Το άδειασμα


Όταν με παίρνει στο τηλέφωνο κάποιος από απ’ αυτούς τους ανιαρούς γνωστούς που ξέρω τη διάθεσή τους για μακρόσυρτη κουβέντα, αδειάζω κάποτε τις τσέπες μου στο τραπέζι. Όλες: Δυο του παντελονιού και αν φορώ και σακάκι δυο άλλες και κάποτε και μια τρίτη μικρή. Ό,τι  υπάρχει μέσα βρίσκεται ξαφνικά στο γραφείο κι αρχίζω την τακτοποίησή τους. Ίσως μια προσπάθεια να αξιοποιηθεί ο χρόνος, να ’χω κάτι ωφέλιμο ν’ απασχολούμαι, ενώ ο άλλος περιαυτολογεί, θάβει φίλους και γνωστούς, μουρμουρά και παραπονιέται. Κι ενώ κρατώ με το ’να χέρι το ακουστικό κι αυτός ακούει από μένα: «μπράβο», «καλά τα είπες», «καλό, πολύ καλό» και «ναι» κι «ακούω» κι άλλα φατικά, το μυαλό μου και τ’ άλλο χέρι εκεί, στην τακτοποίηση. Αναποδογυρίζω ακόμη και  τις τσέπες, και πετιέται κάτω ό,τι μικροσκοπικό έχει μαζευτεί μέσα, τριχίδια ίσως και σκόνη, και ό,τι αιωρείται στον αέρα και κολλά στα χέρια. Μια αναγκαία κίνηση, που μου δίνει την ικανοποίηση ότι η δουλειά θα γίνει με πληρότητα: Τακτοποιημένα πράγματα σε καθαρές τσέπες.

Αρχίζει μετά το ξεδιάλεγμα. Κάποτε υπάρχουν ενθυλακωμένα απίστευτα όσα, μέχρι και συνδετήρα κι έναν μικρό χαρτοκόπτη βρήκα μια φορά, προχτές στην τσέπη του σακακιού ήταν μια δισκέτα του κομπιούτερ, που τη γύρευα μέρες. Σκέφτεσαι πότε μαζευτήκαν και γιατί τα περιμάζεψες όλ’ αυτά. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσεις. Τα εύκολα πρώτα, τα κλειδιά που μπαίνουν αμέσως πίσω στις άδειες και ξεσκονισμένες τσέπες, καθώς και τα κέρματα,  μετά τα χάρτινα, με μια λογική σειρά, στη δεσμίδα κάτω τα μεγάλα κι από πάνω, εύχρηστα, τα μικρά χαρτονομίσματα, μια διαδικασία που με δυσκολεύει όπως πρέπει να γίνει με το ένα χέρι, μετά χαρτομάντιλα που ρίχνονται στον κάλαθο, επισκεπτήρια, χαρτάκια με τηλέφωνα και δουλειές που πρέπει να θυμηθώ, κάποτε κουμπιά και μικροαντικείμενα. Αρκετές φορές βρίσκω και λογαριασμούς, αποδείξεις, εισιτήρια εκδηλώσεων, μέχρι και αποκόμματα από εφημερίδες με μια ανακοίνωση που μ’ ενδιέφερε όταν την πρωτοδιάβασα. Τα περισσότερα πετιούνται, κι από μερικά αντιγράφονται κάποιες πληροφορίες στο σημειωματάριο. Στο τέλος, όταν κατεβάζω το ακουστικό, έχει ολοκληρωθεί το ξεδιάλεγμα, και συνήθως απ’ όλη αυτή τη σαβούρα που περιμάζεψα στις τσέπες μου δεν έχουν μείνει παρά μόνο κλειδιά και λεφτά κι ένα καθαρό μαντίλι. Κι όταν το κάνω, νιώθω πιο έτοιμος για άλλα πράγματα, να κάνω κι εγώ ένα δύσκολο τηλεφώνημα, να πάω σε κάποιο δίπλα γραφείο για μια υπηρεσιακή συνεργασία που μ’ αρρωσταίνει, να ξεκινήσω μια δουλειά που βαρυγκομούσα εδώ και μέρες ν’ ασχοληθώ μαζί της.

Τέλος λοιπόν του τηλεφώνου, κι εγώ άνετος και τακτοποιημένος. Ξεκαθάρισα τα άχρηστα, ξέρω τι έχω, τι δουλειές υπολείπονται, που πρέπει να γίνουν. Σκέφτομαι ότι μ’ αυτή την κίνηση, αδειάζοντας τις τσέπες, μπορώ να ανασυνθέσω όλη την πορεία μου στη ζωή ως τα σήμερα. Μικρός, παλιά στις γειτονιές της Τριμιθιάς, ήταν συνηθισμένο να ’χω ένα κομμάτι ψωμί, για το διάλειμμα και τις βόλτες του απογεύματος, με τον καιρό μαζευόταν κάτω ένα δάκτυλο ψίχουλα, κάποτε άμα έκοβες νηστικός αναποδογύριζες την τσέπη και γέμιζε η παλάμη, μεγάλη περηφάνια μου έδωσε το σουγιαδάκι που απόκτησα στα δεκατέσσερα, ύστερα, στο βάθος κρυμμένα, ήταν τα τσιγάρα και ο αναπτήρας, τελευταίες τάξεις του γυμνασίου. Μόλις πήγαμε στην Αθήνα, φοιτητές, είχαμε όλοι σχεδόν  ένα κουτί προφυλακτικά για κάθε περίσταση. Είχα ακούσει κι εγώ τόσα για τόσες εύκολες και λυσσασμένες που μπορούσαν να σου πέσουν στα ξαφνικά, έτσι κυκλοφορούσα με ένα προφυλακτικό στην τσέπη, όμως όταν το ’δειξα με περηφάνια στους παλιούς που με φιλοξενούσαν, μέχρι να βρω συγκάτοικο και διαμέρισμα, με κοίταξαν κοροϊδευτικά. «Μόνο μια φορά θα την κανονίσεις;» μου είπαν, έτσι προχώρησα κι εγώ στο κουτάκι με τα τρία, φθάρηκε με τις βδομάδες στην τσέπη μου. Πάντως πολλοί τα χρησιμοποιούσαν τις χειμωνιάτικες  νύχτες παρ’ όλον ότι ήσαν μόνοι στο κρεβάτι. Μέσα στην παγωνιά, που ούτε τα χέρια δεν μπορούσες να βγάλεις έξω απ’ τις κουβέρτες, δυσκολεύονταν να ξεσηκωθούν απ’ το κρεβάτι για ν’ αδειάσουν, έμεναν στα ζεστά και με το προφυλακτικό γλίτωναν και τα σεντόνια απ’ τα υγρά.

Ακόμη, παλιότερα δύσκολα πετούσα πράγματα από τη τσέπη, περίμενα αλλαγές και νέα δεδομένα, κάποτε θα ’ρθει η ώρα τους, έλεγα, κι είχα καιρό. Ένα χαρτάκι με το τηλέφωνο μιας παιγνιδιάρας στη φυσικομαθηματική,  που με τσάκισε στην άρνηση, παρέμενε τσεπωμένο για μήνες, πού ξέρεις, μπορεί να αναστραφούν τα πράγματα. Τώρα τι να τις κάνω τις αναστροφές.

Καμιά φορά αναλογίζουμε ότι με το τι είχαν οι τσέπες παλιά και τι θα ’χουν στο μέλλον μπορείς να δεις όλη την ιστορία των τελευταίων εκατόν χρόνων, και τι θα γίνει από δω και να πάει. Και λέω εκατόν, όχι γιατί δεν θα μπορούσες να πας πιο παλιά, όμως αυτό θα το κατάφερνες μέσ’ από διαβάσματα. Κι εμένα μ’ αρέσει να ανασυνθέτω απ’ ό,τι είδα ο ίδιος κι από μαρτυρίες ανθρώπων που τα κουβέντιασα μαζί τους. Να λοιπόν που άλλα είχαν στις τσέπες οι παλιοί στα περιβόλια και στις μάντρες κι άλλα οι νοικοκυραίοι και οι μικροαστοί στις πόλεις, άλλα οι νέοι κι άλλα οι γέροι τους, οι άντρες και οι γυναίκες. Οι παππούδες μου, γεωργοί του κάμπου αταξίδευτοι, δεν κρατούσαν ποτέ κλειδιά, αυτό τον ορμαθό, που μας κυνηγά όλους σήμερα,  όπως ο καθένας κουβαλά μικρά και μεγάλα, του σπιτιού, του γραφείου, του αυτοκινήτου, του συρταριού. Στο σπίτι πάντα κάποιοι υπήρχανε, παιδιά που ανακάτευαν τα χώματα της αυλής, και γέροι στα πίσω δωμάτια, γυναίκες που πύρωναν τον  φούρνο, έγνεθαν και τάιζαν όρνιθες και περιστέρια. Κι αν χρειαζόταν να μείνει το σπίτι άδειο για καμιά μέρα, όπως θα πήγαιναν όλοι σ’ ένα πανηγύρι ή σε γάμο στο γειτονικό χωριό, κλείδωναν μ’ ένα τεράστιο κλειδί που τ’ άφηναν στη γειτόνισσα μέχρι να επιστρέψουν.  Κι ίσως στο μέλλον να μην έχουν καν τσέπες οι άνθρωποι. Μ’ ένα μαραφέτι σαν το κουτί με τα σπίρτα θα φροντίζουν για όλα. Θα είναι ηλεκτρονικό κλειδί, κι ατζέντα τηλεφώνου, και κάρτα για πληρωμές.

Τέτοια ανασκόπηση είχαμε κάνει σ’ ένα μάθημα πριν από λίγο καιρό, κι οι μαθητές πραγματικά το χαρήκαν. Μέσ’ απ’ τις οσμές της κουζίνας είδαμε όλη την κυπριακή ιστορία του τελευταίου αιώνα. Βάλαμε έναν παρατηρητή, που έκατσε εκατόν χρόνια έξω από κει που ψηνόταν το φαγητό, στη φωτιά ή σε μηχανές πετρελαίου και γκαζιού, σε μάτια ηλεκτρικά και φούρνους μικροκυμάτων.  Σημείωνε τις αλλαγές μόνο με τη χρήση της όσφρησης, πώς απ’ τα παράθυρα του μαγειρειού ξεχύνονται μυρωδιές από όσπρια στην αρχή κι απ’ όσα μεγαλώνει η γη, φυτά και ζώα που έτρεφαν οι ίδιοι, πώς αλλάζει η αναλογία κρέατος όπως αυξάνει και το κομπόδεμα, πώς αρχίζουν καινούριες μυρωδιές από προϊόντα που εισάγονται και νέες συνταγές που διαδίδονται από ταξίδια και έντυπα, και φτάνουμε στις οσμές της σημερινής κουζίνας, χάμπουργκερ και πίτσες. Είχαμε πάει την προηγούμενη όλο το σχολείο εκδρομή. Ο ιδιοκτήτης του Κέντρου για μεσημεριανό ετοίμασε χάμπουργκερ για τον καθένα, έτσι του παράγγειλε το μαθητικό συμβούλιο, κι αυτό θέλανε όλοι. 825 χάμπουργκερ για μαθητές και καθηγητές, κι ακόμη αρκετά άλλα για όσους ήθελαν δεύτερο. Τους παρακολουθούσα να τα τρώνε όλοι με βουλιμία, παιδιά κι εγγόνια παλιών αγροτοποιμένων, κι είπα ν’ ακολουθήσω κι εγώ κι ας μην κάνω πάλιν τον διαφορετικό. Όπως ζούληξα το ψωμάκι του χάμπουργκερ, συμμαζεύτηκε αυτό τάχιστα χωρίς αντίσταση, το πίεσα κι άλλο σκόπιμα και μίκραινε ακόμη, συνέχισα, με πείσμα πια, και μπορούσε να χωρέσει σε μια δακτυλήθρα, σαν να ’ταν απ’ αυτά τα χοντρά περιτυλίγματα, πλαστικά, που είναι γεμάτα φουσκάλες από αέρα. Σπάζεις αυτές τις φουσκάλες κι αυτά συμμαζεύονται, μικραίνουν, σχεδόν εξαφανίζονται.  Έτσι είναι και τα άρθρα του κυρίου Μιμά στο Βήμα, σκέφτηκα, φαντάζουν σπουδαία, στο δεύτερο διάβασμα, όταν καταλάβεις κι αρχίζεις να σπας αυτά τα κενά αέρος που τα διογκώνουν, τι μένει; αυτό που περνά απ’ την τρύπα του βελονιού, κλωστίτσες και τριχούλες νοημάτων.  Πέταξα το σβόλο από ψωμί και παράγγειλα καφέ.

Το στριφογυρίζω καμιά φορά στο μυαλό μου ότι αυτή η συνήθειά μου, να αναποδογυρίζω τις τσέπες και να τις τακτοποιώ εμμανώς, δεν είναι παρά μια ψύχωση όπως και τόσες άλλες που έχουν βαρέσει τον ταλαίπωρο κοσμάκη αυτά τα χρόνια. Άλλοι κατακουρασμένοι και πεινασμένοι του ύπνου  στριφογυρίζουν μέσα στο κρεβάτι, κι όμως ύπνος δεν τους κολλά. Κάποτε σηκώνονται και σφίγγουν τη βρύση. Όπως το περίμεναν ήταν εντάξει, ούτε σταγόνα δεν χανόταν, κι όμως μόνο ύστερα απ’ αυτό, όταν ξαναξαπλώνουν, κοιμούνται αμέσως. Ήταν η τελευταία ενέργεια που υπολείπονταν για να αφεθούν. Κι εγώ έτσι έχω αρχίσει να βλέπω αυτή τη συνήθειά μου. Κι όσο μεγαλώνω, βλέπω αυτή τη μανία ξεκαθαρίσματος και τακτοποίησης για τις τσέπες να την επεκτείνω και σ’ άλλα της ζωής μου. Έχω ήδη κόψει αρκετές συνήθειες και συναναστροφές, και διαιτολογικές προτιμήσεις, ακόμη και διαβάσματα και ταχυδρομικές διευθύνσεις. Ξεσκαρτεύω σκληρά, γράφω σε λίγους τα απαραίτητα, επιστρέφω σε πολύ λίγα βιβλία.

Δεν ξέρω λοιπόν μήπως, όσο προχωρεί ο καιρός και δεν φαίνεται άλλη οδός διαφυγής, αυτή η εμμονή μου μπορεί να είναι και μια άλλη προετοιμασία. Τακτοποιώ τις τσέπες μου, τακτοποιώ τη ζωή μου, μια προσπάθεια όσο πλησιάζει η ώρα για καλή απολογία, αυτήν την επί του φοβερού βήματος. Που δεν ξέρω πια αν αυτός που θα την ακούσει δεν θα ’ναι ένα θηριώδης υπολογιστής που έχει καταγράψει τα πάντα, αυτά που του διαβίβαζε πλουσιοπάροχα και καθημερινά κάποια  σχετική υπηρεσία. Μέσα στη μνήμη του θα έχει όλη την πορεία μου, τι είπα και τι διάβασα, όσα έγραψα πατώντας στο δικό μου πληκτρολόγιο και σε ποιους τηλεφώνησα και τι, το περιεχόμενο όλων των επιστολών που ταχυδρόμησα, ποιους είδα και ποια έπραξα. Και ενώ ίσως έχει έτοιμη  την ετυμηγορία του, από κεκτημένη ταχύτητα των ανθρώπινων συνηθειών ή απλώς για να κρατήσει τα προσχήματα, θα μου πει κοφτά με τη συνθετική φωνή του: –«Λέγε».

 

 

 

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Το άδειασμα”

  1. anagnostria Says:

    Ωραίο κείμενο. Όμως για τα ενοχλητικά, μακρόσυρτα τηλεφωνήματα, σήμερα υπάρχει κι άλλος τρόπος να τα αντιμετωπίσεις, αγαπητέ Σάββα. Απλούστατα, σερφάροντας που μπορεί να το κάνεις και με το ένα χέρι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: