Γα να μαθαίνουν οι νεότεροι

 

 

 

Η στήλη αναφέρθηκε σε άρθρο του περιοδικού Εξ υπαρχής, το οποίο αναρωτιόταν για το αν πρέπει να επιτρέπεται ή όχι η αναμετάδοση της ΕΡΤ στην Κύπρο, Κι αυτά  εν έτει 2002, την εποχή του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των δορυφορικών τηλεοπτικών μεταδόσεων, των οπτικών ινών και των κινητών τηλεφώνων, τη ελεύθερης ροής πληροφοριών και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η στήλη απέδειξε, πιστεύω επαρκώς, ότι η λογική αυτής της άρνησης και της επιφύλαξης είναι  συντηρητική και οπισθοδρομική.

Αυτές οι επαρχιακές και απομονωτιστικές θέσεις εκτοξεύονται τακτικά αλλά χωρίς εμβέλεια πια. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι παλαιότερα ήταν η επικρατούσα ιδεολογία και η κυρίαρχη λογική σε αρκετούς κύκλους διανοουμένων. Οι θέσεις αυτές υπέστησαν ένα ανελέητο σφυροκόπημα από αρκετούς που κατάλαβαν πόσο οπισθοδρομική, αλλοτριωτική και επικίνδυνη για την υπόθεση της Κύπρου ήταν αυτή η προπαγάνδα που προωθούσε την απομόνωση από την πολιτιστική δημιουργία της Ελλάδας και του ευρύτερου ελληνισμού. Μια σκληρή ιδεολογική σύγκρουση έγινε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια που επέφερε την αναδίπλωση και υποχώρηση των νεοκυπριακών ιδεολογημάτων. Διάφοροι εξακολουθούν να τα εκτοξεύουν πότε πότε, όμως πια με λεπτεπίλεπτη έκφραση κι όχι όπως παλαιότερα με τον χοντροκομμένο και φανατικό τρόπο. Οι νέοι μας πρέπει να μάθουν γι’ αυτή τη σκοτεινή πλευρά που χαρακτήριζε την πρόσφατη κυπριακή ιστορία. Θεωρούμε πολύ χαρακτηριστικό ένα σημείωμα του περιοδικού Αυτοδιάθεση που δημοσιεύτηκε πριν από δεκαέξι χρόνια γιατί αποτυπώνει την έσχατη πτώση της νεοκυπριακής πρακτικής αλλά και την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εναντίον της. Τότε, το 1986, με αφορμή την κάθοδο ελλαδικού συγκροτήματος για συναυλίες στο ΓΣΠ, Κύπριοι «καλλιτέχνες» έκαναν διαδήλωση έξω από το χώρο της εκδήλωσης, με πλακάτ και συνθήματα, απειλώντας να βάλουν μεγάφωνα για να κάνουν αντισυναυλία και να τα διαλύσουν και ζητώντας ταυτόχρονα να σταματήσουν να έρχονται μουσικά συγκροτήματα από την Ελλάδα. Είναι απίστευτα όμως αληθινά και ο καχύποπτος αναγνώστης ας ψάξει στις εφημερίδες του Μαϊου 1986.

Στους οργανωτές αυτής της εκδήλωσης απάντησε το περιοδικό «Αυτοδιάθεση» που τόνισε ότι αν προεκτείνουμε τη συλλογιστική των «Κυπρίων καλλιτεχνών» για να αποδειχθεί, μπρεχτικώ τω τρόπω, η συνέπεια των θέσεών τους πρέπει μην έρχονται βιβλία Σεφέρη, Καβάφη, Αναγνωστάκη κ.λπ. της ευρύτερης ελληνικής ποίησης για να διαβάζουν οι Κύπριοι μόνον Κύπριους και να μην έρχονται θίασοι από την Ελλάδα, για να πουλούν εισιτήρια οι κυπριακοί θίασοι, να μην εκθέτουν ο Τσαρούχης και ο Ακριθάκης για να πουλούν οι ναϊβ. Ακόμη το περιοδικό τόνιζε και τα εξής: «Να μην ακούμε Τσιτσάνη, Θεοδωράκη και Χατζιδάκι και να ακούμε μουζικάντηδες με γνήσιο νεοκυπριακό αίμα (με επικυρωμένα πιστοποιητικά δεκατεσσάρων γενεών).

Ας αφήσουμε όμως τις προεκτάσεις και ας μιλήσουμε ίσια.

Η ενέργεια αυτή των «Κυπρίων Καλλιτεχνών» δείχνει την κακομοιριά της νεοκυπριακής κοινωνίας, φανερώνει τον αισχρό καιροσκοπισμό της, την περιχαράκωσή της στα προνόμια του κυπριακού κρατιδίου. Οι ατάλαντοι και ημιμαθείς επαρχιώτες, για τα συμφεροντάκια τους και μόνο, θέλουν να απομονώσουν την Κύπρο από την πολιτιστική ζύμωση και διακίνηση ιδεών που συντελείται στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, για να λάμψουν οι μετριότητές τους (που φοβούνται πάντα τη σύγκριση) και να πωλήσουν καλύτερα την πραμάτεια τους. Μόνο τους επιχείρημα: Έχουμε δικό μας κράτος κι εδώ θα προβαλλόμαστε και θα κερδίζουμε μόνο εμείς. [..]

Παρ’ όλον ότι όλοι εδώ έχουν χάσει κάθε  μέτρο σύγκρισης και διακηρύσσουν ότι είναι φοβεροί και τρομεροί, κατά βάθος ξέρουν πως αυτά είναι πύργοι από τραπουλόχαρτα. Καταλαβαίνουν πως αν δεν περιχαρακωθούν θα λάμψει η κατωτερότητά τους. Ζητούν λοιπόν η Κύπρος να καταντήσει (ή να παραμείνει)  μια θλιβερή επαρχία για να εναρμονίζεται με του δικό τους θλιβερό επίπεδο […]

Ένα λέμε μόνο στους «Κύπριους καλλιτέχνες». Δεν είναι μόνοι τους στην Κύπρο για να επιβάλουν την αποβλακωτική τους λογική. Υπάρχουμε κι εμείς που θέλουμε να έρχεται εδώ η Γλυκερία, ο Σαββόπουλος, ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης ελεύθερα κι όσες φορές θέλουν, όπως πάνε ελεύθερα κι όσες φορές θέλουν στην Κρήτη ή τη Θεσσαλονίκη. Κι όχι μόνο αυτούς που εμείς προτιμούμε. Αλλά και όσοι καλλιτέχνες από την Ελλάδα θέλουν, με νταούλια και ντέφια, του βλαχοντίσκο και των τσιφτετελιών, βραχνοί, κακόφωνοι και παράφωνοι, ακόμη και τραγουδιστές μουγκοί. Η κυπριακή κοινωνία ας τους κρίνει η ίδια και με τη στάση της ας τους κόψει τα πόδια.

Ω μικρόνοες νεοκύπριοι. Την πρώτη φορά μας καταλάβατε εξ απροόπτου. Όμως υπάρχουμε κι εμείς. Κι αν ξαναπροσπαθήσετε να προωθήσετε τον επαρχιώτικο απομονωτισμό εμείς θα ‘ρθούμε στην εκδήλωσή σας να σας βρούμε με λεμονόκουπες και ψόφιες γάτες».

Αυτά έγραφε το περιοδικό Αυτοδιάθεση πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Σήμερα μας φαίνεται απίστευτη αυτή η λογική και η στάση των «Κυπρίων Καλλιτεχνών». Το επαναφέρουμε σήμερα στην επιφάνεια για να κατανοήσουν καλύτερα οι νέοι το θολό τοπίο που ζήσαμε εμείς οι παλαιότεροι, τις συνθήκες πνευματικής εξαθλίωσης που υπέστημεν, το νεοκυπριακό φανατισμό, τη μιζέρια και κακομοιριά που αντιμετωπίσαμε. Κι όταν μας κρίνουν, και καλώς μας κρίνουν, για ατέλειες και ελλείψεις μας,  ας έχουν κατά νουν ότι ουδείς εξέρχεται αλώβητος απ’ αυτό το εξαθλιωτικό κλίμα ακόμη κι αν διαφωνεί εντελώς μαζί του.

Advertisements

2 Σχόλια to “Γα να μαθαίνουν οι νεότεροι”

  1. catrame Says:

    να διαγωνίζονται και βιβλία ελλαδιτών συγγραφέων στα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας;

    • savvaspavlou Says:

      Όχι. Κάθε περιοχή και πόλη μπορεί να θεσμοθετήσει βραβεία για τους λογοτέχνες και καλλιτέχνες της και μόνο γι’ αυτούς. Λογοτεχνικά βραβεία Κορσικής, Κρήτης, Θεσσαλονίκης κ.λπ. Όμως μια πόλη ή περιοχή μπορεί να θεσμοθετήσει και βραβεία μεγαλύτερης εμβέλειας από τα τοπικά όρια, βραβεία εθνικά, ηπειρωτικά ή, ακόμη, και διεθνή. Η Θεσαλονίκη π.χ. ιδρύει ένα θεσμό που επιβραβεύει κάθε χρόνο την καλύτερη λογοτεχνία της Ελλάδας ή, ακόμη, των Βαλκανίων ή της Ευρώπης. Πριν λίγα χρόνια στην Αθήνα το Ίδρυμα Ωνάση έδωσε βραβεία θεατρικής δημιουργίας παγκοσμίως, συμμετείχαν άνθρωποι ποικίλων εθνών και γλωσσών. Και εδώ υπάρχει ένα στοίχημα που η Κύπρος συνεχώς χάνει. Θα μπορούσε να δημιουργούσε ένα θεσμό βραβείων στην Κύπρο που κάθε χρόνο θα έδινε βραβείο στον καλύτερο Έλληνα λογοτέχνη που μένει στην Ελλάδα ή στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι παρρακολουθεί, εμπλέκεται με το σύνολο της δημιουργίας στην ελληνική γλώσσα, συνεργάζεται με διάφορους κριτικούς από την Ελλάδα για την καλύτερη διεκπεραίωση του θεσμού κ.λπ. Έτσι από την Κύπρο μπορεί να δημιουργηθεί ένας θεσμός που θα εμπλέκει την κυπριακή διανόηση στην αξιολόγηση της ευρύτερης ελληνικής λογοτεχνίας κ.λπ. Και αν ήταν σοβαρός θεσμός θα αποκτούσε κύρος και στην Ελλάδα και στην Κύπρο και όλοι θα περίμεναν τα αποτελέσματα με ενδιαφέρον. Μπορεί να γίνει αυτό. Η Κύπρος μπορεί αλλά θέλει;
      Όταν πεις αυτές τις σκέψεις σε κάποιο από αυτούς τους παράγοντες που έχουν ανέλθει στα διάφορα κομβικά σημεία της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου θα σου πει και τι σχέση έχει η Κύπρος με την Ελλάδα, θα εντοπίσει εθνικισμούς και άλλα, θα σου πει «τότε γιατί να μην κάνουμε βραβείο από την Κύπρο για την Κορέα;» Σπάζουν έτσι τα βλακόμετρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: