ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ


 

 

«Ο χρόνος παίζει άνετα στο δέρμα μου

όπως η Άρσεναλ σε βρεγμένο γήπεδο

σκοράροντας ασταμάτητα. Και το στήθος μου

γεμίζει χώμα συνεχώς.»[1]

Ανήκω στη γενιά εκείνη που αντιμετώπισε το ποδόσφαιρο με επιφύλαξη. Από τη μια, ήταν η γεμάτη έπαρση διανοουμενίστικη στάση μας, που δεν ήθελε να συγχρωτιστεί με το έντονα λαϊκό περιβάλλον αυτού του αθλήματος. Από την άλλη, ήταν η πολιτική μας στράτευση, που υποψιαζόταν ότι η ποδοσφαιρική μανία λειτουργούσε αποπροσανατολιστικά για τον αγώνα της αλλαγής. Ήμασταν, τότε, νεόφυτοι στρατευμένοι, φοιτητές την περίοδο της χούντας, που βλέπαμε με πόσο έντεχνο τρόπο η δικτατορία χρησιμοποιούσε το άθλημα αυτό για εκτόνωση. Ήταν η εποχή που ο Παναθηναϊκός είχε φτάσει στο Γουέμπλεϊ, στον «ναό του ποδοσφαίρου» έγραφαν οι εφημερίδες επενδύοντας την ποδοσφαιρική αυτή συνάντηση με ιερό μυστικισμό, στον οποίο έπρεπε να συμμετέχουν όλοι οι Έλληνες. Τότε, και ο ποιητής Νίκος Δανδής κυκλοφόρησε τη συλλογή: Το Γουέμπλεϊ και άλλα παρατράγουδα, μια ποιητική αντιποδοσφαιρική καταγγελία. Λίγοι υπερασπίστηκαν τότε το ποδόσφαιρο, τονίζοντας τις αρετές του, ανεξάρτητα από την εκμετάλλευση και τις οικειοποιήσεις διαφόρων.[2]

Γιατί, πέραν από τις εμπλοκές παραγόντων, μεσαζόντων, οικονομικών επενδύσεων και πρακτόρων στοιχημάτων και τις οποιεσδήποτε χρήσεις και οικειοποιήσεις εκ μέρους διαφόρων καθεστώτων και ιδεολογιών, το ποδόσφαιρο έχει τη δική του αξία ως άθλημα, τη δική του ομορφιά και χάρη, και από αυτή θα κριθεί. Είναι, λοιπόν, το πρώτο άθλημα. Παιγνίδι μάχης, συνενώνει αρετές του ατομικού και ομαδικού πνεύματος, τις εναλλαγές γρήγορου και αργού παιγνιδιού, αναδιπλώνεται στην άμυνα και, αμέσως μετά, ανασπειρώνεται για την επίθεση. Υπέροχο θέαμα, με ένταση, αγωνία και απρόσμενες φάσεις. Κάποτε οι παίκτες εκτελούν τις ποδοσφαιρικές τους πιρουέτες καλύτερα και από χορευτές, κάποτε η ομάδα εκδιπλώνει τη συλλογική της προσπάθεια καλύτερα και από μπαλέτο.

Σκέψεις που προκάλεσε το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου Μαρκόπουλου, Εντός και εκτός έδρας. Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση.[3] Η εγκεφαλική αλαζονεία  εναντίον του λαϊκού αθλήματος και θεάματος ακυρώνεται και από την ποίηση, που παρατίθεται στο βιβλίο. Το ποδόσφαιρο έχει δρέψει, λοιπόν, ακόμη και πάμπολλες ποιητικές δάφνες, μένεις έκπληκτος πόσοι πολλοί και καλοί ποιητές οιστρηλατήθηκαν  από τον χώρο του αθλήματος αυτού.[4]

Διαβάζοντας τους στίχους που παραθέτει ο Γ. Μαρκόπουλος στη μελέτη του, διαπιστώνεις ότι οι καλύτεροι αναφέρονται στο μοτίβο που ο πανδαμάτωρ χρόνος επιβάλλει τη σφραγίδα του: Φτάνει η στιγμή που γνωστοί ποδοσφαιριστές, που συμβόλισαν μια εποχή τη  δόξα, την αναγνώριση και λατρεία των οπαδών της ομάδας τους,  αφήνουν πια τον θρίαμβο και την αποθέωση, αποχωρούν και κρεμούν τα παπούτσια των γηπέδων, για να γίνουν χωροφύλακες, υπάλληλοι της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε., όπως συνηθιζόταν κάποτε η αποκατάσταση των παλαίμαχων ποδοσφαιριστών.[5]

Μερικοί ποιητές θα αναφερθούν ακόμη  στα άδεια γήπεδα, στα στάδια μετά τη λήξη του αγώνα, όταν αυτά, από χώρος της ιαχής και της κάθε έκφρασης δεκάδων χιλιάδων φιλάθλων, όπου οι ουρανομήκεις κραυγές του μαζικού πάθους και της λαϊκής αποθέωσης ξεκουφαίνουν και απογειώνουν, γίνονται έρημα και σιωπηλά. Το ματς τελειώνει, τα πλήθη αποχωρούν, οι προβολείς σβήνουν, οι πόρτες κλείνουν και, τάχιστα, δεν υπάρχει ούτε ένας εκεί που πριν από λίγο ήταν τόπος του πάθους και της ζωής· το στάδιο αποτελεί  πια ένα καταθλιπτικό πεδίο της ερημιάς και της ματαίωσης

Ο Νάσος Βαγενάς στις Βάρβαρες Ωδές, που παραθέσαμε στην αρχή, συναιρεί ευσύνοπτα τα βασικά γνωρίσματα της ποδοσφαιρικής θεματογραφίας. Ο χρόνος – θάνατος όμως δεν κάθεται στις κερκίδες με την άνεση του παρατηρητή, που παρακολουθεί σίγουρος τη φθορά και την πτώση του ποδοσφαιριστή, του παιγνιδιού και του γηπέδου. Ο χρόνος-θάνατος είναι η αντίπαλη ομάδα, που παίζει με νεύρο στο γήπεδο του κορμιού μας.

 

 


[1]) Νάσος Βαγενάς, Βάρβαρες Ωδές, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1992, σ. 13.

[2]) Χαρακτηριστικά, αυτήν την περίοδο, το περιοδικό Αντί, στο ένα και μοναδικό τεύχος που κατάφερε να κυκλοφορήσει κατά την πρώτη του διαδρομή, πριν διακόψει την έκδοσή του η χουντική ανάσχεση, δημοσίευσε κείμενο για το ποδόσφαιρο (Ποδοσφαιριστής: ένας σύγχρονος μονομάχος, περ. Αντί, Αθήνα, <1972>, αρ. 1, σ. 59). Αντίθετα με τη γενικότερη στάση των πολιτικοποιημένων διανοουμένων, που αδιαφορούσαν ή απέρριπταν το παιγνίδι αυτό, το κείμενο τού Αντί συντείνει στην υπεράσπιση και αποκατάσταση  του ποδοσφαίρου.

[3]) εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2006.

[4]) Για την εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας βλ. και τα μελετήματα: Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Η εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας, περ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία, φθινόπωρο 2007, αρ. 22, σ. 42-45, Δημήτρης Κόκορης, Η εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας: συμπληρωματικά στοιχεία, περ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία, άνοιξη 2008, αρ. 23, σ. 23-25.

[5]) Ο μελετητής του θέματος  Γιώργος Μαρκόπουλος μάς έδωσε ένα ξεχωριστό ποίημα για το θέμα, αυτό με τίτλο: Ωδή στον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου [Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα (19681987), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 82-84]. Αναφέρω ενδεικτικά τους στίχους: Δεν ημπορώ να φαντασθώ την ώρα/ που τα παπούτσια του θε να κρεμάσει θα φύγει από τα γήπεδα/ θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω/ και θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: