγώ γι’ αυτό το παιγνίδι. Όμως ήταν ο αυτόματος τηλεφωνητής του Βαρβέρη, δεν είπα τίποτε άλλο γιατί δεν ήθελα τη διαμεσολάβηση αυτού του τεχνήματος, ήθελα να το σηκώσει ο ίδιος. Στον προτροπή-τίτλο του βιβλίου του: Κόψε να ακούσει το δικό μου: Έκοψα, θα κάναμε ωραίο παιγνίδι, παιγνίδι- συζήτηση για το πόκερ και την ποίηση. Και μετά θα του έλεγα την καλή μου κουβέντα, πόσο αγαπούσα τα ποιήματά του, ότι τώρα μελετούσα τους στίχους του από μια νέα σκοπιά, πως διαλέγεται ως προσωκρατικός για το θέμα της αναχώρησης. Τον τελευταίο μήνα τον πήρα στο τηλέφωνο τρεις φορές, για να πω: Έκοψα, πάντα ο αυτόματος τηλεφωνητής. Προχτές άκουσα για τον ξαφνικό θάνατό του. Η καλή κουβέντα μου έμεινε ανεπίδοτη και πικρή. Δεν τη χρειαζόταν ο Γιάννης Βαρβέρης, εγώ χρειαζόμουν να την πω.

Πάλι ανακατεύουν την τράπουλα. Και πάλι κόβει ο Θάνατος για να μοιράσει ο Χρόνος.

.

.

.

Υ.Γ. Όρθρου βαθέος ή Βαθέος γήρατος /Ύπνου βαθέος. Με αφορμή την έκδοση της τελευταίας, μεταθανάτιας συλλογής του Γιάννη Βαρβέρη Βαθέος γήρατος


Η ποίηση για το γήρας της μητέρας καθώς και για τον επικείμενο θάνατό της έδωσε ποικίλα ποιητικά επιτεύγματα, με κύρια χαρακτηριστικά τον λυγμό, την έντονη πίκρα και τον πόνο, το σπάραγμα για την συντελεσθείσα ή αναμενόμενη αποχώρηση/απουσία.

Στην τελευταία, μεταθανάτια, συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη με τίτλο Βαθέος γήρατος, (Κέδρος 2011)  που αναφέρεται στο θέμα της μητέρας (γήρας και θάνατος) ο Γιάννης Βαρβέρης  πέτυχε μια πρωτόφαντη μείξη.  Χωρίς την  πίστη από το  ευφρόσυνο μήνυμα «όρθρου βαθέος», με πίκρα μα και αποστασιοποίηση, με πόνο μα και τρυφερότητα μετεωρίζεται σε ένα στοχαστικό σπαραγμό  μεταξύ βαθέος γήρατος και ύπνου βαθέος, εκφράζει πένθος για την ζωντανή πλην γηραιά μητέρα, στοργικός πονεί για το αναπότρεπτο μα σώζει κινήσεις , εκφράσεις και παρουσίες το αγαπημένου προσώπου που οσονούπω αναχωρεί, εκφράζει το πένθος και την οδύνη με μια φιλοσοφική αποδοχή και κάποτε  διαχέει στις σελίδες ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο, χωρίς φτήνια, αλλά  με σπάνια διανοητική ευγένεια και ψυχική ενατένηση.

Κοιμάσαι;

 

Να μην τηλεφωνώ τη νύχτα αργά, μου λες

γιατί κοιμάσαι.

Όμως σε ώρες αδυσώπητες

εγώ τηλεφωνώ αν κοιμάσαι

ή εκοιμήθης.

 

-Κοιμήσου τώρα, καληνύχτα.

Κι όμως πρόκειται για το θέμα του γήρατος και της αναχώρησης του πιο αγαπημένου προσώπου, της μητέρας που του χάρισε «μια ζωή/ και γλώσσα μία.» Κι όμως πρόκειται για την ποίηση ενός ανθρώπου που έγραψε προηγουμένως με σπαρακτικό τρόπο για την απουσία του νεκρού πατέρα. . Κι όμως πρόκειται για την ποίηση ενός ανθρώπου που έγραψε προηγουμένως με σπαρακτικό τρόπο για την απουσία του νεκρού πατέρα.

Ο Γιάννης Βαρβέρης μας προειδοποιεί από την προηγούμενη συλλογή του Ο άνθρωπος μόνος  (Κέδρος 2009):

Σταθμός Πελοποννήσου

κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι

μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.

Είμαστε γέροι πια κι οι δυο

κι εγώ αφού γράφω ποιήματα

πιο γέρος

Το γήρας είναι κοινό  πια χαρακτηριστικό για τον ποιητή και τη μητέρα του [=μας ενοχλεί το γήρας του/ ή μήπως ενοχλείται απ’ το δικό μας (ποίημα: Δυσαρέσκειες, σ.58)]. Κάποια στιγμή, αντικαθιστά, ως καβαλιέρος, τον απολεσθέντα πατέρα, μπαίνει στα ίδια ηλικιακά πεδία του   πάλαι ποτέ γονεϊκού ζεύγους:

Tino Rossi

Βάζω συχνά cd κι ακούμε στο δωμάτιο

μουσική που ακούγατε μαζί.

 

Σήμερα Τίνο Ρόσσι.

 

Ξάφνου σηκώνεσαι

και με τα μικρά βήματά σου

αρχίζεις σχεδόν να χορεύεις.

Σε πλησιάζει ο καβαλιέρος σου

σε σφίγγω

και στρέφω αλλού το πρόσωπό μου

 

-όσο μπορώ να επιτείνω τη σύγχυση.

Εδώ πιστεύω ότι αξίζει η παράθεση δυο μικρών αποσπασμάτων που φωτίζουν καλύτερα αυτό που θέλω να εκφράσω. Προέρχονται από ένα κείμενο που γράφτηκε με το άκουσμα του θανάτου του Γιάννη Βαρβέρη και πριν διαβάσω τη συλλογή του Βαθέος γήρατος: «Με τον Γιάννη Βαρβέρη είχαμε  επικοινωνία πολύ σπάνια, όμως όταν βρισκόμασταν, ή σε τηλεφωνήματά μας, πιάναμε αμέσως το κομμένο νήμα, μιλούσαμε λες και συνεχίζαμε χτεσινή κουβέντα. Τον προσκαλέσαμε στη Λευκωσία, στις «Ποιητικές βραδιές με πανσέληνο», του άρεσε πολύ. Απήγγειλε πολύ ωραία, χειροκροτήθηκε από τον κόσμο, η εκδήλωση πέτυχε. Επισήμως είμαι πενήντα χρονών, μου είπε στις κουβέντες μας, όμως βιολογικά έφτασα στα εβδομήντα χρόνια. Μου μίλησε πολλές φορές για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, νεφρικά και άλλα, για τις αιμοκαθάρσεις στην κλινική, τον συγχρωτισμό με διάφορους ανθρώπους, πως έμαθε να επικοινωνεί με συνταξιούχους στρατιωτικούς και ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων που όταν μπήκε δυναμικά στην πνευματική ζωή του τόπου δεν διανοείτο ότι θα είχε ποτέ επαφή μαζί τους. Κι όμως αυτοί πια αποτελούσαν τον κόσμο του στις ατέλειωτες ώρες της αιμοκάθαρσης, έμαθε να αποκαλύπτει τον εαυτό του και σ’ αυτούς -και να δέχεται τον κρυμμένο εαυτό τους. […] Τα πενήντα χρόνια του αντιστοιχούσαν στα 70, ύστερα από έξι χρόνια που έφυγε μπορούμε να πούμε ότι ο Γιάννης Βαρβέρης πέθανε στα 78 του. Το λες και φαίνεται απλή αριθμητική πράξη των τριών, όμως αν αγαπάς τον άνθρωπο πρέπει να νιώσεις τον πόνο του κορμιού του, την πίκρα της σκέψης του για την επέλαση της φθοράς που προχωρεί ακάθεκτη με διαφορετικούς ρυθμούς παρά εκείνη των άλλων ανθρώπων, που φορτώνεται συμπιεσμένα και άλλα 22 χρόνια πτώσης.»

Με αυτές τις σκέψεις πλησίασα την τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη και ένιωσα το ξεχωριστό της χρώμα. Είχαμε μια ποιητική συλλογή, για το γήρας και την προσδοκώμενη απώλεια της μητέρας όμως και για το γήρας και την προσδοκώμενη αναχώρηση του ίδιου του ποιητή, με πρωτόγνωρες πλευρές γιατί  ο ποιητής και η μητέρα είχαν σιγά σιγά γίνει συνομήλικοι. Εξ άλλου έφυγαν λόγω φθοράς την ίδια εποχή, μέσα σε 60 μέρες και οι δυο τους.

Advertisements

3 Σχόλια to “Η καλή κουβέντα που δεν πρόλαβες –μνήμη Γιάννη Βαρβέρη”

  1. catrame Says:

    ωραίο κείμενο, πρέπων αποχαιρετισμός.

  2. Σωτήρης Ραπτόπουλος Says:

    Αγαπητέ Σάββα,
    …σού θυμίζω ότι, ένας τρόπος να «κόψεις» την τράπουλα είναι, απλώς, να «χτυπήσεις» με τον δείκτη την επιφάνεια του πάνω φύλλου… Θεωρώ ότι αυτό το έκανες….
    Αλήθεια, θυμάσαι τον τίτλο του θεατρικού του Σκαρίμπα -«Ανεπίδοτος Κατευθυνόπουλος» ; Και τους στίχους του Ελύτη : «…»αλλά τί θλίψη -ολοένα ο ποιητής πίσω από σβησμένα χείλη -το ανείπωτο»…
    Μεταξύ Δελφών, Ιτέας και Τριπόλεως,
    Σωτήρης Ραπτόπουλος

  3. eleni Says:

    Είναι απο τα ομορφότερα κείμενα που υπάρχουν στο ιντερνετ για το Γιάννη Βαρβέρη. Σ’ ευχαριστώ απο καρδιάς που το μοιράζεσαι με τους αναγνώστες στο διαδίκτυο.
    Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με όλα όσα συνθέτουν την προσωπικότητα και το έργο του ποιητή.
    Νομίζω πως είσαι πραγματικά πολύ τυχερός που είχες την ευκαιρία να γνωρίσεις ένα τέτοιο άνθρωπο από κοντά..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: