Περί μεταρρυθμισιολογίας ή οι Εκπαιδευτικές και πολιτιστικές σχέσεις Κύπρου – Ελλάδας

 

Οι εκπρόσωποι και εισηγητές κάθε είδους μεταρρύθμισης εκκινούν νομίζοντας ότι όλα προϋποθέτουν την αποδοχή των προτάσεών τους, όλα συνηγορούν για την πανηγυρική και με επευφημίες υιοθέτηση των εισηγήσεών τους. Με τρόπους που αγγίζουν τα όρια του συναισθηματικού και ιδεολογικού εκβιασμού, απευθύνονται στους ακροατές τους και σε όσους υποψιάζονται ότι μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις ή, ακόμη, να ψελλίσουν κάποιες επιφυλάξεις, με το ακαταμάχητο επιχείρημα: Μα είσαστε εναντίον της μεταρρύθμισης;

Ακαταμάχητο επιχείρημα γιατί κάθε μεταρρύθμιση θεωρείται ότι εισηγείται την αλήθεια που επιβάλλουν οι καιροί. Ότι επιτέλους ήγγικε η ώρα για το νέο μεταρρυθμιστικό άλμα και ότι όσοι δεν προσέρχονται ως πιστοί της νέας αλήθειας, όσοι δεν στοιχίζονται με ενθουσιασμό και δεν δηλώνουν με επευφημίες σταυροφόροι της νέας εισήγησης, αποτελούν ανορθογραφία των καιρών.

Όπως λοιπόν με την επιστημολογία, που μελέτησε και διατύπωσε τους όρους παραγωγής και ανάπτυξης μιας επιστήμης, επιβάλλεται και η συγκρότηση μιας θεωρίας για την μεταρρυθμισιολογία, για τους όρους παραγωγής και ανάπτυξης, καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις, μιας μεταρρύθμισης. Μπροστά στην επέλαση των διαπρύσιων κηρύκων και των προπαγανδιστών που ρητορεύουν για το αυτονόητο της μεταρρυθμιστικής τους αλήθειας οι μεταρρυθμισιολόγοι παραμένουν νηφάλιοι και προσεγγίζουν κάθε μεταρρυμιστικό «παράδειγμα» με κριτικό και διαλεκτικό πνεύμα, με άλλα λόγια δεν μασούν εύκολα.

Όλες, σχεδόν, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ξεκινούν με διατυπώσεις οι οποίες είναι από όλους αποδεκτές και θεμιτές. Η κάθε νέα μεταρρύθμιση προτείνεται για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, γιατί μ’ αυτή προωθείται η αυτενέργεια των μαθητών, για ένα ελεύθερο και ανεξάρτητο σχολείο, στο οποίο θα υπάρχει η χαρά της γνώσης και το ερευνητικό πνεύμα, για μια παιδεία μαθητοκεντρική και όχι δασκαλοκεντρική, που οι μαθητές θα ενθαρρύνονται να αναζητούν, να ερευνούν και να έχουν την αίσθηση ότι η αποκτημένη γνώση εγκαθιδρύθηκε μέσα από διαδικασία με συμμετοχή των ιδίων και ότι δεν είναι δοσμένη από την αυθεντία του διδάσκοντα. Όλες οι μεταρρυθμίσεις τα τελευταία διακόσια χρόνια αυτά λένε περίπου, όμως όλοι οι εισηγητές τους έχουν ύφος και στάση ρητορείας λες και πρόκειται για πρωτοφανέρωτες αλήθειες που παραβιάζουν πύλες κλειστές, ότι αποτελούν ρηξικέλευθα πράγματα που διατυπώνονται για πρώτη φορά και ανοίγουν λεωφόρους στη σκέψη. Οι κύκλοι των ειδημόνων και μεταρρυθμισιολόγων φυσικά χαμογελούν: όλα αυτά τους θυμίζουν την εκ νέου ανακάλυψη του τυροπλακουντίου.

Λοιπόν και η νέα μεταρρυθμιστική πρόταση έχει αρκετά σημεία που συμφωνείς εύκολα μαζί τους, επαυξάνεις μάλιστα όσον αφορά το θέμα της υποστήριξης και συμπόρευσης. Όμως, ανάμεσα σ’ αυτά, τα ωραία και θετικά, υπάρχουν και οι πονηρές και οι ανεπίτρεπτες εισηγήσεις που όταν κάποιος πάει να τους αντισταθεί έρχεται η απάντηση ως καταπέλτης: Μα δεν θέλετε ένα σύγχρονο σχολείο, με τη χαρά της γνώσης, μοντέρνο και δημοκρατικό; Το θέλουμε πολύ, τα ανεπίτρεπτα των μεταρρυθμιστικών εισηγήσεων αρνούμαστε, αυτά τα σημεία που θα συντείνουν στην πλήρη χρεοκοπία της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης.

Στέκομαι σε ένα μόνο σημείο που προτείνει η υποβαλλόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: Σταδιακή απεξάρτηση από την Ελλάδα. Μάλιστα, αυτό προτείνεται εν έτει 2007, που μας θυμίζει τις αλήστου μνήμης εποχές του νεοκυπριακισμού.

Κάθε εκπαιδευτική ή πνευματική μεταρρύθμιση στην Κύπρο και κάθε προσπάθεια και κίνημα πνευματικής αναγέννησης και ανέλιξης σημαίνει ότι εμβαθύνει στις σχέσεις Κύπρου και Ελλάδας, δημιουργεί έναν ενιαίο εκπαιδευτικό και πνευματικό ιστό, αναπτύσσει τρόπους συνεργασίας και συμπόρευσης, μετακενώνει τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις του ευρύτερου ελληνικού χώρου στην Κύπρο και αντίστροφα προσπαθεί για την αναγνώριση και συμπόρευση της ποιοτικότερης πνευματικής δημιουργίας και των προβληματισμών του νησιού στα πανελλήνια πλαίσια. Κάθε άλλη λογική απλώς συντείνει στην περιχαράκωση, στον περιορισμό στα καθ’ ημάς, στην επανάπαυση του επαρχιωτισμού και την καθυστέρηση.

Ενώ, λοιπόν, όλοι οι εχέφρονες και νουνεχείς αυτού του τόπου περίμεναν να δουν προτάσεις και εισηγήσεις για τη βελτίωση της συνεργασίας Κύπρου και Ελλάδας στον εκπαιδευτικό τομέα, ακόμη και για συγκεκριμένους θεσμούς συνεργασίας των Υπουργείων Παιδείας της Κύπρου και της Ελλάδας (κοινή π.χ. Επιτροπή που θα συνεδριάζει κάθε μήνα) η φοβερά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποστρέφει το βλέμμα, γυρίζει την πλάτη και με μια «προοδευτική σπαθιά» ξεμπερδεύει με το ζήτημα, μιλώντας για απεξάρτηση από την Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ η Ευρώπη ενοποιείται, θεωρείται ότι όλες οι χώρες θα συνεργάζονται, θα βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία και θα ανταλλάζουν εμπειρίες επ’ αγαθώ των λαών τους και οι παμπόνηροι Κύπριοι θα αναγείρουν φράγματα μεταξύ της ευρωπαϊκής Κύπρου και της ευρωπαϊκής Ελλάδας. Η στάση αυτή, εκτός από εθνικά ανεπίτρεπτη, είναι και ολότελα αντιευρωπαϊκή, ίνα μη τι χείρον είπω.

Κλείνοντας, λοιπόν, ευσύνοπτα και επιγραμματικά, θα έλεγα ότι μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο, που δεν προάγει, δεν βελτιώνει και δεν συντονίζει τη συνεργασία Κύπρου και Ελλάδας στα εκπαιδευτικά θέματα, δεν είναι εκπαιδευτική και δεν είναι μεταρρύθμιση.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Μα τι επαναφέρεις τέτοια θέματα σήμερα, μου υπέδειξε κάποιος. Η εικόνα της Ελλάδας έχει καταβαραθρωθεί στα μάτια του Κύπριου, η οικτρή οικονομική κατάστασή της και η πολιτική παρακμή της κάνουν τον Κύπριο να προσβλέπει αλλού. Κι εσύ επιμένεις στα ίδια και τα ίδια.

Επιμένω στα ίδια και τα ίδια. Γνωρίζοντας ότι αυτό που έσωσε την Κύπρο ήταν η επιμονή της, το πείσμα της για βασικές αρχές και για τα στοιχειώδη. Κι άλλες φορές η Ελλάδα πέρασε δύσκολες περιόδους όπως η χρεωκοπία του τέλους του 19ου αιώνα [=Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν], η Μικρασιατική καταστροφή στην εξέλιξη, μετά η κατοχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.  Ουδείς Κύπριος άλλαξε τις απόψεις και το πιστεύω του εξ αιτίας αυτών των οικτρών καταστάσεων, επέμενε, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, στην πίστη του, στην εθνική του ταυτότητα, στα αιτήματα απελευθέρωσής του, προσδοκώντας καλύτερες μέρες. Το 1941-44 η Ελλάδα ήταν υπό την Κατοχή της Γερμανίας, Ιταλίας και Βουλγαρίας, πέθαινε ο κόσμος από πείνα στους δρόμους και ο Κύπριος τόνιζε πιο έντονα την ελληνική του συνείδηση, τους ενωτικούς του προσανατολισμούς και την πίστη του.

Σήμερα φτάσαμε σε ένα νέο είδος Κύπριου που περιμένει να τοποθετηθεί στο θέμα της εθνικής του ταυτότητας ανάλογα με το δείκτη του χρηματιστηρίου. Και ανάλογα, πότε το ένα πότε το άλλο, επιλέγει Κύπριος, Ελληνοκύπριος, Έλληνας της Κύπρου, Κύπριος των Αδεσμεύτων χωρών, Ελληνοτουρκοκύπριος, Αγγλοκύπριος της Κοινοπολιτείας, Κυπροφιλοσοβιετικός, Ευρωπαίος  κ.λπ. κλπ. Είπαμε, ανάλογα με το δείκτη του Χρηματιστηρίου ακόμη και τα μυχιαίτατα βάθη της ύπαρξης αλλάζουν, αλλάζει  η εθνική συνείδηση, η ταυτότητα και το αίσθημα του συνανήκειν.

Πράγματα που δεν τα συγχωρεί ο Θεός. Ούτε και οι Τούρκοι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: