Ω, ΠΕΠΟΝ! Ή ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΤΕΧΝΗΣ



Θεωρώ το έργο του Θανάση Τότσικα, που απεικονίζει τον ίδιο γυμνό να συνουσιάζεται με ένα καρπούζι, ως χαρακτηριστικό φαινόμενο του εκτραχηλισμού, της έκπτωσης των ηθών και του επιπέδου της Τέχνης γενικότερα. Γιατί θα μπορούσε να δώσει περισσότερο βάθος και νέες διαστάσεις στο έργο του, θα δημιουργούσε κάτι απείρως καλύτερο, αν το έκανε με πεπόνι.

Ίσως μερικοί, αναμοχλεύοντας το παρελθόν μου, θα βρουν υπόλοιπα παλαιών αντιθέσεων μεταξύ των αγροτοποιμενικών κοινοτήτων της περιοχής μου, διότι είναι γνωστόν ότι κατάγομαι από την Τερμινθία, κοινότητα πεπονοπαραγωγών, όπως είναι γνωστές και οι αντιθέσεις των ομοχωρίων μου με τη διπλανή κοινότητα των Δεμαριωτών, που ήταν φημισμένοι παραγωγοί καρπουζιών, αφού το έδαφός τους ήταν τόσο πρόσφορο για το προϊόν αυτό. Αν παρατηρούσες, από ψηλά, τα δυο γειτονικά χωριά, θα έβλεπες το κίτρινο των πεπονιών πέριξ της Τερμινθίας και το πράσινο των καρπουζιών από τα μποστάνια γύρω από το Δεμάρι σαν χρωματική καταδήλωση ομόρων, πλην αντιζήλων κοινοτήτων και περιοχών.

Η υψηλής περιωπής καλλιτεχνική δημιουργία του Τότσικα

Δεν ήταν, μόνο,  οι συνήθεις ανταγωνισμοί παραγωγών -γιατί είναι αλήθεια ότι η προτίμηση του καρπουζιού από τους καταναλωτές των πόλεων σήμαινε πάραυτα την πτώση του εισοδήματος των πεπονοπαραγωγών και είχαμε πάντα το παράπονο ότι το πεπόνι, αν και εκλεκτό έδεσμα, όμως παρέμενε φτωχός συγγενής  στις επιλογές για το φρούτο του τραπεζιού.

Ήταν και το ήθος των καρπουζοπαραγωγών στο Δεμάρι, πάντα σπαγκοραμμένοι και πονηροί, χαρακτηριστικά, στις συναντήσεις των ομάδων μας, στα πλαίσια του αγροτικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, αντί να κλοτσούν την μπάλα κλάδευαν τα πόδια των δικών μας. Και πολλές φορές, στις έντονες συζητήσεις που γίνονταν μετά το ματς, τα τοπικά προϊόντα έπαιρναν τη μερίδα το λέοντος στην επιχειρηματολογία και στις αντεγκλήσεις που ακολουθούσαν. Αυτοί μας έλεγαν «πεπονοκέφαλους», υπονοώντας μικροκεφαλία, ανάλογα εμείς λέγαμε: «Τι περιμένεις από καρπούζια;», υπονοώντας υπερμέγεθες πλην αχαμνό μυαλό. Τότε μαθαίναμε ακόμη καθαρεύουσα και ετυμολογία, ποιο είναι το πρώτιστο και κυρίαρχο ετυμολογικά, που έτσι καθορίζει και παράγει νέο λεξιλόγιο, κι είπα προκλητικά σε κάποιον από το Δεμάρι: «Πρώτα είν’ ο πέπων και μετά ο υδροπέπων». Τον στραπάτσαρα.

Όχι. Μακριά από μένα οι γλυκερές αναμνησούλες και οι παλιμπαιδισμοί, αν και προηγουμένως φαίνεται να γλίστρησα λίγο. Παραμένω νηφάλιος και λόγιος, και η κύρια επιχειρηματολογία μου εδράζεται στη διαλεκτική και τη σφαιρική εξέταση του θέματος. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι η επέκταση των ορίων της τέχνης γίνεται με τη διαπλοκή της με άλλα θέματα, όταν σπάνε τα όρια και οι όροι που την καθορίζουν και ενσωματώνει περισσότερο σύμπαν στο έργο της, θα έλεγα ότι η προτίμηση του κ. Τότσικα στο καρπούζι, εκτός του ότι αγνοεί τα διαιτολογικά (φούσκωμα με το καρπούζι -καλύτερο, πιο γλυκό και διατροφικά προτιμητέο το πεπόνι), παραπέμπει και σε έναν παρωχημένο λαϊκισμό, που επενδύει, τη σκηνή της συνουσίας του με το καρπούζι, με συνειρμούς συνοικιακού εραστή ή εφαψία της λαϊκής αγοράς.

Ναι, υπάρχει μια αριστοκρατική και λόγια αντίληψη της ζωής στην επιλογή του πεπονιού. Ο «σικυός πέπων» έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοι το πεπόνι, δηλαδή το ώριμο αγγούρι, ψημένο στον ήλιο, αφού ο σικυός, το συνηθισμένο αγγούρι, τρώγεται μη ώριμο. Αργότερα λέγεται απλώς πέπων και εγκαθιδρύεται έτσι, χωρίς αντίστιξη με το αγγούρι. Αγγούρι, λοιπόν, πεπόνι και καρπούζι, ιδού που στήσαμε το αγροδίαιτο και υπαίθριο περιβάλλον για το μεγάλο έργο του Τότσικα.  Που αποκτά νέες προοπτικές όταν γνωρίζουμε, και δεν φταίω εγώ αν οι μεταμοντέρνοι εικαστικοί της Ελλάδος είναι αδιάβαστοι, ότι η προσφώνηση των αρχαίων Ελλήνων «πέπον» σημαίνει μαλακέ,  γλυκέ, εκφράζει στοργή, παίρνει την έννοια «καλέ μου». «Κριέ πέπον» [=καλό μου κριάρι, αγαπημένο μου], λέει ο Πολύφημος στην Οδύσσεια, «πέπον Καπανηιάδη» αναφέρεται στην Ιλιάδα.

Αχ! αν ήξερε ο Τότσικας τι πελώριες διαστάσεις θα έπαιρνε το έργο του, αν συνουσιαζόταν με πεπόνι, αναφωνώντας: Ω πέπον!

Advertisements

7 Σχόλια to “Ω, ΠΕΠΟΝ! Ή ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΤΕΧΝΗΣ”

  1. Βασίλης Παλαιοκώστας Says:

    Κύριε Παύλου σας ευχαριστώ πολύ. Έζησα με δύο τρόμους όταν ήμουν φοιτητής: α) Ο πρώτος τρόμος μήπως μου πούν ότι δεν ήμουνα προοδευτικός, ειδικά στο Κυπριακό και β) ο δεύτερος τρόμος μήπως μου πούν ότι δεν καταλαβαίνω απο μοντέρνα τέχνη. Διαβάζοντας και μελετώντας για το κυπριακό κατέληξα σε κάτι απλό: Η Κύπρος είναι ελληνική και όσοι μου λενε ότι δεν είμαι προοδευτικός ας πάνε στoν αγύριστο. Τώρα με το άρθρο σας θα ξεπεράσω και τον δεύτερο τρόμο. Άμα δω μια ανοησία στην τέχνη θα λέω ότι είναι ανοησία και ας πούν ό,τι θέλουν, ας με χαρακτηρίσουν όπως θέλουν. Συμπερασματικά: η Κύπρος είναι ελληνική και στην μοντέρνα τέχνη υπάρχουν έργα καλά και έργα ηλίθια. Ουφ απελευθερώθηκα!

  2. catrame Says:

    Ω, Σάββα! Το άρθρο σου χυμώδες, μεστό και π(ρ)έπον.

  3. Βασος Φτωχόπουλλος Says:

    Κυριε Σάββα είσαι ενας ξημαρισμένος διανοουμενος τζιαι τοπικιστής. Επειδή δηλαδη το χωρκόν σου έφκαλλεν πεπόνια εμούνταρες να κάμεις κριτικήν του άλλου γάαρου επειδή αντί να γ[συνουσιάζεται] με προιόντα του τόπου σου γ[συνουσιάζεται] με καρπούζια. Δηλαδη επειδή εγιώ εγεννηθηκα στην Γιαλούσα που φκαλλει τεράτσια έπρεπεν να γράψω οτι ο γααρος ο καλλιτέχνης επρεπεν να γ[συνουσιάζεται] με τερατσια; Εδοκιμασες να γ[συνουσιασθείς] με τερατσιν καμμια φοραν; Ουτε που να το σκεφτείς. Με το αρθρο σου έπεισες μας για κκυο πράματα . Πρώτον εν σκαμπαζεις που σύγρονην τέγνην τζιαι δευτερον , που εσιει αμεσην σχεσην με το πρώτον ,είσαι ενας χώρκατος χωρκατης χωρίς εσσωτερικον κόσμον.

  4. Ραπτόπουλος Σωτήρης Says:

    Αγαπητέ Σάββα….
    …στην Μυτιλήνη, τα κορίτσια που βρίσκονται στην ακμή της ήβης ονομάζονται «ραπάνια»! Προφανώς, παραβάλλονται με τα πιπεράτα, πλήν «φαγώσιμα» κονδυλόρριζα, των οποίων η επίγευση είναι έντονη -αλλά η φρεσκάδα αδιαμφισβήτητη!…
    …Το έμαθα το 1989, όταν έκανα μια έρευνα για τους κεραμείς της Μυτιλήνης. Ένα βράδυ έμεινα σ’ ένα μικρό ξενώνα. Ο ιδιοκτήτης με ρώτησε με τί ασχολούμαι:
    _Ψάχνω στοιχεία για τους τσουκαλάδες…
    _Ά, κατάλαβα, σαν εκείνα τα ραπάνια του (της) (ακολουθούσε όνομα ερευνητή-τριας). Μιλούσε, όπως συμπέρανα, για φοιτήτριες που μετείχαν σε παρόμοιο ερευνητικό πρόγραμμα.
    Το συμπέρασμα είναι ότι οι τοπικές κοινωνίες ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για την μορφή των διακονούντων την έρευνα -παρά για τα αποτελέσματά της. Πραγματικά, όμως, επειδή (κατά OSCAR WILD) «η ομορφιά είναι από τα μεγάλα γεγονότα του κόσμου», ίσως η προσέγγιση αυτή δεν είναι απορριπτέα…
    Σωτήρης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: