Archive for Οκτώβριος 2010

Ω, ΠΕΠΟΝ! Ή ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΤΕΧΝΗΣ

Οκτώβριος 29, 2010



Θεωρώ το έργο του Θανάση Τότσικα, που απεικονίζει τον ίδιο γυμνό να συνουσιάζεται με ένα καρπούζι, ως χαρακτηριστικό φαινόμενο του εκτραχηλισμού, της έκπτωσης των ηθών και του επιπέδου της Τέχνης γενικότερα. Γιατί θα μπορούσε να δώσει περισσότερο βάθος και νέες διαστάσεις στο έργο του, θα δημιουργούσε κάτι απείρως καλύτερο, αν το έκανε με πεπόνι.

Ίσως μερικοί, αναμοχλεύοντας το παρελθόν μου, θα βρουν υπόλοιπα παλαιών αντιθέσεων μεταξύ των αγροτοποιμενικών κοινοτήτων της περιοχής μου, διότι είναι γνωστόν ότι κατάγομαι από την Τερμινθία, κοινότητα πεπονοπαραγωγών, όπως είναι γνωστές και οι αντιθέσεις των ομοχωρίων μου με τη διπλανή κοινότητα των Δεμαριωτών, που ήταν φημισμένοι παραγωγοί καρπουζιών, αφού το έδαφός τους ήταν τόσο πρόσφορο για το προϊόν αυτό. Αν παρατηρούσες, από ψηλά, τα δυο γειτονικά χωριά, θα έβλεπες το κίτρινο των πεπονιών πέριξ της Τερμινθίας και το πράσινο των καρπουζιών από τα μποστάνια γύρω από το Δεμάρι σαν χρωματική καταδήλωση ομόρων, πλην αντιζήλων κοινοτήτων και περιοχών.

Η υψηλής περιωπής καλλιτεχνική δημιουργία του Τότσικα

Δεν ήταν, μόνο,  οι συνήθεις ανταγωνισμοί παραγωγών -γιατί είναι αλήθεια ότι η προτίμηση του καρπουζιού από τους καταναλωτές των πόλεων σήμαινε πάραυτα την πτώση του εισοδήματος των πεπονοπαραγωγών και είχαμε πάντα το παράπονο ότι το πεπόνι, αν και εκλεκτό έδεσμα, όμως παρέμενε φτωχός συγγενής  στις επιλογές για το φρούτο του τραπεζιού.

Ήταν και το ήθος των καρπουζοπαραγωγών στο Δεμάρι, πάντα σπαγκοραμμένοι και πονηροί, χαρακτηριστικά, στις συναντήσεις των ομάδων μας, στα πλαίσια του αγροτικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, αντί να κλοτσούν την μπάλα κλάδευαν τα πόδια των δικών μας. Και πολλές φορές, στις έντονες συζητήσεις που γίνονταν μετά το ματς, τα τοπικά προϊόντα έπαιρναν τη μερίδα το λέοντος στην επιχειρηματολογία και στις αντεγκλήσεις που ακολουθούσαν. Αυτοί μας έλεγαν «πεπονοκέφαλους», υπονοώντας μικροκεφαλία, ανάλογα εμείς λέγαμε: «Τι περιμένεις από καρπούζια;», υπονοώντας υπερμέγεθες πλην αχαμνό μυαλό. Τότε μαθαίναμε ακόμη καθαρεύουσα και ετυμολογία, ποιο είναι το πρώτιστο και κυρίαρχο ετυμολογικά, που έτσι καθορίζει και παράγει νέο λεξιλόγιο, κι είπα προκλητικά σε κάποιον από το Δεμάρι: «Πρώτα είν’ ο πέπων και μετά ο υδροπέπων». Τον στραπάτσαρα.

Όχι. Μακριά από μένα οι γλυκερές αναμνησούλες και οι παλιμπαιδισμοί, αν και προηγουμένως φαίνεται να γλίστρησα λίγο. Παραμένω νηφάλιος και λόγιος, και η κύρια επιχειρηματολογία μου εδράζεται στη διαλεκτική και τη σφαιρική εξέταση του θέματος. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι η επέκταση των ορίων της τέχνης γίνεται με τη διαπλοκή της με άλλα θέματα, όταν σπάνε τα όρια και οι όροι που την καθορίζουν και ενσωματώνει περισσότερο σύμπαν στο έργο της, θα έλεγα ότι η προτίμηση του κ. Τότσικα στο καρπούζι, εκτός του ότι αγνοεί τα διαιτολογικά (φούσκωμα με το καρπούζι -καλύτερο, πιο γλυκό και διατροφικά προτιμητέο το πεπόνι), παραπέμπει και σε έναν παρωχημένο λαϊκισμό, που επενδύει, τη σκηνή της συνουσίας του με το καρπούζι, με συνειρμούς συνοικιακού εραστή ή εφαψία της λαϊκής αγοράς.

Ναι, υπάρχει μια αριστοκρατική και λόγια αντίληψη της ζωής στην επιλογή του πεπονιού. Ο «σικυός πέπων» έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοι το πεπόνι, δηλαδή το ώριμο αγγούρι, ψημένο στον ήλιο, αφού ο σικυός, το συνηθισμένο αγγούρι, τρώγεται μη ώριμο. Αργότερα λέγεται απλώς πέπων και εγκαθιδρύεται έτσι, χωρίς αντίστιξη με το αγγούρι. Αγγούρι, λοιπόν, πεπόνι και καρπούζι, ιδού που στήσαμε το αγροδίαιτο και υπαίθριο περιβάλλον για το μεγάλο έργο του Τότσικα.  Που αποκτά νέες προοπτικές όταν γνωρίζουμε, και δεν φταίω εγώ αν οι μεταμοντέρνοι εικαστικοί της Ελλάδος είναι αδιάβαστοι, ότι η προσφώνηση των αρχαίων Ελλήνων «πέπον» σημαίνει μαλακέ,  γλυκέ, εκφράζει στοργή, παίρνει την έννοια «καλέ μου». «Κριέ πέπον» [=καλό μου κριάρι, αγαπημένο μου], λέει ο Πολύφημος στην Οδύσσεια, «πέπον Καπανηιάδη» αναφέρεται στην Ιλιάδα.

Αχ! αν ήξερε ο Τότσικας τι πελώριες διαστάσεις θα έπαιρνε το έργο του, αν συνουσιαζόταν με πεπόνι, αναφωνώντας: Ω πέπον!

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΑΛΩΝΥΜΙΑ

Οκτώβριος 25, 2010

 

 

 

 

Πολιτισμολογικά

1. Ελληνική γαλωνυμία

2. Ποίηση και ποδόσφαιρο

3. Ημερολογιακά περί ερωτισμού και έρωτος

4. Όταν η Αθήνα απέκτησε τους Αθηναίους της

5. Το ‘διαστημικό’ συναίσθημα

 

 

 

Η Κρουέλα, μοναδική και ανεπανάληπτη, ήμασταν μαζί δώδεκα χρόνια, τώρα η πανέμορφη Καλομοίρα. Παλιά ο Γκοντζίλα, ολόμαυρος, όταν ανασηκωνόταν στα δυο του πόδια, με την ουρά του να αγγίζει τη γη, αν του κολλούσες μια τρίαινα στο ένα υψωμένο  πόδι, ήταν ο ίδιος ο Βελζεβούλης, όταν ανακατεύει τα καζάνια της κόλασης. Πολύ παλιά ο Ορφέας, μεγαλόσωμος σαν αρνί και μυστήριος, κοιμόταν για πέντε μήνες στον καναπέ, πάντα βαρύθυμος και αργός σαν βουδιστής καλόγερος, κοιμόταν από την ημέρα που προσκολλήθηκε στο σπίτι μέχρι τις δεκαπέντε Ιανουαρίου. Τη μέρα εκείνη ένιωσε ξαφνικά το μυστικό κάλεσμα της φύσης και σηκώθηκε βαρύς, αλλά και με νεύρο, και όδευσε έξω. Επέστρεψε ύστερα από δώδεκα μέρες, ταλαίπωρος, κουρασμένος, βρόμικος, με σημάδια γδαρμού και άλλες απώλειες, πάλεψε για το άλλο φύλο, σε μια πολυήμερη κραιπάλη. Ήλθε σε σύγκρουση με άλλους αρσενικούς γάτους, χωρίς όμως τις επιλογές και τα κριτήρια των ανθρώπων. Δεν κυνήγησε και δεν πάλεψε με τους αντεραστές του για γάτες με γαλλικά και πιάνο ή πολύφερνες με μεταπτυχιακό στο London School of Economics. Αυτός, για κάθε γάτα πρόσφορη που τον καλούσε, ήταν έτοιμος και θαρραλέος.

Ακόμη η Λούκρη που χάθηκε πικρά πριν από λίγο καιρό από αυτοκίνητο -δυο μέτρα από το κάγκελό μας. Όταν ήταν για να την παραλάβουμε μικρούλα, από το σπίτι που γεννήθηκε, πήγαμε εκεί οικογενειακά και, αφού η οικοδέσποινα μάς εκθείασε τις αρετές της γατούλας κι εμείς δώσαμε διαβεβαιώσεις για τη φροντίδα που θα είχε μαζί μας, την αναλάβαμε και τη φέραμε σπίτι μας –σαν συνοικέσιο ήταν.

Και πάντα έντονη η θύμηση της  Ασπασίας. Την είχαμε στις διακοπές στην Κρήτη για τρεις μήνες, μετά τη δώσαμε σε  φιλικό πρόσωπο στο χωριό όπου περάσαμε το καλοκαίρι. Κάποια στιγμή δεν αντέξαμε τον χωρισμό και πήγα πίσω στην Κρήτη, ειδικά για να την παραλάβω και να τη φέρω στο σπίτι μόνιμα, είχε όμως χαθεί. Λούστηκα τότε το άρωμά μου, που έβαζα το καλοκαίρι των διακοπών, μήπως το θυμηθεί και ξεμυτίσει από κάπου, και με μια μοτοσυκλέτα τριγύρισα σ’ όλους τους τόπους όπου υπήρχε πιθανότητα να βρίσκεται. Δεν τα κατάφερα να τη βρω. Αργότερα είδα μια ταινία, μετά τον χωρισμό ο τύπος λούζεται το άρωμα που έβαζε την περίοδο του δεσμού και αναζητά το κορίτσι που έχασε στα διάφορα στέκια της νύχτας.

Ακόμη  η Αναΐς, ο Αλέξανδρος, αδελφός του Γκοντζίλα, η Κρίσπω, η Μιλού, η Μπακουνού θηλυκώνυμο, καλύτερα: γατώνυμο, του μεγάλου αντιεξουσιαστή Μπακούνιν. Δέκα γάτες, δέκα ονόματα, «φύγαν» οι εννέα, έμεινε μόνο η Καλομοίρα, και αναζητείται τώρα ακόμα ένα γατάκι, αρσενικό απαραιτήτως, στο σπίτι μας θα ζήσει ζωή χαρισάμενη. Το όνομά του υπό συζήτηση, αναφέρονται τα: Κροπότκιν και Φαλόρ, όμως είμαι σίγουρος ότι θα ακυρωθούν για ένα άλλο όνομα που θα εμπνεύσει η στιγμή της γνωριμίας και υιοθεσίας ή, μάλλον, γατοθεσίας.

Πλούσια η ελληνική ονοματολογία για τους ανθρώπους, όμως πάντα μέσα σε κάποια όρια και κανονισμούς. Για ονόματα σε παιδιά, ο Νεοέλληνας επιλέγει από την αρχαία ελληνική και τη χριστιανική παράδοση της ανθρώπινης ονοματοδοσίας.  Δίνοντας, όμως, όνομα στη γάτα του, ο νους του καλπάζει πιο ελεύθερα και με φαντασία, και κάποτε δίνονται ονόματα εκπλήξεις, ονόματα περίεργα και ευφάνταστα, ευφωνικά και απρόσμενα. Είναι ενδεικτικό το ποίημα «Απόπειρες (ονόματα για ένα μικρό γατάκι)» του Νίκου Δήμου από Το βιβλίο των γάτων. Αναφέρονται εκεί διάφορα ονόματα, ένα απ’ αυτά θα πρέπει να δοθεί στο γατί: Φουφούνι, Σινούφης, Γατούτου, Φούγιας, Γατσούνι, Ίου –Ίου, Γούνι – Γούνι, Γκαγκούνης  κ.λπ. [1]

Πιστεύω ότι θα ήταν μεγάλη συμβολή στον νεοελληνικό πολιτισμό, και ειδικά στη νεοελληνική παράδοση, η έρευνα και καταγραφή της γατικής ονοματολογίας των Νεοελλήνων. Θα μας βοηθήσει στην ανίχνευση άγνωστων πλευρών μας, θα συμβάλει στην αυτογνωσία μας, θα φωτίσει γλωσσολογικές πλευρές. Η αγάπη για τις γάτες πλούτισε τον κόσμο των συναισθημάτων μας μα καλλιέργησε και την εκφραστική δύναμη της ελληνικής.


[1]) Βλ. και τα ονόματα των γάτων στο διήγημα Η “Γατού”: Η Βιολέττα, η Μαριγώ, η Ανναμαρία, η Τσούπρα, το Παρδαλό, το Ασπρουλί, η Χέσω, ο Μητσούλης [=Όλγα Κοζάκου-Τσιάρα, Ο γάργαρος βυθός, Gutenberg, εκδ. Αθήνα 1995, σ. 31].

ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΩΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Οκτώβριος 25, 2010

 

Παλιά, σε πολλά πεζογραφήματα, η ματιά του άγριου «απολίτιστου» ανθρώπου ή η ματιά του αθώου μικρού παιδιού έδινε την ευκαιρία στον συγγραφέα να κρίνει την κοινωνική πραγματικότητα. Ο αγαθός άγριος και το μικρό παιδί, έξω από τη λογική του πολιτισμένου κόσμου ή του κόσμου των μεγάλων, έκριναν, με τη ματιά της ανιδιοτέλειας και της αθωότητας, τις σκοπιμότητες και τα ιδιοτελή κίνητρα της κοινωνίας μας.

Σήμερα, είτε γιατί ο «πολιτισμός» έχει εξαπλωθεί σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης και τα παιδιά μας ενσωματώνονται ταχύτατα στις κοινωνικές λογικές, είτε γιατί το εύρημα  αυτής της κριτικής έχει εξαντληθεί, στη λογοτεχνική παραγωγή υπεισέρχεται ένα καινούριο υποκείμενο που προέρχεται από το διαστημικό χώρο, για να κρίνει τη γήινη πραγματικότητα. Μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της υψηλής τεχνολογίας και των διαστημικών ταξιδιών, οι συγγραφείς κάνουν, λοιπόν, ένα άλμα προς τα εμπρός. Τώρα πια, τις προειδοποιήσεις και την κριτική εκφωνεί ένας εξωγήινος, ένας επισκέπτης από το απώτερο διάστημα, ο οποίος, όταν έρχεται σε επαφή με τη γήινη κοινωνική και πολιτική  πραγματικότητα και αντιλαμβάνεται τα κίνητρα των ανθρωπίνων πράξεων, μένει κυριολεκτικά άναυδος. Τα σχετικά παραδείγματα από αυτού του είδους τα λογοτεχνικά κείμενα ή τις μαρτυρίες και τους προβληματισμούς είναι αμέτρητα. Δύο σχετικά αποσπάσματα είναι ενδεικτικά:

α) «[Οι εξωγήινοι] πάνε κι έρχονται στη γη μας από αιώνες, λαχταρώντας να ιδούν υψωμένο το σήμα της ειρήνης και της συναδέλφωσης. Αντί αυτού βλέπουν φωτιές κι ερείπια, δοκιμές πολεμικών όπλων και καινούριων μέσων καταστροφής, φαγωμάρα και δυστυχία. Ώρες ώρες, φοβούνται πως είμαστε πιότερο ανθρωπόμορφα θηρία παρά καθαυτό άνθρωποι. Θα μπορούσαν να μας κάνουν καλά μέσα σε λίγες μέρες, αν το ήθελαν. Έχουν όλα τα μέσα να μας εξαλείψουν απ’ το πρόσωπο της γης, να κάνουν κατοχή στον πλανήτη μας. Μα δεν το κάνουν κι ούτε θα το κάνουν ποτές αυτό το πράγμα, η βίαιη επέμβαση είναι πόλεμος, κι αυτοί τον πόλεμο τον έχουν για το χειρότερο έγκλημα. Άλλο τίποτα δεν τους μένει παρά να περιμένουν πότε θα ανθρωπέψουμε τελοσπάντων, για να μας λογαριάσουν άξιους της φιλίας τους.»[1]

β) «Οι εξωγήινοι μου εξήγησαν πως προέρχοντο από τον Κρόνο και πως, για λόγους δικούς τους, είχαν διαλέξει εμένα ως ενδιάμεσον, για να δώσουν πολύτιμες πληροφορίες στους γήινους. Οι Κρόνιοι ήλθαν για να μας σώσουν από τους ίδιους τους εαυτούς μας, γιατί η παγκόσμιος γήινη κατάσταση τους ανησυχούσε εξαιρετικά.»[2]

Δεν είναι τυχαίο που όλη αυτή η φρενίτιδα για τους ιπτάμενους δίσκους και τους εξωγήινους διογκώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν η ανθρωπότητα υπέστη το σοκ της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Όταν οι ανταγωνισμοί των δύο, τότε, υπερδυνάμεων συνοδεύονταν από δημοσιογραφικά πρωτοσέλιδα για ανεύρεση νέων υπερόπλων, για μυστικά πειράματα και δοκιμές, με στόχο την ανακάλυψη και βελτίωση χημικών και βακτηριολογικών όπλων.[3] Η περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας και το ξεκίνημα των διαστημικών ταξιδιών επέτειναν αυτές τις τάσεις.[4] Ο διάσημος Καρλ Γιουγκ (1875 – 1961) πρόλαβε, πριν πεθάνει, να μελετήσει το φαινόμενο των ιπτάμενων δίσκων και στο βιβλίο του Ιπτάμενοι δίσκοι, ένας σύγχρονος μύθος τόνισε ότι έχουμε πια μια τροποποίηση της παλιότερης παράδοσης· η τροποποίηση οφείλεται στην πρόσφατη γνώση που επηρέασε τις πανάρχαιες ιδέες με τις τελευταίες κατακτήσεις του συνειδητού, έτσι που τα ζώα και τα τέρατα να υποκατασταθούν από αυτοκίνητα και αεροπλάνα στα σύγχρονα όνειρα.

Τα νέα τεχνολογικά δεδομένα και οι σύγχρονοι τρόποι που εισέβαλαν ακόμη και στο υποσυνείδητό μας ενίσχυσαν και τις τάσεις αναθεώρησης του παρελθόντος με νέες προσεγγίσεις. Έτσι, αρκετοί, ανάμεσά τους και ο πολύς Νταίνικεν, χρησιμοποίησαν τη σημερινή τεχνική εμπειρία για να εξηγήσουν αινιγματικά γεγονότα παλαιών εποχών. Η καταστροφή, π.χ., των Σοδόμων και των Γομόρρων, ήταν κατ’ αυτούς αποτέλεσμα της έκρηξης ατομικής βόμβας. Και οι άγγελοι, που επισκέφθηκαν τον Λωτ, για να τον προειδοποιήσουν, ήταν ρομπότ εξωγήινων, ή οι ίδιοι οι εξωγήινοι, που θέλησαν, ως άγγελοι του καλού, να τον σώσουν από την καταστροφή.

Πράγματι, μένεις στήλη άλατος από τις ερμηνείες που δίνουν μερικοί.

Αφού, όμως, οι σύγχρονοι και ζώντες δεν μπορούν να παίξουν αυτόν τον καταλυτικό ρόλο, αφού τα συλλογικά κριτικά αντανακλαστικά κατέπεσαν, επέρχεται η  ανάγκη τού από μηχανής θεού, για να δώσει τις οδηγίες σωτηρίας και τον μίτο για την υπέρβαση του αδιεξόδου, και η λύση μετατίθεται στους, υπέρτερους σε σοφία και γνώση και τεχνολογικά ανώτερους, εξωγήινους που προειδοποιούν και γίνονται προφήτες. Το μήνυμα της σωτηρίας φτάνει απ’ έξω.

Η εξάπλωση του ανθρώπου στον εξωγήινο χώρο δημιουργεί και στο θέμα αυτό δύο νέες καταστάσεις: α) Αποδιώχνει μακρύτερα αυτό το μήνυμα της σωτηρίας, αφού εντάσσει ευρύτερο χώρο στην ανθρώπινη λογική και β) μειώνει την εμβέλεια του μηνύματος αυτού, αφού καθιστά τον άνθρωπο ισότιμο σχεδόν με τα όντα στα οποία εναποθέτει τις δυνάμεις της λογικής και της σωτηρίας.

Πριν κλείσουμε, όμως, με το αρχαίο «ένδον σκάπτε», πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτή η κοινωνιολογίζουσα κριτική για τους εξωγήινους προφήτες, που μεταφέρουν προειδοποιήσεις και μηνύματα, δεν είναι απορριπτική. Ένα λογοτεχνικό είδος κρίνεται από τις ίδιες τις δυνατότητες που έχει ως είδος και από την ποιότητα που προσιδιάζει σ’ αυτό, και μερικά λογοτεχνικά έργα επιστημονικής φαντασίας είναι εν ποιότητι απολαυστικά.

 

 

 


[1]) John Wallhope, Ιπτάμενοι δίσκοι, μετ. Μ. Βλαχόπουλος, Αθήνα 1955, σ. 204.

[2]) Άλεξ Λαγκαδά, Η μυθολογία των ιπταμένων δίσκων, Αθήνα 1976, σ. 33.

[3]) Το θέμα αυτό τονίστηκε και σε κινηματογραφικές ταινίες. Χαρακτηριστικά, στην ταινία του Ρόμπερτ Γουάιζ Τη μέρα που η Γη έμεινε ακίνητη (The day the Earth stood still), που προβλήθηκε το 1951, ο Εξωγήινος επισκέπτης έρχεται στη Γη, ανήσυχος από τις επιθετικές λογικές των ανθρώπων, για να κηρύξει την κατανόηση και την ειρηνική συμπόρευση ανάμεσα στους γήινους και τους άλλους κοντινούς ή μακρινούς γείτονες του διαστήματος.

[4]) Δεν πρέπει, φυσικά, να ξεχνούμε παλαιότερες σποραδικές καταθέσεις στο θέμα αυτό. Ενδεικτικά: Στο κείμενο του Λουκιανού, Ικαρομένιπππος (2ος μ. Χ. αιώνας), ο ήρωάς του Μένιππος αρχίζει να κρίνει τη γήινη πραγματικότητα, όταν απομακρύνεται από τη Γη για το διαστημικό του ταξίδι, όταν θα έχει το προνόμιο του εξωγήινου παρατηρητή [= Στραφείς έπειτα προς την Πελοπόννησον και ιδών την Κυνοσουρίαν εθυμήθηκα πόσοι Αργείοι και Λακεδαιμόνιοι εφονεύθησαν εντός μιάς ημέρας διά μίαν έκτασιν γης, η οποία δεν ήτο πολύ μεγαλειτέρα από φακήν της Αιγύπτου. Αλλά και αν έβλεπα κανένα ο οποίος να υπερηφανεύεται διότι είχεν οκτώ δακτυλίους και τέσσερα ποτήρια χρυσά, πολύ θα εγελούσα και με αυτόν. Διότι το Πάγκειον όρος ολόκληρον με  τα μεταλλεία του είχε το μέγεθος ενός  κεχριού (μετάφραση Ιωάννη Κονδυλάκη)]. Και στο κείμενο του Παναγιώτη Σούτσου, Ο Τρισχιλιόπηχος, (το οποίο είναι σαφές ότι διαλέγεται με το έργο του Βολταίρου Μικρομέγας που πρωτοεκδόθηκε το 1752), ένας κάτοικος από τον πλανήτη Δία επισκέπτεται τη Γη το 1832 καί ασκεί δριμύτατη κριτική στις ανθρώπινες συνήθειες: “«Τι μωρά η ανθρωπότης!», έλεγε· «διηρημένη χάνει τόσα χρήματα και τόσους κόπους και τόσον καιρόν  εις στρατεύματα, εις τριήρεις, εις φρούρια, εις τελώνας, εις υγειονομολιμενάρχας»”. (= Παναγιώτης Σούτσος, Ο Λέανδρος, φιλολογική επιμέλεια Αλεξάνδρας Σαμουήλ, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996, – το αφήγημα Ο Τρισχιλιόπηχος, στις σ. 197 – 215). Τις ανθρώπινες  δοξασίες  κρίνουν οι κάτοικοι του πλανήτη Δία, όταν ο εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους επισκέπτεται τον πλανήτη τους, στο κείμενο του Α  Λασκαράτου, Ταξίδι στον πλανήτη Δία. [=Ανδρέα Λασκαράτου, Άπαντα, εκδ, Άτλας, Αθήνα 1959, σ. 210 – 216].

 

Η έκπτωση της ποίησης. Εισαγωγικά στον κυπριακό θίασο σκιών

Οκτώβριος 20, 2010

Στο συνέδριο του ΑΡΔΗΝ και της ΡΗΞΗΣ, στην Αθήνα, ο κ. Βασίλειος Πτωχόπουλος υπεστήριξε ότι μπορεί να μη χρειαστεί η Τουρκία να επιβάλει βίαια την τουρκοποίηση της Κύπρου από τη στιγμή που με την ακελικοποίηση όλης της κοινωνίας, σιγά σιγά αλλά σίγουρα, η Κύπρος μπορεί να γίνει τουρκική και μουσουλμανική, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι.
Θα παραθέσω απλώς ένα παράδειγμα που ενισχύει το επιχείρημά του. Εν πρώτοις διά την άρσιν κάθε παρεξηγήσεως: στην ποίηση δεν έχω οποιαδήποτε προκατάληψη. Έχω χαρεί ποιήματα δεξιόστροφων και αριστερόστροφων, συντηρητικών και ρηξικέλευθων, ηλικιωμένων και νεαρών, ανδρών και γυναικών. Έχω υποκλιθεί σε ιαπωνικά χαϊκού, λατινικές ωδές, αρχαιοελληνικά χορικά, ιταλικά σονέτα, γαλλικές μπαλάντες, έχω διαβάσει με άφατη αγαλλίαση γερμανικά, αμερικανικά, σουηδικά, τουρκικά, ρωσσικά κ.λπ. ποιήματα, έχω απολαύσει την ποίηση ποικίλων σχολών, τάσεων, αισθητικών ρευμάτων και αναζητήσεων. Προϋπόθεση είναι η ποιότητα του ποιήματος και τίποτε άλλο.
Στην Κύπρο συμβαίνει όμως ένα περίεργο φαινόμενο, μοναδικό στην παγκόσμια σφαίρα. Στις ποικίλες συνάξεις, που διοργανώνουν οι Ακελικοί ινστρούχτορες της πνευματικής ζωής του τόπου, και στις οποίες προσκαλούνται και Τούρκοι ποιητές, μόλις ειπωθεί ο πρώτος στίχος στα τουρκικά, πριν δηλαδή ακούσουν τη μετάφραση στο τέλος του ποιήματος, αρχίζουν τα χειροκροτήματα.
Σε μια τέτοια εκδήλωση, κάποιος φίλος ρώτησε έναν νεαρό που μόλις άρχισε η απαγγελία του Τούρκου ποιητή χειροκροτούσε μανιασμένα:
-Τι ατυχία, εγώ δεν καταλαβαίνω. Τι είπε εδώ;
-Δεν ξέρω τουρκικά, απάντησε ο νεαρός και τον κοίταξε με απορία, γιατί ρωτάει τέτοια ανόητα πράγματα.
– Αφού δεν ξέρεις τουρκικά, γιατί χειροκροτείς ηλίθιε, μπορεί να βρίζει τη μάνα σου.
Ο νεαρός άλλαξε ύφος, έγινε δαρμένο σκυλί. Έτσι, λοιπόν, έχουμε μετατραπεί σε χατζηαβάτηδες, έχουμε γίνει ρεζίλι των σκυλιών, που πρέπει, δίπλα από τον τουρκικό στρατό κατοχής, μόλις ακουστεί οτιδήποτε στα τουρκικά να ξεφωνίζουμε από χαρά, να χειροκροτούμε σαν καθυστερημένοι.
Δεν φταίει ο νεαρός που χειροκροτούσε αυτό που δεν κατανοούσε, δυστυχώς επέπεσαν μικρόνοες τροτσκιστές, νεοκυπριακά φληναφήματα και Ακελικοί παράγοντες και του επέβαλαν ότι μια τέτοια στάση δείχνει σύγχρονο, προοδευτικό πνεύμα, μοντέρνο άνθρωπο και άλλα ηχηρά. Έτσι ο νεαρός πνίγηκε μέσα στα ιδεολογήματα, το Κυπριακό καταβαραθρώνεται και η ποίηση γίνεται μια ιδεοληπτική γελοιότητα.

 

ΑΝΘ” ΗΜΩΝ [Α. ΠΑΣΤΕΛΛΑ] Ο ΓΟΥΛΙΜΗΣ [ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ]

Οκτώβριος 17, 2010

Θυμότανε κανείς γέροντες δασκάλους που τους αφήσαμε ορφανούς

Πριν από μερικά χρόνια, ως μέλος της Επιτροπής για τα Αριστεία Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών, επιχειρηματολόγησα υπέρ της απονομής του Αριστείου Γραμμάτων στον Ανδρέα  Παστελλά. Για την ποιότητα του ποιητικού του έργου, για τη στιβαρότητα των φιλολογικών του μελετών, για τη συμβολή του στην ευρύτερη πνευματική και πολιτιστική ζωή του τόπου, για το ήθος του. Η πρόταση συζητήθηκε θετικά και από όλα τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής, όμως υπήρχε εμμονή και στην υποψηφιότητα του Παναγιώτη Περσιάνη, που είχε προταθεί πρώτη. Ο Παναγιώτης Περσιάνης ήταν δάσκαλός μου, στα Νέα Ελληνικά της ΣΤ’ Γυμνασίου. Με θεωρούσε, τότε, απειθάρχητο και ατίθασο μαθητή, εγώ του οφείλω πολλά, ήταν άψογος παιδαγωγός και η φιλολογική μου πορεία συνδέεται και με τη δική του διδασκαλική παρουσία. Για να μη θεωρηθεί ότι υπονομεύω την υποψηφιότητα του  καθηγητή μου Περσιάνη υποχώρησα στο θέμα Παστελλά, με την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεσμευόταν τον επόμενο χρόνο να συζητήσει πρώτο το όνομά του για την απονομή του Αριστείου. Υποχώρησα, όμως εν πολλοίς θεωρούσα  ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν καλά: και βραβευόταν ο καθηγητής μου Π. Περσιάνης και ο Α. Παστελλάς (ήμουν σίγουρος) θα βραβευόταν την επόμενη χρονιά. Όμως, εγώ παραιτήθηκα από την Επιτροπή, λίγους μήνες αργότερα, για λόγους αξιοπρέπειας, και από τότε, εκτός Επιτροπής όμως, αναμένω την αναγγελία της βράβευσης του Α. Παστελλά. Ματαίως. Πάντα κάτι τον παραμερίζει, φέτος τον σφαγίασε ο μαθητής του Μιχάλης Πιερής.

Το θέμα δεν είναι οι χιλιάδες περιπτώσεις μετριότητας που επελαύνουν, κερδίζουν, προβάλλουν την ασημαντότητά τους. Ούτε οι περιπτώσεις ανθρώπων αξιόλογης και ποιοτικής κατάθεσης που επιβάλλεται να βραβευθούν με το Αριστείο Γραμμάτων και όμως παραμερίζονται.

Το κύριο θέμα είναι η κοινωνία μας, με ποιες μεθοδεύσεις και λογικές έχει γίνει αναίσθητη, και παρά τις χιλιάδες μέλισσες που  μας κεντρίζουν και έπρεπε να μας ξυπνούσαν,  για να συνειδητοποιούσαμε αυτή την έκπτωση, τη φθορά και την κατάντια μας, όμως παραμένει απαθής και αδιάφορη ενισχύοντας έτσι τους διάφορους Γουλιμήδες να επιβάλλουν τη σφραγίδα τους.

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΜΕΛΩΝ

Οκτώβριος 15, 2010

 


 

 

Η ποίηση πάντοτε θα εκδιπλώνεται, εκφράζοντας με καινούργιο τρόπο και με καινούργια εκφραστικά μέσα τα αιώνια θέματά της, μα και θα επεκτείνεται για να καλύψει καινούργιες εμπειρίες και νέες αντιλήψεις του μεμονωμένου ανθρώπου και του συλλογικού κοινωνικού σώματος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εμπειρία από τις μεταμοσχεύσεις μελών του ανθρώπινου κορμιού. Ένα θέμα που ήταν αδιανόητο από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, από την αρχή της ανθρώπινης ποίησης, μέχρι προσφάτως. Όμως, η ιατρική επιστήμη έφτασε σε θαυμαστά επιτεύγματα και, σήμερα, οι μεταμοσχεύσεις αποτελούν πια κοινή εμπειρία για αρκετούς ανθρώπους. Οι δότες, οι συγγενείς τους, οι άνθρωποι που δέχονται τα μέλη-μοσχεύματα, ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες. Έτσι, το πρωτόγνωρο θέμα των μεταμοσχεύσεων μπαίνει και στο πεδίο της ποιητικής έκφρασης.

Θα σταθούμε σε δυο ελληνικά ποιήματα, που αναφέρονται και στο θέμα των οφθαλμολογικών μεταμοσχεύσεων. Στο πρώτο ποίημα της Αγγελικής Σιδηρά, με τίτλο “Μητέρα δωρητή σώματος”,[1] το ποιητικό υποκείμενο νιώθει την έννοια της διακοπής. Τα μάτια του αγαπημένου προσώπου, του παιδιού της, υπάρχουν ενοφθαλμισμένα σε καινούργιο κορμί. Όμως, ενταγμένα σε άλλο υπαρξιακό και ψυχικό πεδίο, την αγνοούν, δεν συγκινούνται με την παρουσία της:

Αναστημένα σε ξένο πρόσωπο τα μάτια σου

έκπληκτα γύρω τους κοιτάζουν δίχως μνήμες

κι εμένα αδιάφορα με προσπερνάνε

σα να μη μ’ αγαπήσανε ποτέ.

Στο ποίημα του Αλέξανδρου Φερέντη-Αρώνη, με τίτλο «Δωρητής σώματος»,[2] η αίσθηση είναι εντελώς διαφορετική:

Αυτός που κάποτε το δώρο μου θα λάβει

-να βλέπει με τα μάτια μου-

ίσως κι αυτές τις λιγοστές γραμμές διαβάσει.

Η μεταμοσχευμένη όραση

απ’ τη δική μου οπτική γωνία

τότε θα τις παρατηρήσει

και στην αρχή τους θα προστρέξει.

 

Ο ποιητής διαισθάνεται και πιστεύει ότι ο άνθρωπος που θα δεχτεί τα μάτια του, θα μεταφέρει και το δικό του βλέμμα, θα κατανοήσει τα συναισθήματα που παρήγαγαν τους στίχους, θα δει και θα χαϊδέψει με τη ματιά του τρυφερά, όταν θα συναντήσει την αγαπημένη παρουσία, που προκάλεσε στον ποιητή την ερωτική θλίψη. Με άλλα λόγια, η περιπέτεια της γραφής και του έρωτα θα συνεχίσει και μετά τη μεταμόσχευση των ματιών σε άλλο σώμα.

Κι αν κάποτε τυχαία συναντηθείτε

-εσένα εννοώ, πάντα εσένα-

χωρίς να θέλει, μια στιγμή θα σταματήσει.

Με το δικό μου βλέμμα

τρυφερά θα σε χαϊδέψει

κι όταν χαθείς δυο βήματα πιο πέρα,

η  ίδια εκείνη θλίψη θα τον κυριέψει.

Η διατέμνουσα γραμμή της «συνέχειας» και της «διακοπής», που χαρακτηρίζει πολλά από τα ποιήματα που γράφτηκαν μέχρι σήμερα (άλλα της συνέχειας -όταν ο καθρέφτης, το ρούχο, η κάμαρα, το στρώμα, το μαχαίρι κ.λπ. κρατούν τη μνήμη της παλαιάς ιστορίας, τη θύμηση των παλαιών εμπειριών και διαπλοκών ή άλλα της διακοπής -όταν συνεχίζουν με άλλα πρόσωπα την πορεία τους, αδιάφορα για τις παλιές ευαισθησίες και μνήμες που συνδέθηκαν μαζί τους), υπάρχει και στα δύο αυτά ποιήματα.

Αποδεικνύοντας ότι η ποίηση, την ίδια ώρα που ριζοσπαστική και ανανεωτική εκδιπλώνεται σε καινούργια θέματα και εμπειρίες, συγχρόνως αναδιπλώνεται και συντηρητικά, με την ένταξη αυτών των θεμάτων στα βασικά και θεμελιώδη μοτίβα της: του χρόνου, της φθοράς, της υπέρβασης, της επένδυσης με ψυχισμό των αντικειμένων που συνδέθηκαν με μια ιστορία ή, αντιθέτως, της αδιάφορης πορείας τους παρά την  ευαισθησία και τις συγκινήσεις που κάποτε συνυφάνθηκαν με τα αντικείμενα αυτά. Αυτή η διατέμνουσα γραμμή εντοπίζεται και στα δύο αυτά ελληνικά ποιήματα, αλλά τώρα για ένα θέμα με έντονη συναισθηματική φόρτιση και ποικίλες άλλες συμπαραδηλώσεις, αφού αναφέρεται σε ανθρώπινα μεταμοσχευμένα μέλη.


[1]) Αγγελική Σιδηρά, Μητέρα δωρητή σώματος, περ. Πλανόδιον, Αθήνα, Ιούνιος 1994, αρ. 20, σ. 378.

[2]) Από τη συλλογή Επιχείρηση Μυστικός Δείπνος, εκδ. Υάκινθος, Αθήνα 1987, βλ. και Γιώργος Μαρκόπουλος – Κωστής Νικολάκης, Ποιήματα που αγαπήσαμε. Από τους ανανεωτές της παράδοσης μέχρι και τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2009, σ. 304-305.

 

ΠΑΛΙΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Οκτώβριος 13, 2010


Το ποίημα «Νομίσματα», ο Καβάφης το έγραψε το 1920. Το άφησε στο αρχείο του, χωρίς να το δημοσιεύσει όσο ήταν εν ζωή. Το γνωρίσαμε από την έκδοση Καβάφη, Ανέκδοτα ποιήματα (1882-1923) (εκδ. Ίκαρος, 1968), που επιμελήθηκε ο οτρηρός και χαλκέντερος καβαφιστής Γ. Π. Σαββίδης. Ο Καβάφης, λόγιος και βιβλιόφιλος ποιητής, εμπνέεται προφανώς από ένα «σοφό βιβλίον», που αναφέρεται σε θέματα νομισματολογίας. Ο Κυριάκος Ντελόπουλος υποβάλλει ότι ίσως πρόκειται για το βιβλίο του B. Head, Historia Numorum (Oxford, 1911).

Στα ελληνιστικά βασίλεια, που έφταναν μέχρι τη Βακτριανή και ως τους Ινδούς, οι Επίγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου κάποτε έγραφαν διπλές ονομασίες (ελληνικά και ινδικά) στα νομίσματα που έκοβαν, για λόγους πρακτικούς, για λόγους προσέγγισης των λαών του βασιλείου τους και σεβασμού στην τοπική γλώσσα.  Το ποιητικό συναίσθημα δημιουργείται στον ποιητή όταν μεταβαίνει από την ινδική επιγραφή στην ελληνική, που βρίσκεται στην άλλη, την καλή,  μεριά του νομίσματος με τη μορφή του βασιλέως. Παραθέτω το ποίημα:

Νομίσματα

Νομίσματα με ινδικές επιγραφές.
Είναι κραταιοτάτων μοναρχών,
του Εβουκρατιντάζα, του Στρατάγα,
του Μεναντράζα, του Εραμαϊάζα.
Έτσι μας αποδίδει το σοφό βιβλίον,
την ινδική γραφή της μιάς μεριάς των νομισμάτων.
Μα το βιβλίο μας δείχνει και την άλλην
που είναι κιόλας κ’ η καλή μεριά
με την μορφή του βασιλέως. Κ’ εδώ πώς σταματά ευθύς,
πώς συγκινείται ο Γραικός ελληνικά διαβάζοντας,
Ερμαίος, Ευκρατίδης, Στράτων, Μένανδρος.

Γι’ αυτό ήταν σε όλους έντονη η συγκίνησή όταν, από διάφορες ιστοσελίδες και άλλα κείμενα, πληροφορηθήκαμε ότι σε χαρτονόμισμα του σημερινού Αφγανιστάν υπάρχει η εικόνα ενός ελληνικού νομίσματος των Επιγόνων. Που γίνεται εντονότερη όταν διαπιστώνουμε ότι απεικονίζεται ένα από τα νομίσματα που η ελληνική επιγραφή τους συγκίνησε τον ποιητή Καβάφη. Πρόκειται για το τετράδραχμο νόμισμα του βασιλιά Ευκρατίδου  με την ελληνική επιγραφή: ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΥΚΡΑΤΙΔΟΥ. Ο Ευκρατίδης, ο ινδικά αποκαλούμενος Εβουκρατιντάζα, βασιλιάς του ελληνοϊνδικού βασιλείου της Βακτρίας, που κάλυπτε αρκετές εκτάσεις του σημερινού Αφγανιστάν, βασίλευσε από το 166 μέχρι το 145 π.Χ. Κατά τις αρχαίες πηγές ήταν κυβερνήτης χιλίων πόλεων, ίδρυσε μάλιστα ο ίδιος και την πόλη Ευκρατιδία.  Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα της αρχής αυτού «εισήγαγεν ίδιον νομισματικόν  σύστημα», μας πληροφορεί η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια.

Σήμερα, το νόμισμα αυτό του Ευκρατίδου αποτυπώνεται σε όλα τα αφγανικά χαρτονομίσματα. Ερευνώντας το θέμα διαπίστωσα ότι το τετράδραχμο του Ευκρατίδου με την ελληνική επιγραφή βρίσκεται στο λογότυπο της Κεντρικής Τράπεζας του Αφγανιστάν, η οποία ιδρύθηκε το 1939, με έδρα την Καμπούλ. Γι’ αυτό το νόμισμα εμφανίζεται  στα αφγανικά χαρτονομίσματα ως μέρος του λογοτύπου της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας.

Η ελληνική παρουσία και, ειδικά, η ελληνική γλώσσα στα μακρινά βασίλεια των Επιγόνων των πρώτων αιώνων προ Χριστού, που συγκίνησε τον ποιητή Καβάφη, υπάρχει και σήμερα, ύστερα από δύο χιλιάδες εκατόν πενήντα χρόνια,  στα σύγχρονα χαρτονομίσματα μιας χώρας, το ίδιο μακρινής. Ο αναγνώστης μπορεί να επιβεβαιώσει την απεικόνιση αυτή στα αφγανικά χαρτονομίσματα, επισκεπτόμενος την ιστοσελίδα:

http://numismondo.com/pm/afg/2002/

Η υπόθεση αυτή μπορεί να ανοίξει συζήτηση με πολλές κατευθύνσεις. Πρώτα από όλα, αποτελεί ένδειξη για τη θετική πρόσληψη, εκ μέρους των Αφγανών, της διαπλοκής της Ιστορίας της πατρίδας τους με τον Μεγάλο Αλέξανδρο και τους διαδόχους του, αφού σήμερα αναδεικνύουν και προβάλλουν, στα χαρτονομίσματα των καθημερινών συναλλαγών της χώρας τους, ένα τεκμήριο αυτής της σχέσης, το νόμισμα του Ευκρατίδου.

Ακόμη, στην παλαιότερη -πριν από ενενήντα χρόνια- εποχή, ένας Έλληνας ποιητής στην  Αλεξάνδρεια, διαβάζοντας για την ελληνική επιγραφή σ’ αυτό το νόμισμα, ένιωσε συγκίνηση που επιζήτησε να την εκφράσει σε ποίημα. Σήμερα αν ένας Έλληνας ποιητής ένιωθε την ανάγκη να εκφράσει ανάλογα συναισθήματα συγκίνησης με αφορμή την ελληνική επιγραφή σε σύγχρονο αφγανικό χαρτονόμισμα, θα ελοιδορείτο από τους εν γένει μεταμοντέρνους και τους ιεραπόστολους του πολιτικώς ορθού. Πάντως, ο Καβάφης κέρδισε το στοίχημα της ποίησης.

 

Το τετράδραχμο του βασιλέως Ευκρατίδου. Κυκλοφορούσε πριν από 2150 χρόνια.

 

Το νόμισμα του βασιλέως Ευκρατίδου, που αποτυπώνεται στα σημερινά αφγανικά χαρτονομίσματα.
Βρίσκεται στην εμπρόσθια όψη των χαρτονομισμάτων, στην άνω δεξιά γωνία

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Οκτώβριος 13, 2010


 

 

«Ο χρόνος παίζει άνετα στο δέρμα μου

όπως η Άρσεναλ σε βρεγμένο γήπεδο

σκοράροντας ασταμάτητα. Και το στήθος μου

γεμίζει χώμα συνεχώς.»[1]

Ανήκω στη γενιά εκείνη που αντιμετώπισε το ποδόσφαιρο με επιφύλαξη. Από τη μια, ήταν η γεμάτη έπαρση διανοουμενίστικη στάση μας, που δεν ήθελε να συγχρωτιστεί με το έντονα λαϊκό περιβάλλον αυτού του αθλήματος. Από την άλλη, ήταν η πολιτική μας στράτευση, που υποψιαζόταν ότι η ποδοσφαιρική μανία λειτουργούσε αποπροσανατολιστικά για τον αγώνα της αλλαγής. Ήμασταν, τότε, νεόφυτοι στρατευμένοι, φοιτητές την περίοδο της χούντας, που βλέπαμε με πόσο έντεχνο τρόπο η δικτατορία χρησιμοποιούσε το άθλημα αυτό για εκτόνωση. Ήταν η εποχή που ο Παναθηναϊκός είχε φτάσει στο Γουέμπλεϊ, στον «ναό του ποδοσφαίρου» έγραφαν οι εφημερίδες επενδύοντας την ποδοσφαιρική αυτή συνάντηση με ιερό μυστικισμό, στον οποίο έπρεπε να συμμετέχουν όλοι οι Έλληνες. Τότε, και ο ποιητής Νίκος Δανδής κυκλοφόρησε τη συλλογή: Το Γουέμπλεϊ και άλλα παρατράγουδα, μια ποιητική αντιποδοσφαιρική καταγγελία. Λίγοι υπερασπίστηκαν τότε το ποδόσφαιρο, τονίζοντας τις αρετές του, ανεξάρτητα από την εκμετάλλευση και τις οικειοποιήσεις διαφόρων.[2]

Γιατί, πέραν από τις εμπλοκές παραγόντων, μεσαζόντων, οικονομικών επενδύσεων και πρακτόρων στοιχημάτων και τις οποιεσδήποτε χρήσεις και οικειοποιήσεις εκ μέρους διαφόρων καθεστώτων και ιδεολογιών, το ποδόσφαιρο έχει τη δική του αξία ως άθλημα, τη δική του ομορφιά και χάρη, και από αυτή θα κριθεί. Είναι, λοιπόν, το πρώτο άθλημα. Παιγνίδι μάχης, συνενώνει αρετές του ατομικού και ομαδικού πνεύματος, τις εναλλαγές γρήγορου και αργού παιγνιδιού, αναδιπλώνεται στην άμυνα και, αμέσως μετά, ανασπειρώνεται για την επίθεση. Υπέροχο θέαμα, με ένταση, αγωνία και απρόσμενες φάσεις. Κάποτε οι παίκτες εκτελούν τις ποδοσφαιρικές τους πιρουέτες καλύτερα και από χορευτές, κάποτε η ομάδα εκδιπλώνει τη συλλογική της προσπάθεια καλύτερα και από μπαλέτο.

Σκέψεις που προκάλεσε το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου Μαρκόπουλου, Εντός και εκτός έδρας. Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση.[3] Η εγκεφαλική αλαζονεία  εναντίον του λαϊκού αθλήματος και θεάματος ακυρώνεται και από την ποίηση, που παρατίθεται στο βιβλίο. Το ποδόσφαιρο έχει δρέψει, λοιπόν, ακόμη και πάμπολλες ποιητικές δάφνες, μένεις έκπληκτος πόσοι πολλοί και καλοί ποιητές οιστρηλατήθηκαν  από τον χώρο του αθλήματος αυτού.[4]

Διαβάζοντας τους στίχους που παραθέτει ο Γ. Μαρκόπουλος στη μελέτη του, διαπιστώνεις ότι οι καλύτεροι αναφέρονται στο μοτίβο που ο πανδαμάτωρ χρόνος επιβάλλει τη σφραγίδα του: Φτάνει η στιγμή που γνωστοί ποδοσφαιριστές, που συμβόλισαν μια εποχή τη  δόξα, την αναγνώριση και λατρεία των οπαδών της ομάδας τους,  αφήνουν πια τον θρίαμβο και την αποθέωση, αποχωρούν και κρεμούν τα παπούτσια των γηπέδων, για να γίνουν χωροφύλακες, υπάλληλοι της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε., όπως συνηθιζόταν κάποτε η αποκατάσταση των παλαίμαχων ποδοσφαιριστών.[5]

Μερικοί ποιητές θα αναφερθούν ακόμη  στα άδεια γήπεδα, στα στάδια μετά τη λήξη του αγώνα, όταν αυτά, από χώρος της ιαχής και της κάθε έκφρασης δεκάδων χιλιάδων φιλάθλων, όπου οι ουρανομήκεις κραυγές του μαζικού πάθους και της λαϊκής αποθέωσης ξεκουφαίνουν και απογειώνουν, γίνονται έρημα και σιωπηλά. Το ματς τελειώνει, τα πλήθη αποχωρούν, οι προβολείς σβήνουν, οι πόρτες κλείνουν και, τάχιστα, δεν υπάρχει ούτε ένας εκεί που πριν από λίγο ήταν τόπος του πάθους και της ζωής· το στάδιο αποτελεί  πια ένα καταθλιπτικό πεδίο της ερημιάς και της ματαίωσης

Ο Νάσος Βαγενάς στις Βάρβαρες Ωδές, που παραθέσαμε στην αρχή, συναιρεί ευσύνοπτα τα βασικά γνωρίσματα της ποδοσφαιρικής θεματογραφίας. Ο χρόνος – θάνατος όμως δεν κάθεται στις κερκίδες με την άνεση του παρατηρητή, που παρακολουθεί σίγουρος τη φθορά και την πτώση του ποδοσφαιριστή, του παιγνιδιού και του γηπέδου. Ο χρόνος-θάνατος είναι η αντίπαλη ομάδα, που παίζει με νεύρο στο γήπεδο του κορμιού μας.

 

 


[1]) Νάσος Βαγενάς, Βάρβαρες Ωδές, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1992, σ. 13.

[2]) Χαρακτηριστικά, αυτήν την περίοδο, το περιοδικό Αντί, στο ένα και μοναδικό τεύχος που κατάφερε να κυκλοφορήσει κατά την πρώτη του διαδρομή, πριν διακόψει την έκδοσή του η χουντική ανάσχεση, δημοσίευσε κείμενο για το ποδόσφαιρο (Ποδοσφαιριστής: ένας σύγχρονος μονομάχος, περ. Αντί, Αθήνα, <1972>, αρ. 1, σ. 59). Αντίθετα με τη γενικότερη στάση των πολιτικοποιημένων διανοουμένων, που αδιαφορούσαν ή απέρριπταν το παιγνίδι αυτό, το κείμενο τού Αντί συντείνει στην υπεράσπιση και αποκατάσταση  του ποδοσφαίρου.

[3]) εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2006.

[4]) Για την εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας βλ. και τα μελετήματα: Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Η εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας, περ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία, φθινόπωρο 2007, αρ. 22, σ. 42-45, Δημήτρης Κόκορης, Η εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας: συμπληρωματικά στοιχεία, περ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία, άνοιξη 2008, αρ. 23, σ. 23-25.

[5]) Ο μελετητής του θέματος  Γιώργος Μαρκόπουλος μάς έδωσε ένα ξεχωριστό ποίημα για το θέμα, αυτό με τίτλο: Ωδή στον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου [Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα (19681987), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 82-84]. Αναφέρω ενδεικτικά τους στίχους: Δεν ημπορώ να φαντασθώ την ώρα/ που τα παπούτσια του θε να κρεμάσει θα φύγει από τα γήπεδα/ θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω/ και θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη.

 

Αναζητώντας τον Μάνο Χατζιδάκι

Οκτώβριος 11, 2010

Αναρτήθηκε πριν από λίγο καιρό το κείμενο «»Μαζί με τον Χριστόφια»» στο οποίο, με αφορμή δύο σχετικά στιχουργήματα του π. Φραγκίσκου από το ιστολόγιο Τα μικρά σου ρεαλιστικά  δύστυχα, περιλαμβανόταν και ένα στιχούργημα με τις καταλήξεις σε -όφια. Γινόταν ακόμη έκκληση, σε όσους γνώριζαν και άλλες λέξεις με παρόμοια κατάλήξη, να μας τις αποστείλουν. Δύο φίλοι και αναγνώστες του ιστολογίου απέστειλαν τρεις λέξεις: τα λιοστρόφια, τα συντρόφια και, ακόμη,  τα επιστρόφια. Η τελευταία λέξη χρησιμοποιείται στη Θεσπρωτία και αναφέρεται στην επιστροφή (τα επιστρόφια) της νύφης, μια βδομάδα μετά τον γάμο, στο πατρικό της σπίτι, για επίσκεψη, ως παντρεμένη γυναίκα πια, με δικό της σπιτικό.

Ιδού λοιπόν που η ηλεκτρονική βοηθάει σε κάθε θέμα, δημιουργώντας ένα νέο τρόπο επικοινωνίας και συνεργασίας, άμεσο και δημοκρατικό. Απευθύνομαι, λοιπόν, στην ηλεκτρονική δημοκρατία και για ένα άλλο ζήτημα. Άκουσα πολλές φορές, παλιά, το τραγούδι ¨Μανούλα» μου να το τραγουδάει ο ίδιος ο συνθέτης του, ο Μάνος Χατζιδάκις. Μια σπάνια εκτέλεση, με αισθαντικότητα και ποιότητα από τον γλυκύτατο Χατζιδάκι.  Το τραγούδι αυτό το πρωτοτραγούδησε ο Λάκης Παπάς, στο δίσκο Οδός Ονείρων, το 1962. Ακολούθησαν μετά και διάφορες άλλες εκτελέσεις από άλλους ερμηνευτές. Στις διάφορες δισκογραφίες που δημιουργήθηκαν την τελευταία δεκαετία και παραθέτουν στα λήμματά τους κάθε εκτέλεση του χατζηδακικού έργου δεν αναφέρεται ερμηνεία αυτού του τραγουδιού με τον ίδιο τον συνθέτη. Πουθενά. Απευθύνθηκα στην Αθήνα σε εξειδικευμένα δισκοπωλεία, που γνωρίζουν καλά το χατζηδακικό έργο, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Απευθύνθηκα σε μελετητές του έργου του Χατζιδάκι. Ουδείς γνώριζε οτιδήποτε και με ρωτούσαν αν πρόσεξα καλά. Και το πρόσεξα και το θυμάμαι πολύ καλά και το άκουσα πολλές φορές. Μετά σκέφτηκα ότι αυτό το τραγούδι το άκουγα από κυπριακά ραδιοφωνικά κύμματα, δεν θυμούμαι, π.χ., να το άκουσα έστω και μια φορά ενώ βρισκόμουν στην Ελλάδα. Όλα αυτά οδηγούν στην σκέψη ότι ο Χατζηδάκις τραγούδησε το «Μανούλα μου» σε κάποια επίσκεψή του στην Κύπρο (σε συναυλία, σε κάποιο κέντρο, σε συνέντευξή του στο Ρ.Ι.Κ.) και ότι το τραγούδι ηχογραφήθηκε και «παρέμεινε» στην Κύπρο. Παρακαλώ, λοιπόν, όποιος γνωρίζει οτιδήποτε να μας πληροφορήσει. Ίσως βοηθήσουμε να γίνει πληρέστερη η δισκογραφική καταγραφή ενός μεγάλου συνθέτη, ίσως συνδέσουμε την Κύπρο με μια σπάνια εκτέλεση ενός τραγουδιού του Χατζιδάκι.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Οκτώβριος 6, 2010


Αναφερόμενος στο θεατρικό έργο «Το ποτάμι μας», που το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού προωθούσε το ανέβασμά του στο κατεχόμενο γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου, ο υπουργός κ. Ανδρέας Δημητρίου, για να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις, δήλωσε ότι αυτό βασίζεται στο διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη «Το ποτάμι», που διδάσκεται εδώ και χρόνια στα σχολεία και για το οποίο κανένας δεν αντέδρασε.

Δεν έχει οποιαδήποτε σχέση το «Ποτάμι» του Αντώνη Σαμαράκη με το θεατρικό της Βούλας Αρβανιτίδου «Το Ποτάμι μας». Επειδή διασαλεύονται μερικά θεμελιώδη της Φιλολογίας (και, δυστυχώς, διασαλεύονται από τα υψηλά δώματα του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού), κάποιος πρέπει να την υπερασπιστεί.

Το μικρό πεζογράφημα του Αντώνη Σαμαράκη, λιτό και περιεκτικό, χωρίς συγκεκριμένους προσδιορισμούς χώρου, χρόνου και εθνικότητας, περιγράφει τη συνάντηση δύο αντίπαλων στρατιωτών στο ποτάμι [= «Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους»] και υποδεικνύει, κυρίως, με την καταληκτική τραγικότητά του, ότι το πνεύμα της σύγκρουσης, ως υπερκείμενο, επιβάλλει τη δική του αδήριτη λογική, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των μεμονωμένων προσώπων.

Το θεατρικό «Το ποτάμι μας» είναι ένα έργο γεμάτο κραυγαλέο ρητορισμό και  ανυπόφορο διδακτισμό, με συγκεκριμένες αναφορές στα ελλαδοτουρκικά και συγκεκριμένο χώρο δράσης (μεθόριος του Έβρου -χαρακτηριστικά στις σκηνικές οδηγίες υποδεικνύει ότι αριστερά βρίσκεται η ελληνική σημαία και δεξιά η ημισέληνος), ένα έργο που νομίζει ότι με δυο χαζοχαρούμενα και απλοϊκά συνθήματα θα λύσει, με ισοπεδωτικό τρόπο,  το πρόβλημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτοί που το διάλεξαν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουν από θέατρο ή θέλουν, για να υπηρετήσουν την εύπεπτη συνθηματολογία που προωθούν, να υποβιβάσουν τη θεατρική παιδεία των μαθητών μας, που παρουσίασε θαυμάσιες επιλογές θεατρικών έργων και εξαιρετικές παραστάσεις. Ενώ, λοιπόν, έχουν σφυροκοπηθεί τα παλαιότερα έργα κατηχητικού και πατριωτικού διδακτισμού, όμως υπάρχει μια άλλη ομάδα τώρα, με ισχυρές πλάτες, που προωθεί χειρότερα έργα  προοδευτικής, δήθεν, ιδεολογίας που, εκτός από τη συνθηματολογική ισοπέδωση, καταστρέφουν τη θεατρική παιδεία των μαθητών μας. Όμως, οι μαθητές μας είναι άξιοι για πιο σημαντικά πράγματα.

Θα ήταν καλό αν ο Σύνδεσμος Φιλολόγων μελετούσε τα δύο έργα  («Το ποτάμι» του Σαμαράκη και «Το Ποτάμι μας» της Αρβανιτίδου) και έκρινε τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας. Συνάδελφοι, η Φιλολογία (επιστήμη και αφοσιωμένη αγάπη) δεν δέχεται κανένα συμβιβασμό. Κι όποιον παραπλανά, τον κρίνουμε.