3. Τεχνοφαγία

Είδα τη δουλειά του Γλαύκου Κουμίδη μερικές φορές. Τυπώνω κάτι στο τυπογραφείο του Χάρη Κυριακίδη, στην Παλιά Ηλεκτρική, κι έτσι οδεύω και στην Αίθουσα Τέχνης δίπλα, σεργιανώ και μελετώ. Την τελευταία φορά καθυστερούσε η παράδοση των τυπογραφικών δοκιμίων, περίμενα τρεις ώρες κουρασμένος, μέχρι να ολοκληρωθεί η τυπογραφική εργασία ξαναπέρασα από τις έκθεσή του. Μου φάνηκε πάλι  εξαιρετική, ένιωσα μάλιστα την ανάγκη να γράψω στον καλλιτέχνη τις θετικές σκέψεις μου στο σχετικό βιβλίο που υπάρχει σ’ όλες τις εκθέσεις, να του τα γράψω όλα στη γραμμική Β’ αφού το όνομά του: ΓΛΑΥΚΟΣ, υπάρχει αποτυπωμένο στις πινακίδες της παλιάς συλλαβικής γραφής όπου καταγράφονται πολλά και ποικίλα εν έλληνι λόγω, πριν από τρεις χιλιάδες εξακόσια χρόνια. Δεν εντόπισα όμως βιβλίο καταγραφής εντυπώσεων και απόψεων των επισκεπτών. Καταγράφω, λοιπόν, εδώ, ένα μέρος των συναισθημάτων και των πράξεών μου.

Σε κάποια αίθουσα της έκθεσης, δίπλα σε μια φωτεινή επιγραφή με νέον, υπήρχε μια σακούλα με χαρούπια καθώς και ένας υψωμένος σωρός χαρουπιών στο πάτωμα, ήταν μέρος του έργου, μέρος μιας κατασκευής και εγκατάστασης του καλλιτέχνη. Αμετανόητος αγροτόπαις, πήρα ένα χαρούπι και το έβαλα στην τσέπη. Παλιά ήταν τακτικό φαΐ για τους αγυιόπαιδες της Ερυθροτερμινθίας. Όπως αλητεύαμε στα δρομάκια και τα μονοπάτια του κάμπου, παίζοντας και εξερευνώντας το χώρο και την ανοιχτοσύνη της γενέτειράς μας, κόβαμε κάποτε χαρούπια από τις χαρουπιές και τα μασουλούσαμε με άφατη ηδονή, μας εξασφάλιζαν για λίγη ώρα από την οδύνη της πείνας που  μας πίεζε για επιστροφή στο σπίτι, έτσι μπορούσαμε να συνεχίσουμε τα παιγνίδια μας ακόμη λίγο. Βγαίνοντας έξω μασούλησα και το χαρούπι από την έκθεση. Όμως εκεί έμεινα αποσβολωμένος από τη σκέψη που τριβέλισε το μυαλό μου. Μήπως ήταν μια πράξη κανιβαλική, της τεχνοφαγίας, μήπως αναδύθηκε από τα βάθη της ψυχής μου ο βάρβαρος εαυτός που προέβη σε κάτι το ιερόσυλο, σε καταστροφή και υπονόμευση ενός έργου τέχνης; Διπλώθηκα για λίγο. Δεν ήταν μόνο ο φόβος ότι έκανα κάτι παράνομο, ήταν και η δυσθυμία ότι κυκλοφορούσα  έχοντας στο στομάχι μου ένα μέρος από κάποιο έργο τέχνης. Σαν να είχα ροκανίσει ένα κομμάτι από τον καμβά ενός πίνακα, σαν να κατάπια ένα δάκτυλο από άγαλμα. Ή, το χειρότερο, μήπως έδρασα ως εκφραστής κοινότητος παλαιών αγροτοποιμένων, που δεν γνώριζαν από Τέχνη, τα έβλεπαν όλα μέσα από το τρίπτυχο: γαστέρα,  ύπνος, υπογάστρια;

Το συζήτησα με δυο συναδέλφους πεζογράφους. Ο πρώτος αύξησε τις ενοχές μου, χαρακτήρισε  την πράξη μου παράνομη και βάνδαλη (σου χρειάζεται ανακριτής ή ψυχίατρος, μου τόνισε), ο δεύτερος, αντίθετα, μου τόνισε ότι αυτό που έκανα αποτελεί βασική και θεμελιώδη πράξη συμμετοχής στη Τέχνη, που θέλει τη μετάληψη του έργου, τη σωματική εγκόλπωσή του, την κοινωνία  μαζί του μέσα από διάφορες αισθήσεις, εδώ της γεύσης. Το έργο παραμένει ανολοκλήρωτο μέχρι τη διάδραση, μέχρι να σημειωθεί η αντίδραση του θεατή, εσύ αντέδρασες καίρια με την κατάποσή του.

Εγώ μένω μετέωρος. Ανάμεσα στο φόβο του αστυνομικού ανακριτή που οσονούπω θα καταφθάσει με τις κατηγορίες του βανδαλισμού, της καταστροφής και της βαρβαρότητας από τη μια και από την άλλη με τη μέθεξη στο πολιτιστικό δρώμενο, ως μεταμοντέρνος συμμέτοχος στην Τέχνη, ως εκφραστής του καινούργιου πνεύματος που επιζητεί τη σύνδεση και πέραν της όρασης. Ή μήπως υπάρχει τρίλημμα: Ήμουν νηστικός;

4. Ο ΦΩΝΟΓΡΑΦΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Για τη μελέτη της λογοτεχνίας ένα ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί και η εισαγωγή των καινούργιων εφευρέσεων στο ποιητικό σώμα. Γιατί πέραν από την πάγια θεματογραφία της ποίησης (έρως, θάνατος, χρόνος, ανθρώπινες σχέσεις, υπαρξιακά ερωτήματα κ.ά.), είναι πολύ σημαντικό να δούμε πώς αυτή «οικειοποιείται» και το νέο τεχνολογικό περιβάλλον, που δημιουργεί η ανθρώπινη επινοητικότητα.

Πότε, λοιπόν, μπαίνει το θέμα του τρένου, του αυτοκινήτου, του αεροπλάνου μέσα στους στίχους ενός ποιήματος; Πότε εμφανίζεται για πρώτη φορά ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, το σινεμά, το τηλέφωνο ή η τηλεόραση σε ένα ποίημα; Η ανίχνευση του θέματος είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα και κάποτε κρύβει και εκπλήξεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το θέμα του φωνογράφου, η δυνατότητα  αποτύπωσης της φωνής, στον περιστρεφόμενο κύλινδρο στην αρχή, και η αναπαραγωγή και ακρόαση αυτής της φωνής. Ο φωνογράφος εφευρέθηκε από τον Έντισον το 1878. Λίγα χρόνια αργότερα μπαίνει και στη λογοτεχνία. Στο έργο του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Δρ. Τζέκυλ και μίστερ Χάιντ, που κυκλοφόρησε το 1886, αναφέρεται η ηχογράφηση ενός μηνύματος για να ακουστεί από τον φωνογράφο.

Κι εδώ συμβαίνει το εκπληκτικό με τον Βασίλη Μιχαηλίδη που από τους πρώτους αναφέρεται στο θέμα του φωνογράφου. Στο εκτενές ποίημά του «Ρωμιός και Τζων Πουλλής  Τζιονής και Κακουλλής», που έγραψε γύρω στο 1903, υπάρχει το θέμα του φωνογράφου, με την καινούργια αυτή συσκευή ηχογραφείται η κυπριακή διάλεκτος [Έχω ένα φωνογράφο από τα τελειότερα […] την γλώσσαν την κυπριακήν την έχω μαζεμένην/ ’δω μέσα ’δω κλεισμένη].

Εξ όσων γνωρίζω ο Βασίλης Μιχαηλίδης είναι ο πρώτος που εισάγει τον φωνογράφο στη νεοελληνική ποίηση. Είχε το νεύρο και την ετοιμότητα από την περιφερειακή Κύπρο να συνειδητοποιήσει τις αλλαγές που θα επέφερε στη ζωή ο φωνογράφος, να τον εντάξει στη θεματογραφία του, να δει τις συνέπειες αυτής της ανακάλυψης σε θέματα πολιτιστικά.

Κι αυτά όλα στη Κύπρο του 1903, όταν το νησί μας, όσον αφορά το θέμα των νέων εφευρέσεων, ήταν από τα πιο «απομακρυσμένα» στα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα.  Όμως το πρωτοπόρο πνεύμα του Βασίλη Μιχαηλίδη τόλμησε.


5. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ

Ζούμε στο 170ο έτος μετά την εφεύρεση της φωτογραφίας. Ανακαλώντας την προσφυή ρήση του Μαρξ για τις ανθρώπινες ανακαλύψεις  γενικά,  θα πρέπει να τονίσουμε ότι  η εφεύρεση της φωτογραφίας δημιουργήθηκε για τον άνθρωπο αλλά και ο άνθρωπος, σε μια δυναμική και διαλεκτική σχέση, δημιουργείται και καθορίζεται πια και γι’ αυτή. Από το 1839, που εισήλασε στον κόσμο του ανθρώπου η φωτογραφία, ατομικές και συλλογικές στάσεις, νοοτροπίες, συμπεριφορές και τρόποι συγκρότησης και θέασης του κόσμου δημιουργούνται γιατί στο συγκείμενό μας υπάρχει και η φωτογραφία, γιατί η φωτογραφία μας καθορίζει και μας κατευθύνει.

Στην πολύτιμη Συναγωγή νέων λέξεων που δημιούργησε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα ο  Στέφανος Κουμανούδης καταγράφεται η δημιουργία του νέου λεξιλογίου της ελληνικής, που σχετίζεται με τη νέα εφεύρεση. Ένα λεξιλόγιο με πολλές λέξεις, ανάμεσα σ’ αυτές: φωτογραφία, φωτογραφώ, φωτογραφείον, φωτογράφος, φωτογραφιοθήκη, φωτογραφομανής και φωτογραφόφιλος, οι δύο τελευταίες πλασμένες το 1891.

Ζούμε στην εποχή της εικόνας, η επικράτεια της φωτογραφίας γίνεται οσημέραι και πιο καταθλιπτική, η σύγχρονη τεχνολογία έδωσε στα χέρια του καθενός σχεδόν, μια φωτογραφική μηχανή που μπορεί να βγάζει φωτογραφίες με τεχνική τελειότητα, ζούμε σε ένα δικτυωμένο κόσμο που εξαποστέλλει παντού απίστευτο όγκο φωτογραφιών, δεκάδες εκατομμύρια φωτογραφίες τραβιούνται κάθε μέρα που υποκρίνονται ότι συλλαμβάνουν την πραγματικότητα, ότι αποδίδουν ρεαλιστικά τον κόσμο μας, ότι αποτελούν αψευδείς καταθέσεις του καιρού μας,  ενώ απλώς επιτελούν μια φωτογραφική – πληροφοριακή ρύπανση που το βαθύτερο τής διαφεύγει. «Όμως οι φωτογραφίες που υπερβαίνουν την απλή πραγματικότητα, που έχουν κάτι περισσότερο να πουν και αντιστέκονται στο χρόνο, είναι σπάνιες».[1] Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ή να ακυρώσουμε τη φωτογραφία γενικά, μπορούμε όμως να στραφούμε στη φωτογραφία που ξέρει να εντοπίσει τις κρυφές αλληλουχίες και τις υπόγειες διαδρομές των φαινομένων, να καταγράψει το «επιπλέον».

Με τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη:

μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας

ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας

ολοένα μ’ απίθανες χειρονομίες δρα:

Το Ασύλληπτο!

6. ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ήταν κάτι το συνηθισμένο, σχεδόν μόνιμη πρακτική, η συμπερίληψη των δημοσιευμένων φωτογραφιών του λογοτέχνη στη βιβλιογραφία του που κάποιος αναλάμβανε να συγκροτήσει. Ο βιβλιογράφος κατέγραφε όλα τα κείμενα του συγγραφέα και όλα τα δημοσιεύματα των άλλων για το έργο του και ταυτόχρονα και όλα τα άλλα έντυπα ίχνη (φωτογραφίες, σκίτσα) που υπήρχαν σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία γι’ αυτόν.

Μπορούμε να συνεχίσουμε αυτήν την πρακτική και σήμερα; Παλιά, η δημοσίευση της φωτογραφίας σήμαινε χρόνο και χρήμα, έτσι όταν άρχιζε να δημοσιεύεται η φωτογραφία ενός συγγραφέα σε κάποιο έντυπο αποτελούσε και ένα τεκμήριο αναγνώρισης και καταξίωσής του. Χαρακτηριστικά, στη βιβλιογραφία του Σεφέρη που συγκρότησε ο Κατσίμπαλης, δημοσιεύονται 26 λήμματα με θέμα τις φωτογραφίες του ποιητή, η πρώτη το 1945, όταν ο Σεφέρης διάνυε την πέμπτη δεκαετία της ζωής του και είχε δώσει το σημαντικότερο μέρος του έργου του. Θυμάμαι τώρα, όταν είχα την επιμέλεια της βιβλιοπαρουσίασης στην εφημερίδα τα  Νέα, τη δεκαετία του ’70, κάθε φορά που θα δημοσίευα στη στήλη μου τη φωτογραφία ενός συγγραφέα ή το εξώφυλλο κάποιου βιβλίου έπρεπε να πάω σε ένα κατάστημα κοντά στην Ονασαγόρου που κατασκεύαζε κλισέ, να ξαναπεράσω για να πάρω το κλισέ την επόμενη μέρα και να το πάρω στην εφημερίδα για να δημοσιευτεί.

Σήμερα η δημοσίευση της φωτογραφίας σε ένα έντυπο είναι από τα πιο εύκολα πράγματα. Οι φωτογραφίες υπάρχουν στο αρχείο της εφημερίδας ή του περιοδικού, βρίσκονται αποθηκευμένες στο διαδίκτυο  ή αναπαράγονται εύκολα. Δεν είναι μόνο αυτό. Η επίδραση της τηλεόρασης και της εικόνας γενικά γίνονται ολοένα και πιο καταθλιπτική εις βάρος του κειμένου και του λόγου. Οι σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών παίρνουν τη μορφή της τηλεοπτικής οθόνης, βομβαρδίζουν κι αυτές με φωτογραφίες, παραμελώντας και μειώνοντας τη σημασία του κειμένου που παλαιότερα ήταν το άπαν ενός εντύπου. Έτσι, με κάθε αφορμή, (κάποια εκδήλωση, επέτειο, έκδοση), η μορφή ενός λογοτέχνη, σημαντικού ή ασήμαντου, δημοσιεύεται παντού.

Σε μια βιβλιογραφία συγγραφέα που καταγράφει τα δημοσιεύματά του και τα κείμενα που διαλέγονται με τα δημοσιεύματά του (τα κρίνουν, τα παρουσιάζουν, απαντούν σε αυτά) ίσως η άρνηση της καταγραφής των φωτογραφιών του ενέχει και ένα είδος σεβασμού και καταξίωσης  του κειμένου. Αρνούμενος την καταγραφή των φωτογραφιών

7. ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Σε μια βιβλιογραφία συγγραφέα που καταγράφει τα δημοσιεύματά του και τα κείμενα που διαλέγονται με τα δημοσιεύματά του (τα κρίνουν, τα παρουσιάζουν, απαντούν σε αυτά) ίσως η άρνηση της καταγραφής των φωτογραφιών του ενέχει και ένα είδος σεβασμού και καταξίωσης για το κείμενο.

Αυτή ήταν η κατακλείδα του περασμένου σημειώματος που σχολίαζε το θέμα της καταγραφής, σε μια βιβλιογραφία ενός συγγραφέα, των δημοσιευμένων φωτογραφιών του.

Συγκροτώ τη βιβλιογραφία του Νάσου Βαγενά, δουλεύω πυρετωδώς καταγράφοντας όλα τα σχετικά δημοσιεύματα, όμως αποφάσισα να αφαιρέσω όλα τα λήμματα που αναφέρονται στις φωτογραφίες του. Δεν τα χρειάζεται ο Βαγενάς αυτά, θα έλεγα μάλιστα ότι η καταγραφή των φωτογραφιών του κατακαλύπτει  το πιο ουσιαστικό, τη λογοτεχνική και φιλολογική του κατάθεση καθώς και το διάλογο που προκάλεσαν τα δημοσιεύματά του.

Αναφέραμε και κάτι άλλο στο προηγούμενο δημοσίευμα. Το πως η επίδραση της τηλεόρασης, και της εικόνας γενικά, γίνονται ολοένα και πιο καταθλιπτική εις βάρος του κειμένου και του λόγου. Οι σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών παίρνουν τη μορφή της τηλεοπτικής οθόνης, βομβαρδίζουν κι αυτές με φωτογραφίες, παραμελώντας και μειώνοντας τη σημασία του κειμένου που παλαιότερα ήταν το άπαν ενός εντύπου.

Φτάσαμε και στην εμφάνιση σχεδόν τηλεοπτικών λογοτεχνικών περιοδικών. Χαρακτηριστικά ένα λογοτεχνικό περιοδικό στην Αθήνα έχει καταντήσει σαν οθόνη της τηλεόρασης. Γράφει λίγα λόγια για τον συγγραφέα και οι σελίδες γεμίζουν με φωτογραφίες του, εικόνες από τα εξώφυλλα των βιβλίων του. Ποιος χάνει απ’ αυτήν τη νοοτροπία; Μα το κείμενο φυσικά που το περιοδικό, θεωρητικά, τάχθηκε να υπηρετήσει.

Γι’ αυτό ίσως αξίζει να αναφέρω εδώ ότι η συντακτική ομάδα των Μικροφιλολογικών και από μια άρνηση στην επικράτεια της εικόνας και από μια πίστη στην ανάδειξη του κειμένου, αποφεύγει τη δημοσίευση φωτογραφιών στις σελίδες του περιοδικού. Κι αν δημοσιεύει κάποτε κάποια πρόκειται για φωτογραφία απαραίτητη για την κατανόηση ενός κειμένου. Πάντως θεωρούμε ως επιτυχημένη παρουσίαση του περιοδικού όταν το κείμενο, τα γράμματα και οι λέξεις, απλώνονται από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του τεύχους, χωρίς φωτογραφίες. Επιτέλους, η οθόνη της τηλεόρασης δεν θα επιβάλει τη σφραγίδα της παντού.

8. ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΔΙΟΡΘΩΤΗΣ

Ο  ηλεκτρονικός ορθογράφος προκάλεσε πολλά και διάφορα, κι όσοι αγαπούν τη γλώσσα και ασχολούνται συνεχώς μαζί της πρέπει να δουν και τις συνέπειες που προκαλεί αυτή η νέα τεχνολογική δυνατότητα στο γλωσσικό πεδίο. Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια διαθέτουμε προγράμματα αυτόματης διόρθωσης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μας. Στην αρχή, όταν είχαμε κάποιο λάθος, σύμφωνα με το πρόγραμμα του ορθογράφου η λανθασμένη ή η άγνωστη λέξη εμφανιζόταν, στην οθόνη του υπολογιστή, υπογραμμισμένη με κόκκινο. Έτσι την πρόσεχες και τη διόρθωνες, απλώς πιέζοντας για τον σωστό τύπο ο οποίος αντικαθιστούσε αμέσως τον λανθασμένο. Αν δεν υπήρχε στη μνήμη του υπολογιστή η λέξη που χρησιμοποιούσες και ήταν υπογραμμισμένη με κόκκινο, έπρεπε να τη σκεφτείς και να τη διορθώσεις από μόνος σου ή να την αφήσεις όπως την έγραψες, αν έκρινες πως αυτός ήταν ο σωστός τύπος.

Έτσι, είχαμε μια εύκολη και άνετη διόρθωση των λαθών. Κάτι το ευκταίο και επωφελές ταυτόχρονα.

Τώρα όμως φτάσαμε σε μια νέα ανέλιξη του διορθωτή. Το κομπιούτερ, διαθέτοντας ένα νέο πιο εξελιγμένο και δυναμικό πρόγραμμα διόρθωσης, προβαίνει από μόνο του στη διόρθωση τής, κατ’ αυτό, λανθασμένης λέξης. Ενώ συνεχίζεις να γράφεις, αυτό χωρίς εντολή, αυτόματα, διορθώνει την προηγούμενη λέξη που θεωρεί λανθασμένη. Όπως  όταν έγραφα για τον ήρωα του Νάσου Βαγενά, τον Πάτροκλο Γιατρά από την πεζογραφική του συλλογή Συντεχνία. Έγραφα συνεχώς Πάτροκλος Γιατράς και σίγουρος για ό,τι στοιχειοθετούσα τύπωσα το κείμενό μου, όμως παντού έγραφε Πάτροκλος Γιατρός. Η λέξη Γιατράς ήταν άγνωστη και περίεργη στο λεξιλόγιο που έχει στη μνήμη του το κομπιούτερ και επειδή η πιο κοντινή είναι η λέξη Γιατρός την αντικαθιστούσε μ’αυτή. Ακόμη σε μια βιβλιογραφία που διεκπεραίωνα ο Αντώνης Ιντιάνος αυτόματα έγινε Αντώνης Ινδιάνος, ο  Γιάννης Κατσούρης  βγήκε Κατσούφης. Και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός. Ο Δημήτρης Κόκορης έβγαινε Κόκορες, ο μακαρίτης Άγγελος Ελεφάντης εμφανιζόταν  Άγγελος Ελέφαντες, ο Κώστας Μουτζούρης ως  Μουτζούρες και η Αγγελική Μπομπούλα έγινε Μπαμπούλα, σε άλλο σημείωμα ο ηθοποιός Αλ Πατσίνο εμφανιζόταν Αλ Πέτσινο και ο σκηνοθέτης Κόπολα ως Κοπέλα!!!

Λοιπόν, ας μη εμπιστευόμαστε τον  αυτόματο ορθογράφο, είναι καλός μόνο για τον μέσο όρο της γλωσσικής έκφρασης, για τους παγιωμένους και κοινόχρηστους τύπους των λέξεων κι όχι για τις σπάνιες λέξεις ή για τους διαλεκτικούς τύπους και τα ασυνήθιστα των επωνύμων ή  για όλα εκείνα που έχουν το στοιχείο της εκφραστικής ιδιαιτερότητας του συγγραφέα.

9. Η «ΣΤΗΛΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Η «Στήλη Αλληλογραφίας» των λογοτεχνικών περιοδικών με τους αναγνώστες τους και, κυρίως, τους υποψήφιους συνεργάτες τους είναι, κατά το Δημήτρη Δασκαλόπουλο που μελέτησε το θέμα, «μια πλούσια και ανεκμετάλλευτη φλέβα φιλολογικών ειδήσεων και πληροφοριών». Στη στήλη αυτή εντοπίζεις επίδοξους λογοτέχνες που αργότερα τα παράτησαν, διαπρέποντας σε άλλους τομείς, υπάρχουν όμως και τεκμήρια εφηβικών και νεανικών λογοτεχνικών καταθέσεων από γνωστούς αργότερα λογοτέχνες, οι οποίοι εισπράττουν τα σχόλια και τις υποδείξεις του περιοδικού για τη συνεργασία που απέστειλαν για δημοσίευση.

Μελετώ εξονυχιστικά το λογοτεχνικό περιοδικό της αριστεράς Επιθεώρηση Τέχνης, που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το1954 και έκλεισε αναγκαστικά το 1967, λόγω της επικράτησης του χουντικού πραξικοπήματος.  Το μελετώ για την ολοκλήρωση της μελέτης με τίτλο: Επιθεώρηση Τέχνης και Κύπρος.

Είναι η περίοδος της έντασης του κυπριακού αγώνα και το περιοδικό προβάλλει τακτικά το νησί μας. Και στη «περιφρονημένη» στήλη της αλληλογραφίας με τα μικρά γράμματα εντοπίζω αρκετές αναφορές σε Κύπριους που απέστειλαν συνεργασία τους στο περιοδικό ή, ακόμη, κρίσεις για ποιήματα Ελλαδιτών που ήταν εμπνευσμένα από την Κύπρο και τον κυπριακό αγώνα.

Χαρακτηριστικά στο τεύχος Ιουνίου του 1955, αρ. 6, το περιοδικό απευθυνόμενο στον Γεράσιμο Λυκαρδιόπουλο  που απέστειλε ποίημα για την Κύπρο του γράφει:  Γερ. Λυκ. Πολύδροσο. Συμφωνούμε πώς ο καλλιτέχνης πρέπει να αντικρύζει τη ζωή καθολικά. Πιστεύουμε όμως να συμφωνείτε κι εσείς πως απ’ την πρόθεση ως την πραγμάτωσή του υπάρχει ένας μακρύς και δύσκολος δρόμος. Κι αυτός ο δρόμος νομίζουμε πως δεν έχει διανυθεί, ίσως δεν έχει καν χαραχτεί, στο ποίημά σας «Κύπρος».

Ο κυπριακός αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. είχε μόλις ξεκινήσει και ο Γεράσιμος Λυκαρδιόπουλος, δεκαεννέα χρονών τότε, εμπνεύστηκε ένα ποίημα για την Κύπρο, που το περιοδικό δεν το ενέκρινε για δημοσίευση.  Αργότερα ο Λυκαρδιόπουλος θα καθιερωθεί ως ένας από τους πιο καταξιωμένους δοκιμιογράφους,  ποιητές και μεταφραστές της ελληνικής πνευματικής ζωής.

Σε άλλα τεύχη, στη «στήλη αλληλογραφία»», βλέπουμε απαντήσεις στους Κύπριους ποιητές Θεόδωρο Στυλιανού, Θεοδόση Νικολάου και άλλους. Αυτά σε μια στήλη που συνήθως οι ερευνητές την προσπερνούν, όμως στα μικρά της γράμματα, που με δυσκολία διαβάζονται, αποτυπώνεται πολύ ζωντανά και παραστατικά κάτι από τον σφυγμό της λογοτεχνικής ζωής.

10. ΜΕΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΑ ΕΤΗ

Αναφερθήκαμε σε προηγούμενο σημείωμα για τη «Στήλη Αλληλογραφίας» των λογοτεχνικών περιοδικών με τους αναγνώστες τους και, κυρίως, τους υποψήφιους συνεργάτες τους που είναι, κατά το Δημήτρη Δασκαλόπουλο που μελέτησε το θέμα, «μια πλούσια και ανεκμετάλλευτη φλέβα φιλολογικών ειδήσεων και πληροφοριών». Παρ’όλον ότι οι ερευνητές την προσπερνούν, εν τούτοις στα μικρά της γράμματα, που με δυσκολία διαβάζονται, αποτυπώνεται πολύ ζωντανά και παραστατικά κάτι από τον σφυγμό της λογοτεχνικής ζωής. Στη στήλη αυτή εντοπίζεις επίδοξους λογοτέχνες που αργότερα τα παράτησαν, διαπρέποντας σε άλλους τομείς, υπάρχουν όμως και τεκμήρια εφηβικών και νεανικών λογοτεχνικών καταθέσεων από γνωστούς αργότερα λογοτέχνες, οι οποίοι εισπράττουν τα σχόλια και τις υποδείξεις του περιοδικού για τη συνεργασία που απέστειλαν για δημοσίευση.

Αναφέρθηκαν τα προηγούμενα με αφορμή τη μελέτη και εξονυχιστική αποδελτίωση του λογοτεχνικού περιοδικού της αριστεράς Επιθεώρηση Τέχνης, που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το1954 και έκλεισε αναγκαστικά το 1967, λόγω της επικράτησης του χουντικού πραξικοπήματος.  Αναδίφηση που αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της μελέτης με τίτλο: Επιθεώρηση Τέχνης και Κύπρος. Και με την αφορμή αυτή αναφέρθηκαν τα μικρά σημειώματα του περιοδικού στη στήλη «Αλληλογραφία» που απευθύνονταν σε Κύπριους επίδοξους συνεργάτες καθώς και σε Ελλαδίτες δημιουργούς που απέστειλαν συνεργασία που σχετιζόταν με την Κύπρο.

Γι’αυτό ήταν ευχάριστη και συγκινητική έκπληξη ο εντοπισμός ενός σχετικού ποιήματος στη συλλογή του Θανάση Παπαθανασόπουλου, Αρτοφόριο που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αθήνα και αναφέρεται μάλιστα στο περιοδικό που μας απασχόλησε. Ακόμη ο τίτλος του ποιήματος είναι: «Επιθεώρηση Τέχνης» 1956. Ο ποιητής δημιουργεί ένα νέο ποίημα με αφορμή τα σχόλια του αρχισυντάκτη για τους νεανικούς του στίχους που απέστειλε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, σχόλια που ξανακοιτάζει το 2007, ύστερα από πενήντα ένα χρόνια.

51 χρόνια από τότε που την πρωτοδιάβασα,

ξαναδιαβάζω την απάντηση του αρχισυντάκτη:

«Τα ποιήματά σας για την ηλικία σας

έχουν αρκετό ενδιαφέρον·

όμως χρειάζεται ακόμα αρκετή δουλειά.»

Τότε ήμουν στην προτελευταία τάξη του εξαταξίου

τώρα στην τελευταία τάξη της ζωής.

Στο μεταξύ προσπάθησα πολύ

και παρά το «ενδιαφέρον» που οι κρίνοντες

συνήθως βρίσκουν στα ποιήματά μου,

αυτά εξακολουθούν να κείτονται τιμωρημένα

στις έσχατες σελίδες των εντύπων.

Η πρώτη σελίδα είναι τόσο μακριά τους

λες και δε βρίσκονται στο ίδιο τεύχος,

παρά κοντά στου σύμπαντος την άκρη.

11. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ

Αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμα για τη στήλη «Αλληλογραφία» του λογοτεχνικού περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, που κυκλοφορούσε στην Αθήνα κατά την περίοδο 1954 – 1967, και για την πλούσια και ανεκμετάλλευτη φλέβα φιλολογικών ειδήσεων και πληροφοριών που περιέχει. Το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης ήταν ένα καταξιωμένο περιοδικό, ακόμη πρόβαλλε την Κύπρο και τον αγώνα της και αρκετοί Κύπριοι απέστειλαν συνεργασίες. Ακόμη έστελναν τα βιβλία τους για να αναφερθούν στο βιβλιογραφικό δελτίο του περιοδικού ή, ακόμη, προσδοκώντας εκτενέστερη βιβλιοπαρουσίαση από τις σελίδες του. Μελετώντας το περιοδικό για την ολοκλήρωση της μελέτης «Επιθεώρηση Τέχνης και Κύπρος» διαπιστώνω ότι πλούσιες κυπρολογικές πληροφορίες μας παρέχει και το Βιβλιογραφικό του Δελτίο καθώς και άλλες σχετικές στήλες. Σ’αυτές καταγράφονται ή αναφέρονται με λίγα λόγια εκατοντάδες εκδόσεις που τυπώθηκαν στην Ελλάδα την εποχή της κυκλοφορίας του περιοδικού. Ανάμεσα σ’αυτές αναφέρονται και δεκάδες βιβλία Κυπρίων συγγραφέων. Συνήθως με λίγα πληροφοριακά στοιχεία, κάποτε με κάποιο θετικό σχόλιο. Εντοπίζω  μιαν αναφορά με αρνητική διάθεση για το βιβλίο Βιολέττες στη Βερενίκη, που κυκλοφόρησε στη Λευκωσία το 1962. Γράφει η Επιθεώρηση Τέχνης στο τεύχος αριθμός 106 – 107 (Οκτώβριος – Νοέμβριος 1963): «Μια ανιαρή αισθηματική ιστορία ανάμεσα σε δυο φοιτητές της φιλολογίας, γραμμένη απ’ τον έναν απ’ τους δυο όσο γίνεται πιο κοινότοπα και γλυκερά.»

Παρουσιάζοντας με λίγα λόγια το βιβλίο του Γ. Φ. Πιερίδη, Βιβλία και Βιβλιοθήκες. που εξέδωσε η Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμμοχώστου το 1962, το περιοδικό (τεύχος Απριλίου 1963) τονίζει ότι πρόκειται για εκλαϊκευτική έκδοση που όμως είναι γραμμένη με γνώση και παρέχει στοιχεία ιστορικά και εγκυκλοπαιδικά.

Ακόμη αναφέροντας το βιβλίο του Κώστα Γραικού, Κύπρος 1955 -1958, που εκδόθηκε στο νησί μας το 1959, η Επιθεώρηση Τέχνης γράφει στις σελίδες της τα ακόλουθα: «Δώδεκα ποιήματα εμπνευσμένα από τον αγώνα της Κύπρου. Οι πρώτοι στίχοι του πρώτου ποιήματος:

Ποτές του δε θ’αλλάξει

Στο πέρασμα του χρόνου

Της Κύπρου το νησί

Ελλάδα θα μυρίζει.»



[1] ) Gisele Freund, Η φωτογραφία και ο πολιτισμός της εικόνας, περ. Η Λέξη, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2000, αρ. 159 – 160, σ. 660

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: