Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Στις 13 Απριλίου, το ιστολόγιο, προσπαθώντας να βρει στοιχεία για τον δημοσιογράφο Γεώργιο Μπουκουβάλα, έκανε έκκληση για φιλολογική βοήθεια απευθυνόμενο στους δημότες της Ηλεκτρονικής Πολιτείας. Παραθέτω το κείμενο:

Έκκληση στους δημότες της Ηλεκτρονικής Πολιτείας για φιλολογική βοήθεια [αναφορά σε μια συνέντευξη του Σεφέρη]

Στην εφημερίδα της Λευκωσίας Ελευθερία δημοσιεύτηκε, στις 21 Οκτωβρίου 1954, συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη. Τη συνέντευξη πήρε ο δημοσιογράφος Γεώργιος Μπουκουβάλας. Η συνέντευξη αυτή θα αναδημοσιευτεί σχολιασμένη στο περιοδικό Μικροφιλολογικά. Όμως υπάρχει μια έλλειψη. Σε όλα τα δημοσιεύματα που ανασύρουν στην επιφάνεια παλιές συνεντεύξεις πάντα επιβάλλεται να γραφτούν δυο λόγια για τον δημοσιογράφο που πήρε τη συνέντευξη. Δυστυχώς δεν έχουμε οποιοδήποτε στοιχείο για τον Γεώργιο Μπουκουβάλα, -Αθήναιο δημοσιογράφο τον αποκαλεί η εφημερίδα Ελευθερία. Κάναμε πολλές προσπάθειες, με τηλεφωνήματα, επιστολές, αναζητήσεις σε έργα αναφοράς για την ελληνική δημοσιογραφία και τους Έλληνες δημοσιογράφους. Τίποτα. Γνωρίζουμε ακόμη ότι ο εν λόγω δημοσιογράφος πήρε συνέντευξη από τον Νίκο Καζαντζάκη στην οποία αναφέρονται και στον κυπριακό αγώνα που τότε είχε ξεκινήσει. Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα (Αθήνα, 15 Ιουνίου 1955). Γι’ αυτό παρακαλούμε για βοήθεια. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι για τον δημοσιογράφο Γεώργιο Μπουκουβάλα ας μας το αναφέρει. Αν κάποιος γνωρίζει κάποιο έντυπο με στοιχεία για τον δημοσιογράφο Μπουκουβάλα ας μας το κοινοποιήσει για να το κοιτάξουμε. Αυτά έγραψε το ιστολόγιο. Είχαμε άμεση αντίδραση από ανθρώπους που πρόσφεραν τις πρώτες πληροφορίες από τον ηλεκτρονικό ιστό (Σπύρος Κακουριώτης, Δημήτρης Κόκορης) που οδήγησαν στον Πάνο Αϊβαλή, εκδότη του περιοδικού Ύφος καθώς και άλλων εντύπων, ο οποίος έλυσε το πρόβλημα, έτσι το ζητούμενο για να ολοκληρωθεί το δημοσίευμα για τον Σεφέρη απαντήθηκε ικανοποιητικά. Ευχαριστώ τους φίλους Κακουριώτη και Κόκορη, ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Πάνο Αϊβαλή. Ύστερα από όλα αυτά ανεβάζουμε, ξανά, χωρίς ελλείψεις, το δημοσίευμα για την παλιά συνέντευξη του Σεφέρη:

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΕ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝ ΛΙΒΑΝΩ κ. Γ. ΣΕΦΕΡΕΙΑΔΗΝ

ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΤΡΕΦΟΥΝ ΤΑ ΦΙΛΙΚΩΤΕΡΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Του Αθηναίου δημοσιογράφου κ. ΓΕΩΡΓ. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, ειδικώς σταλέν διά την «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ».

ΒΑΘΕΙΑ συγκίνηση με κατέλαβε, όταν επεσκέφθην ένα μουσουλμανικό τέμενος στη Βαγδάτη και είδα το Χότζα να βγαίνη μ’ ανοιχτή την αγκαλιά του και να με φιλάη, ως έμαθεν πως ήμουν Έλληνας. Το πρόσωπο του είχε πάρει μια χαρούμενη έξαψη, καθώς άρχισε να μου μιλάη για παμπάλαιες κοινές Ελληνοαραβικές περιπέτειες και κορυφώθηκε ο ενθουσιασμός του, όταν έφτασε στον Μέγα Αλέξανδρο. Χωρίς να τον διεκδικούν οι Άραβες, νοιώθουν μιαν απέραντη ευγνωμοσύνη στον μεγάλο Έλληνα κι έχουν τη συνείδηση, ότι οφείλουν τα πάντα στην Ελληνική του επίδραση και τον λατρεύουν σαν δικό τους. Έξω απ’αυτήν την βαθύτατη μνήμη, που είναι πόλος ζωής στη Μέση Ανατολή, οι Άραβες τρέφουν τα πιο φιλικά και ειλικρινή αισθήματα προς τους Έλληνας, ξεχωρίζοντάς τους απ’ τους άλλους λαούς. Οι Άραβες πέρα ακόμη κι απ’αυτήν την παλιά Ελληνική εκπολιτιστική παράδοση υπήρξαν οι σοφοί μελετητές και φορείς των κειμένων και γενικά της Ελληνικής σκέψης. Ο Αριστοτέλης κι ο Πλάτωνας βρήκανε στους Άραβες μοναδικούς ερμηνευτές. Εξ άλλου η κοινή ζωή Ελλήνων και Αράβων κάτω απ’ τη σκέπη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδεσε ακόμα σφιχτότερα τους μεγάλους αυτούς λαούς ξεπερνώντας κατά τον πιο ευτυχή, αδιατάρακτο, σχεδόν αδελφικό, τρόπο την βαθειά θρησκευτική αντίθεση. Η κοινή στάσις ελευθερίας απέναντι στους βίαιους ανέμους της ιστορίας αποτελεί ακόμα τον άθραυστο δεσμό των λαών αυτών, που από αιώνες κατοικούν την Μεσόγειο και γονιμοποιούν ηθικά την πανάρχαια αυτή γη. Η εξαιρετική σημασία τούτης της κοινότητας είναι ότι δεν είναι το τεχνητό αποτέλεσμα κρατικών αποφάσεων, αλλά προέρχεται εκ των κάτω σαν έφεση κι αποδοχή κι ομόλογη θέση τους κάτω απ’ τον ήλιο που τους έταξε και τους ανέδειξε σε αδελφούς. Σ’αυτό το μοναδικό κρίσιμο φυλάκιο χρέους βρίσκεται ο Πρεσβευτής της Ελλάδος κ. Γεώργιος Σεφερειάδης (γνωστός από το ποιητικό του έργο ως Γ. Σεφέρης). The right man in the right place.[1] Αν δεχθούμε ότι μπορεί πρακτικά να επαρκέση στην διπλωματική εκπροσώπηση πέντε πρωτευουσών, τότε δεν θα ήταν ίσως εύκολο να αρνηθή κανείς τα πλεονεκτήματα μιας ενιαίας, και μάλιστα τόσον επιτυχούς, εκπροσωπήσεως. Η Ελληνική Πρεσβεία με τα μέσα, τα οποία διαθέτει, προσπαθεί ν’ ανταποκριθή προς τον τεράστιον αυτόν χώρον χρέους. Πέρα απ’ τις βασικές ευνοϊκές προϋποθέσεις ενός ευφόρου εδάφους και ευκράτου κλίματος υπάρχουν πολυειδείς δυσκολίες, που η εδώ εκπροσώπησις αγωνίζεται να υπερνικήση και συνήθως το κατορθώνει. Αξιοσημείωτη είναι η θετική κατανόηση και συγκινητική συμπαράσταση, την οποίαν παρέχουν οι εδώ Έλληνες. Η Ελληνική παροικία, καθώς και ο νεοσύστατος Ελληνολιβάνιος σύνδεσμος, εργάζονται αξιοθαύμαστα προς τον σκοπόν αυτόν. Η συμμετοχή μας π.χ. για πρώτη φορά στην έκθεση της Δαμασκού με ένα τόσο επιτυχές Ελληνικόν περίπτερον, οφειλόμενον αρχιτεκτονικά στον κ. Μορέτη, υπερέβη τας προβλέψεις μας εις επιτυχίαν. Ο κ. Σεφέρης είχε την καλωσύνη ν’απαντήσει σε μερικά ερωτήματα που του υποβάλαμε. Ερώτησις: Κύριε Σεφέρη, ρώτησα τον Έλληνα Πρεσβευτή, αντιλαμβάνομαι ότι είναι δύσκολο να κρίνη κανείς τους ανθρώπους και να ειπή φερ’ ειπείν αδίστακτα, αυτός είναι προδότης· πώς αντιμετωπίζετε σεις αυτό το ηθικό πρόβλημα; Κάποιος ποιητής ρωτιέται… Αξίζει η σωτηρία της ανθρωπότητος πληρωμένη με το κλάμα ενός μικρού παιδιού;… Απάντησις: Η ερώτησις είναι σκληρή, όμως πρέπει ν’ απαντήσω. Ναι! αξίζει! Η μοιραία αντινομία που υπάρχει ανάμεσα στην ηθική απόφανση και την ευαισθησία και στην πολιτική πράξη θα διχάζη και θα βασανίζη πάντα την ανθρώπινη ψυχή. …Κάποτε ήταν στην Αθήνα ένας γερμανός καθηγητής, γνωστός αντιναζί και εξωρισμένος απ’ τον Χίτλερ. Με ερώτησαν ποια ήταν η γνώμη μου. Όλοι τον γνωρίζαμε ως αντιχιτλερικόν… Αλλά, αν υπήρχε μια, μια μόνη πιθανότης να είναι κατάσκοπος; αν η συναισθηματική μου στάση γινόταν αφορμή να σκοτωθούν πέντε Έλληνες πολίτες, ή ένας αξιωματικός μου; Ποιο θα ήταν το βάρος της συνειδήσεώς μου και της ευθύνης μου; Έπρεπε να θυσιασθή ο Γερμανός. Η ανθρωπιστική αρχή in dubio pro reo[2] δεν μπορούσε να ισχύση. Η ζωή είναι σκληρή. Ερώτησις: Ποία είναι η γνώμη σας για μαχητική διεξαγωγή αγώνων ελευθερίας; Απάντησις: Δεν σας απαντώ. Θα σας ειπώ κάτι άλλο. Το 1939 ήταν μια ομάδα διανοουμένων αυτοαποκαλουμένων «πασιφιστών». Ήρθαν κάποιοι και με ρώτησαν… «Είσαι και συ «πασιφιστής»; Γέλασα. Η ερώτησις μού φάνηκε αφελής και αστεία… Δεν είμαι έξαλλος εθνικιστής. Δεν μου λέει τίποτα αυτό…Όμως πιστεύω στην Ελλάδα. Και πιστεύω πως η Ελλάδα είναι μια ηθική έννοια που πρέπει να σωθή με κάθε τρόπο για να σώση. Εμένα τα βράχια της γης μου δεν μου δείχνουν το δρόμο της σωτηρίας που έδειξε η Ινδία στον μακαρίτη τον Γκάντι… Νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη… Η συνείδηση κ’ η αγάπη της μου το επιβάλλει κι ο ελεύθερος λόγος μου υπακούει για να τη σώση και την κάνη ομορφιά.

(εφ. Ελευθερία, Λευκωσία, 21 Οκτωβρίου 1954, σ. 2)

Η συνέντευξη αυτή, στην κυπριακή εφημερίδα Ελευθερία, είναι η τρίτη που έδωσε ο Σεφέρης. Προηγουμένως, όταν βρισκόταν στην Αγγλία, ως μέλος της ελληνικής διπλωματικής αποστολής, έδωσε συνέντευξη στον Μήτσο Λυγίζο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κρίκος του Λονδίνου το 1951[3] και αργότερα, με την ευκαιρία της πρώτης επίσκεψής του στην Κύπρο, έδωσε συνέντευξη στον Κύπριο λόγιο και ιατρό Κύπρο Χρυσάνθη που δημοσιεύτηκε, το 1954, στο περιοδικό Κυπριακά Γράμματα[4]. Μετά τις τρεις αυτές συνεντεύξεις θα ακολουθήσει μια «νεκρή» περίοδος, όσον αφορά το θέμα αυτό, για δέκα περίπου χρόνια. Οι επόμενες συνεντεύξεις του, ικανοποιητικές σε αριθμό, θα δοθούν μετά την έλξη που προκάλεσε η βράβευσή του με το βραβείο Νόμπελ.[5] Είναι, λοιπόν, αξιοσημείωτο ότι ο ποιητής που θα επιβραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, έδωσε μόνο τρεις συνεντεύξεις πριν από τη βράβευσή του, και οι τρεις μετά τα πενήντα του χρόνια, ένα τεκμήριο που μπορεί να προκαλέσει αρκετές σκέψεις τόσο για την προσωπική επιλογή και στάση του Σεφέρη όσο και για την προβολή των διανοουμένων και λογοτεχνών γενικά. Γιατί και παλαιότερα, εντονότερα σήμερα με την επικράτεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τον πληθωρισμό των γραπτών και ραδιοτηλεοπτικών λογοτεχνικών συνεντεύξεων, ακόμη και  νεοσσοί της λογοτεχνίας μας βομβαρδίζουν με συνεντεύξεις τους από την πρώτη συλλογή τους. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι και οι τρεις πρώτες συνεντεύξεις του Σεφέρη δόθηκαν σε έντυπα εκτός της ελλαδικής επικράτειας (η πρώτη σε ελληνικό περιοδικό του Λονδίνου και οι άλλες δύο σε έντυπα της Κύπρου). Η συνέντευξη που παρουσιάζεται εδώ είναι καταγραμμένη στις βιβλιογραφίες του Κατσίμπαλη και του Δασκαλόπουλου[6] και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Λευκωσίας Ελευθερία στις 21 Οκτωβρίου 1954, λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης επίσκεψης του ποιητή στην Κύπρο (15 Σεπτεμβρίου – 17 Οκτωβρίου 1954). Ο δημοσιογράφος Γεώργιος Μπουκουβάλας[7] που πήρε τη συνέντευξη, γεννήθηκε στην Σίφνο την δεκαετία του ’20 και έφυγε από τη ζωή στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Σπούδασε στην Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά ασχολήθηκε από νέος με τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε εφημερίδες των Αθηνών και τη δεκαετία του ’70 ίδρυσε, μαζί με άλλους δημοσιογράφους και διανοητές, το «Κέντρο Μείζονος Ελληνισμού» και εξέδωσε τα περιοδικά Ελληνικός Κόσμος και Βαλκανικός και Αραβικός Κόσμος. [8] Ύστερα από την εν γένει φλύαρη εισαγωγή, που περιέχει ποικίλες γλωσσικές διπλοτυπίες και μετεωρίζεται μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, ο δημοσιογράφος προχωρεί στην υποβολή δύο ερωτημάτων και καταγράφει τις απαντήσεις του ποιητή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης δεν προσχωρεί σε παγιωμένες και αποδεκτές μόδες και στάσεις ζωής που είχαν σαγηνεύσει μεγάλη μερίδα των διανοουμένων τότε (πασιφισμός, μη βία του Γκάντι) και επιμένει στις ιδιαίτερες συνθήκες της πατρίδας του, έχοντας πλήρη συνείδηση της θέσης της Ελλάδας και της γεωγραφικής και ιστορικής της μοίρας. Ακόμη η αναφορά του Σεφέρη « νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη…», πιστεύω ότι απηχεί και τις προετοιμασίες του κυπριακού αγώνα, που θα ξεκινήσει εκατόν εξήντα, περίπου, μέρες μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης. Ο Σεφέρης γνώριζε και από την επαφή του με την Κύπρο και λόγω της θέσης του ότι τα πράγματα στο νησί οδηγούνταν σε δυναμική σύγκρουση που θα μετέφερε το Κυπριακό, από την αποκλειστική παραμονή του στους χώρους των διπλωματικών παρασκηνίων και επισήμων επαφών και συσκέψεων, σε άλλους χώρους πάλης. Η αναφορά του Σεφέρη, στη συνέντευξη αυτή, για τον αντιναζί γερμανό καθηγητή, πιστεύω ότι παραπέμπει στον Helmut von den Steinen, που κατέφυγε στην Ελλάδα μετά την επικράτηση του χιτλερισμού στη Γερμανία και αργότερα πρόσφερε πολλά ως μεταφραστής της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά.[9] Είναι χαρακτηριστική η εγγραφή του Σεφέρη στο Ημερολόγιό του για την επίσκεψη του von den Steinen στο γραφείο του, στις 3 Δεκεμβρίου 1940, και τις φήμες ότι είναι κατάσκοπος. Μετά τον πόλεμο ο Σεφέρης θα προσθέσει στην εγγραφή τα ακόλουθα: «Είχα άδικο· Ο Helmut von den Steinen έμεινε πρώτης τάξεως ως το τέλος».[10]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] The right man in the right place: Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση

[2] in dubio pro reo: εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου

[3] Μήτσος Λυγίζος, Συνομιλία με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, περ. Κρίκος, Λονδίνο, Σεπτέμβριος 1951, αρ. 12, σ. 3-8. Βλ. παρουσίαση και αναδημοσίευση της συνέντευξης στο δημοσίευμα του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Συνομιλία με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη [Μια λανθάνουσα συζήτηση του ποιητή με τον Μήτσο Λυγίζο], περ. Το Δέντρο, Αθήνα, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011, αρ. 179-180, σ. 147-154

[4] Κύπρος Χρυσάνθης, Μια συνέντευξη με τον ποιητή Γ. Σεφέρη, περ. Κυπριακά Γράμματα, Λευκωσία, Ιανουάριος 1954, αρ. 223, σ. 37-39. [5] Σάββας Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, Λευκωσία ²2005, σ. 415

[6] Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη, στον τόμο Για τον Σεφέρη Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, Αθήνα, ανατύπωση Ερμής 1981, σ. 454 και Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Εργογραφία Σεφέρη (1931 -1979). Βιβλιογραφική Δοκιμή, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1979, σ. 228.

[7] Το 1955 ο Γεώργιος Μπουκουβάλα πήρε συνέντευξη από τον Νίκο Καζαντζάκη η οποία αναφέρεται και στον κυπριακό αγώνα που είχε τότε ξεκινήσει. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφ. Τα Νέα, Αθήνα, 15 Ιουνίου 1955 (βλ. Κωστής Κοκκινόφτας, Νίκος Καζαντζάκης και Κύπρος, περ. Ακτή, Λευκωσία, άνοιξη 2008, αρ. 74, σ. 208).

[8] Ευχαριστώ θερμά τον δημοσιογράφο και εκδότη Πάνο Αϊβαλή που ερεύνησε και με εφοδίασε με στοιχεία για τη ζωή του Γεωργίου Μπουκουβάλα.

[9] βλ. Παντελής Πρεβελάκης, Helmut von den Steinen, περ. Νέα Εστία, Αθήνα, 1 Φεβρουαρίου 1957, αρ. 710, σ. 230-231.

[10] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1977, σ. 264.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: